Του Κωστή Πιτσιλλούδη
Σύμφωνα με την ετήσια ανασκόπηση της Eurofound για τους κατώτατους μισθούς το 2026, τον Νοέμβριο του 2025 ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε αναφέρει ότι περίπου 55.000 εργαζόμενοι, ή το 11% των μισθωτών, λάμβαναν τον κατώτατο μισθό. Έναν μήνα αργότερα, σε ανακοίνωση του ίδιου Υπουργείου, η εκτίμηση περιορίστηκε στους 50.000 εργαζομένους ή στο 10%.
Μία τρίτη και αισθητά υψηλότερη εκτίμηση προέρχεται από έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την IMR και το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας για λογαριασμό της ΣΕΚ. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παραθέτει η Eurofound, το 24% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αμείβεται με τον κατώτατο μισθό και επιπλέον 13% ότι λαμβάνει χαμηλότερες απολαβές.
Η τέταρτη εκτίμηση, η οποία έγινε από τον εθνικό ανταποκριτή της Eurofound, ανεβάζει το ποσοστό των εργαζομένων που λαμβάνουν τον κατώτατο σε πάνω από 20%. Ο υπολογισμός βασίστηκε στην κατανομή της απασχόλησης σε κλάδους όπου ο κατώτατος μισθός εμφανίζεται συχνότερα, όπως το λιανικό εμπόριο, τα ξενοδοχεία και η εστίαση, οι υπηρεσίες καθαρισμού και ασφάλειας και άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών.
Αποκλείστηκε η Κύπρος από την ευρωπαϊκή σύγκριση
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο θολή, καθώς η Κύπρος απουσιάζει από τη συγκριτική ανάλυση της Eurofound, η οποία βασίζεται στα ευρωπαϊκά στοιχεία για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης.
Σύμφωνα με τη Eurofound, η χώρα μας εξαιρέθηκε επειδή ο εθνικός κατώτατος μισθός τέθηκε σε εφαρμογή μόλις τον Ιανουάριο του 2023 και, συνεπώς, δεν υπήρχε επαρκής χρονική σειρά δεδομένων για να συγκριθεί με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Ως εκ τούτου, η Κύπρος διαθέτει σήμερα τέσσερις εθνικές εκτιμήσεις, αλλά όχι έναν εναρμονισμένο ευρωπαϊκό υπολογισμό που να επιτρέπει ασφαλή σύγκριση με άλλες χώρες.
Στο 40,3% του μέσου μισθού
Με βάση στοιχεία του 2024, ο κατώτατος μισθός στην Κύπρο αντιστοιχούσε μόλις στο 40,3% του μέσου μισθού και στο 53,2% του διάμεσου μισθού.
Η σχετική Οδηγία για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει ως ενδεικτικά σημεία αναφοράς το 50% του μέσου και το 60% του διάμεσου ακαθάριστου μισθού. Τα όρια δεν είναι δεσμευτικά και η απόκλιση δεν στοιχειοθετεί αυτομάτως παραβίαση της Οδηγίας. Δεν αναιρεί, όμως, την ουσία, καθώς ο κατώτατος μισθός της Κύπρου παρέμενε αισθητά χαμηλότερος και από τους δύο ευρωπαϊκούς δείκτες επάρκειας, κατά 9,7 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του πρώτου και κατά 6,8 μονάδες έναντι του δεύτερου.
Σημειώνεται ότι οι υπολογισμοί έγιναν από τον εθνικό ανταποκριτή της Eurofound με βάση στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας και τις πληρωμές προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στις απολαβές περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός, η ΑΤΑ, οι υπερωρίες, οι πληρωμές από το Ταμείο Αδειών, ο 13ος και ο 14ος μισθός και άλλα επιδόματα. Συνεπώς, τα ποσοστά χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία και δεν αποτελούν απλή σύγκριση του κατώτατου με τον βασικό μισθό των υπόλοιπων εργαζομένων.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η διαπίστωση της Eurofound ότι τα συγκεκριμένα ποσοστά δεν χρησιμοποιούνται στην εθνική συζήτηση για τον καθορισμό των μισθών. Για την αύξηση του 2026, η κυβέρνηση βασίστηκε σε υπολογισμούς για το κόστος ζωής κατά τα έτη 2024 και 2025 και στη γενικότερη αύξηση των μισθών, χωρίς να χρησιμοποιήσει κάποιο ενδεικτικό σημείο αναφοράς για την επάρκεια του κατώτατου.
Μόλις πάνω από έξι ευρώ την ώρα
Η μηνιαία αύξηση αποκτά διαφορετική διάσταση όταν μετατραπεί σε ωριαία αμοιβή, καθώς, σύμφωνα με τους συγκριτικούς υπολογισμούς της Eurofound, ο ακαθάριστος ωριαίος κατώτατος μισθός στην Κύπρο διαμορφώνεται λίγο πάνω από τα έξι ευρώ.
Η Κύπρος τοποθετείται στην ίδια ομάδα με την Πορτογαλία και την Κροατία, αρκετά χαμηλότερα από χώρες όπως η Σλοβενία, όπου το αντίστοιχο ποσό πλησιάζει τα 9,5 ευρώ, και η Ισπανία, όπου υπερβαίνει τα οκτώ ευρώ. Σημειώνεται ότι ο ωριαίος υπολογισμός της Eurofound αποτελεί μετατροπή του μηνιαίου ποσού με βάση τις συνήθεις ώρες εργασίας και όχι θεσμοθετημένο κυπριακό ωριαίο κατώτατο μισθό.
Μειωμένος μισθός για συγκεκριμένες ομάδες
Η Eurofound καταγράφει, παράλληλα, ότι στην Κύπρο εξακολουθεί να επιτρέπεται μειωμένη αμοιβή ίση με το 75% του κατώτατου μισθού για εργαζομένους κάτω των 18 ετών, όταν πρόκειται για περιστασιακή εργασία που δεν υπερβαίνει τους δύο συνεχόμενους μήνες.
Το τελικό ποσό μπορεί επίσης να περιοριστεί στο 75% όταν ο εργοδότης παρέχει γεύματα ή και διαμονή. Η ίδια η ευρωπαϊκή Οδηγία προειδοποιεί ότι οι μειωμένοι συντελεστές και οι αποκοπές δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ευρέως, καθώς μπορούν να υπονομεύσουν την επάρκεια του κατώτατου μισθού. Η επισήμανση αφορά ιδιαίτερα εργαζομένους σε τομείς όπως ο τουρισμός, η εστίαση, η γεωργία και η οικιακή εργασία, όπου η παροχή διαμονής ή φαγητού από τον εργοδότη είναι συχνότερη και η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων περιορισμένη.
Η διαφορά των συλλογικών συμβάσεων
Η εικόνα της Eurofound δείχνει ταυτόχρονα τη σημασία της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Στην παγκύπρια συλλογική σύμβαση της οικοδομικής βιομηχανίας, ο χαμηλότερος συμφωνημένος μισθός βρισκόταν το 2025 κατά 75% πάνω από τον εθνικό κατώτατο.
Η μεγάλη διαφορά αποδίδεται εν μέρει στις σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού στον κατασκευαστικό τομέα. Αποδεικνύει, ωστόσο, ότι, όπου υπάρχει οργανωμένη συλλογική διαπραγμάτευση, οι εργαζόμενοι μπορούν να εξασφαλίσουν υψηλότερες αμοιβές από εκείνες που εγγυάται το κράτος.
Στον αντίποδα, στη συλλογική σύμβαση για τις υπηρεσίες αεροδρομίων και ασφάλειας, το κατώτερο μέρος της μισθολογικής κλίμακας είναι συνδεδεμένο με τον εθνικό κατώτατο μισθό. Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μεταφέρονται στη σύμβαση, αλλά περιορίζεται η απόσταση ανάμεσα στη νομοθετική βάση και στη συλλογικά συμφωνημένη αμοιβή.
Η Eurofound προειδοποιεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ότι, όταν ο κατώτατος μισθός πλησιάζει τις χαμηλότερες κλίμακες των συλλογικών συμβάσεων, μπορεί να προκληθεί συμπίεση των μισθών και να περιοριστεί η επιπλέον ανταμοιβή για εμπειρία, δεξιότητες και αυξημένες ευθύνες.
Για την Κύπρο, η έκθεση χρησιμοποιεί ποσοστό συλλογικής κάλυψης 32,1% για το 2022. Πρόκειται για επίπεδο πολύ χαμηλότερο από το ευρωπαϊκό σημείο αναφοράς του 80%, γεγονός που σημαίνει ότι η πλειονότητα των εργαζομένων δεν επωφελείται από τους υψηλότερους μισθολογικούς όρους που μπορούν να εξασφαλίσουν οι συλλογικές συμβάσεις.
ΠΗΓΗ:Live
