Σε αύξηση της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως σε καταδικασθέντα για υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου προχώρησε το Εφετείο, κάνοντας δεκτή την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Η απόφαση εκδόθηκε στις 30 Ιουνίου 2026 και αφορά 48 κατηγορίες, στις οποίες ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος.
Το Ανώτερο Δικαστήριο αύξησε από επτά σε δέκα χρόνια τη συντρέχουσα ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί σε κάθε μία από τις κατηγορίες.
Η έφεση είχε καταχωριστεί από τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος υποστήριξε ότι η αρχική ποινή ήταν έκδηλα ανεπαρκής, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά, το νομοθετικό πλαίσιο, τη σχετική νομολογία και την ανάγκη γενικής πρόληψης και αποτροπής.
Η υπόθεση εκδικάστηκε χωρίς την παρουσία κοινού, καθώς το θύμα ήταν ανήλικο, με στόχο την προστασία της ιδιωτικότητάς του και των ευαίσθητων στοιχείων της διαδικασίας.
Το Εφετείο επικύρωσε επίσης τα περιοριστικά μέτρα που είχε επιβάλει το πρωτόδικο δικαστήριο.
Μεταξύ άλλων, απαγορεύεται στον καταδικασθέντα να εργάζεται ή να απασχολείται σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, καθώς και να διαμένει κοντά σε οργανωμένους χώρους όπου φιλοξενούνται ή συγκεντρώνονται ανήλικοι.
Παράλληλα, αποφασίστηκε ότι ο καταδικασθείς θα τελεί υπό την εποπτεία της αρμόδιας Αρχής καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του στις Κεντρικές Φυλακές.
Η εποπτεία θα συνεχιστεί και για πέντε χρόνια μετά την αποφυλάκισή του.
