Του Χρήστου Χαραλάμπους
Με δεδομένο ότι τα γηρατειά αποτελούν τον φυσικό κύκλο της ζωής για όλους και δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα να αφήνονται οι άνθρωποι που θυσιάστηκαν για τη σημερινή ευημερία να ζουν τα εναπομείναντα χρόνια τους μέσα στον τρόμο και την εξαθλίωση, τότε ο σεβασμός προς τους ηλικιωμένους θα πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί τον απόλυτο δείκτη πολιτισμού για κάθε κοινωνία. Η προστασία της ζωής και της αξιοπρέπειας των ηλικιωμένων αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και το ελάχιστο καθήκον μιας ευνομούμενης δημοκρατίας, ενώ η συνέχιση της αδιαφορίας συνιστά πράξη ηθικής συνενοχής.
Δυστυχώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα άτομα της τρίτης ηλικίας στην Κύπρο και γενικότερα οι ηλικιωμένοι μας αποτελούν την κορωνίδα στη λίστα των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού μας. Μια θλιβερή διαπίστωση που καταγράφεται στην καθημερινότητά μας και διαπιστώνεται μέσα από εκθέσεις και αναφορές αρμόδιων οργανισμών. Μια πραγματικότητα που αυξάνει στον μέγιστο βαθμό τις ευθύνες μας ως κοινωνίας με ευαισθησίες, αλλά πρωτίστως του κράτους και τις θεσμικές υποχρεώσεις του απέναντι στους συνταξιούχους και ευρύτερα στους ηλικιωμένους, οι οποίοι, αντί της αξιοπρεπούς διαβίωσης που δικαιούνται, οδηγούνται όλο και περισσότερο προς τη φτωχοποίηση.
Και τα προβλήματα της διαβίωσης και της φτώχειας των ηλικιωμένων, που πηγάζουν κατά κύριο λόγο από την αδυναμία ή την αδιαφορία των κυβερνώντων να τα αντιμετωπίσουν στην ουσία τους, πέρα από τις βαρύγδουπες εξαγγελίες και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα, δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις συντάξεις πείνας, που στήνουν απροσπέλαστο τείχος στην εξασφάλιση αξιοπρεπούς στέγασης και την κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης. Αφορούν και θέματα υγείας και φροντίδας, πρόσβασης σε υπηρεσίες, αλλά και περιθωριοποίησης.
Μέσα από στοιχεία που καταγράφονται σε έρευνες και μελέτες με αντικείμενο τις συνθήκες διαβίωσης των ηλικιωμένων στην Κύπρο, αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα ότι η φτωχοποίηση αυτών των συμπολιτών μας συνιστά ένα συστημικό κοινωνικό ζήτημα.
Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία, το 2024 το γενικό ποσοστό κινδύνου φτώχειας ήταν 14,6%, όμως για τα άτομα άνω των 65 ετών ήταν πολύ υψηλότερο, αγγίζοντας το 31,1%. Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επιβεβαιώσει ότι ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για τα άτομα άνω των 65 στην Κύπρο παραμένει σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ: 31,5% στην Κύπρο έναντι 19,4% στην ΕΕ το 2024. Επιπλέον, η ΕΕ καταγράφει στην Κύπρο αυξημένη αδυναμία διατήρησης επαρκούς θέρμανσης στο σπίτι, προβλήματα καθυστερήσεων σε λογαριασμούς κοινής ωφελείας και υψηλές ανάγκες ψύξης λόγω κλιματικών συνθηκών.
Η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί επίσης ένα κρίσιμο κενό, αφού η δημόσια δαπάνη για μακροχρόνια φροντίδα στην Κύπρο εκτιμάται γύρω στο 0,2% του ΑΕΠ, έναντι 1,7% στην ΕΕ, ενώ οι εργαζόμενοι στη μακροχρόνια φροντίδα είναι περίπου 6 ανά 1.000 άτομα ηλικίας άνω των 65. Σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για 1.000 ηλικιωμένους αντιστοιχούν 32 εργαζόμενοι στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας. Η χρήση κατ’ οίκον φροντίδας από ηλικιωμένους με σοβαρές δυσκολίες είναι επίσης πολύ χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πέρα από αυτά τα αρνητικά δεδομένα, προβλέπεται ότι το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 στην Κύπρο θα αυξηθεί από το 16,5% (στοιχεία του 2022) σε 19% το 2030 και 23,9% το 2050. Αυτό σημαίνει ότι, αν δεν υπάρξει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για αξιοπρεπή διαβίωση των ηλικιωμένων, το σημερινό καθεστώς φτώχειας στο οποίο βρίσκονται θα εξελιχθεί σε χειρότερη μορφή, με απρόβλεπτες δημοσιονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Οδυνηρή αλήθεια η κακομεταχείριση και η παραμέληση
Η κακοποίηση ηλικιωμένων, σε χώρους δομών όπου διαμένουν ή σε συνθήκες κατ’ οίκον φροντίδας, όπως και η μοναξιά λόγω εγκατάλειψης από οικεία πρόσωπα, αποτελούν επίσης σημαντικές παραμέτρους της κακής διαβίωσής τους. Κι αυτό είναι κάτι για το οποίο επανειλημμένα το Παρατηρητήριο Τρίτης Ηλικίας έκρουσε τον κώδωνα, καταγγέλλοντας την κοινωνική ανοχή και την πολιτική αδράνεια.
Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο, στην Κύπρο, όπου ο πληθυσμός γηράσκει με γοργούς ρυθμούς, η κακομεταχείριση και η παραμέληση των ηλικιωμένων αποτελούν μια οδυνηρή αλήθεια η οποία, δυστυχώς, αγνοείται από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας και της Πολιτείας. Η κακοποίηση δεν περιορίζεται μόνο στη σωματική βία, αλλά συνίσταται και σε λεκτική, ψυχολογική και σεξουαλική κακοποίηση, οικονομική εκμετάλλευση, παραμέληση και απομόνωση, με πεδίο εκδήλωσης το οικογενειακό περιβάλλον ή τις δομές φροντίδας.
Όπως επισημαίνει το Παρατηρητήριο, τα θύματα δυσκολεύονται να καταγγείλουν τα περιστατικά κακοποίησής τους, γιατί πολλές φορές ο θύτης είναι κοντινό και αγαπημένο πρόσωπο, με αποτέλεσμα ο ηλικιωμένος να μη θέλει να τον καταγγείλει. Επίσης, τα θύματα με οικονομική ή πρακτική εξάρτηση από άτομο που τα κακοποιεί φοβούνται ότι μια καταγγελία θα τους στερήσει την απαραίτητη υποστήριξη, ενώ φοβούνται και τυχόν εκδικητικές συμπεριφορές ή ακόμα ενοχοποιούν τον εαυτό τους, θεωρώντας ότι «τους αξίζει» αυτή η κατάσταση. Πολλοί αισθάνονται ότι, αν μιλήσουν, δεν θα τους πιστέψει κανείς ή απλώς δεν γνωρίζουν πού να αποταθούν για βοήθεια.
Γι’ αυτούς τους λόγους, το Παρατηρητήριο ζητά από το κοινό να βρίσκεται σε εγρήγορση, ώστε να εντοπίζει εγκαίρως τα προειδοποιητικά σημάδια κακοποίησης ηλικιωμένων, που μπορεί να είναι σωματικά (μώλωπες, χτυπήματα, εγκαύματα) ή ψυχολογικά, τα οποία εκδηλώνονται με απότομες αλλαγές στη συμπεριφορά, θλίψη, σύγχυση και κοινωνική απομόνωση.
Και, δυστυχώς, δεν είναι λίγα τα περιστατικά που καταγράφηκαν με ηλικιωμένα άτομα τα οποία ξεψύχησαν μέσα στον χώρο όπου ζούσαν, χωρίς να έχουν έναν δικό τους άνθρωπο κοντά ή ακόμα χωρίς να τα αναζητήσει κανένας, με αποτέλεσμα να βρεθούν τυχαία αρκετές μέρες μετά τον θάνατό τους. Μια πραγματικότητα που μόνο θλίψη προκαλεί, αλλά και ανησυχία για το πού οδεύουμε ως κοινωνία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της ηλικιωμένης γυναίκας που βρέθηκε πρόσφατα νεκρή στη Λάρνακα και για μεγάλο χρονικό διάστημα κανένας δεν είχε αντιληφθεί την απουσία της. Το τραγικό αυτό περιστατικό αναδεικνύει με τον πιο σκληρό τρόπο το διαχρονικό και επώδυνο κοινωνικό πρόβλημα της μοναξιάς, της κοινωνικής απομόνωσης και της έλλειψης υποστήριξης που βιώνουν πολλοί άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας.
Ως κοινωνία, επιβάλλεται να κατανοήσουμε πλέον, κι αυτό είναι κάτι που τονίζει με κάθε ευκαιρία και το Παρατηρητήριο Τρίτης Ηλικίας (που φαίνεται ότι είναι και ο μόνος συγκροτημένος οργανισμός που πραγματικά νοιάζεται και αγωνίζεται για τα δικαιώματα των ηλικιωμένων), ότι η φροντίδα των ηλικιωμένων δεν περιορίζεται μόνο στην κάλυψη των βασικών τους αναγκών, αλλά περιλαμβάνει και τη συστηματική ανθρώπινη επαφή, την παρακολούθηση της ευημερίας τους και τη διασφάλιση της αξιοπρέπειάς τους μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Για όλους αυτούς και άλλους λόγους, το Παρατηρητήριο κρούει τον κώδωνα και, τονίζοντας ότι «κανένας ηλικιωμένος δεν πρέπει να μένει αόρατος, κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να χάνεται μέσα στη σιωπή και την αδιαφορία», υποδεικνύει την επιτακτική πλέον ανάγκη να δραστηριοποιηθεί ουσιαστικά το κράτος και να αναλάβει τις ευθύνες του.
Οι αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες, οι δήμοι και, πολύ περισσότερο, οι κοινότητες (όπου η πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες, γιατρούς, φαρμακεία, κέντρα ημέρας και ψηφιακές υπηρεσίες είναι δυσκολότερη για πολλούς ηλικιωμένους) επιβάλλεται να ενισχύσουν άμεσα τα δίκτυα έγκαιρου εντοπισμού και στήριξης των μοναχικών ηλικιωμένων. Να γίνει χαρτογράφηση της πολύ μεγάλης πληθυσμιακής ομάδας των ατόμων άνω των 65 ετών και να αναπτυχθούν συντονισμένες δράσεις πρόληψης, τακτικών κοινωνικών επισκέψεων και ουσιαστικής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης σε αυτή την τόσο ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού.
ΠΗΓΗ:Live
