Φυσιολογική λοιπόν η αγωνία για την πιθανή απομάκρυνσή τους από τον παραδοσιακό πολιτισμό των μεγαλύτερων γενεών που κορυφώνεται αυτή την περίοδο. Του Δεκαπενταύγουστου. Του καθολικά πανηγυριώτικου. Βρήκα αισιόδοξα μηνύματα με τη συζήτησή μου με τη λαογράφο Ζωή Μάργαρη, κύρια ερευνήτρια του Κέντρου Λαογραφίας Ακαδημίας Αθηνών, για τη σημασία του πανηγυριού στον ελληνικό πολιτισμό.
«Το πανηγύρι είναι το πιο σημαντικό γεγονός για την παραδοσιακή κοινωνία. Είναι η στιγμή που η κοινότητα παλιότερα συγκεντρωνόταν, κυρίως με αφορμή την εορτή του προστάτη αγίου της κοινότητας, γύρω από την οποία στηνόταν ένα γλέντι στο οποίο η κοινότητα είχε τη δυνατότητα να ξαναδηλωθεί στο πέρασμα του χρόνου. Αλλά και στον 21ο αι. τα πράγματα διατηρούν αυτή τη διάσταση της προσπάθειας να συνευρεθούμε με μία πολύ σημαντική αφορμή, με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, τα πολύ κοντινά αλλά και τα πιο μακριά, απ’ όπου καταγόμαστε. Να ανανεώσουμε τους δεσμούς που έχουμε μαζί τους. Παρότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μένουν στους τόπους καταγωγής τους, μεριμνούν το καλοκαίρι να ταξιδεύουν στο χωριό για να βρεθούν στο πανηγύρι της κοινότητας. Και ακόμα όταν γίνεται με αυτή τη λογική μιας επιστροφής σε αυτόν τον τόπο καταγωγής, το εντοπίζουμε με νέα παιδιά, τα οποία ταξιδεύουν σε ξένους τόπους, με τους οποίους δεν συνδέονται. Γιατί; Γιατί έχουν ακούσει πως γίνονται εξαιρετικά πανηγύρια, πολύ σημαντικά, όπως στην Ικαρία, και επιλέγουν να κάνουν τις διακοπές τους στο νησί για να βρεθούν κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους που πανηγυρίζουν και να βιώσουν από κοντά τη μέθεξη αυτού του πανηγυριού. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον στους λαογράφους…».
Είναι, λοιπόν, από την αρχή σαφές πως τουλάχιστον δεν ισχύει το ότι τα έθιμα χάνονται, γιατί, όπως τόνισε η κυρία Μάργαρη, οι νέοι δεν μετέχουν μόνο στα γλεντικά, αλλά και στα κομμάτια της προετοιμασίας τους. «Δηλαδή, στα δύσκολα κομμάτια της προετοιμασίας του χώρου, του καθαρισμού, του ασπρίσματος, του μαγειρέματος, της προσφοράς στο φαγητό, που είναι δύσκολα. Το ενδιαφέρον είναι το πως η νέα γενιά κατάφερε να βρει τον χώρο της μέσα στο πανηγύρι. Να βρει έναν τρόπο να κοινωνικοποιείται, να έρχεται σε επαφή με ανθρώπους της γενιάς της, να λειτουργεί και ως ενδιάμεσος με εκείνους της μεγαλύτερης, αλλά και της ακόμα πιο μικρής, και να συνομιλεί με την παράδοση. Μιλάμε πια λοιπόν και για αστικά πανηγύρια. Αυτά που διοργανώνουν οι δήμοι στις πόλεις. Βρίσκει λοιπόν τον χώρο της η νέα γενιά και κατορθώνει στον 21ο αιώνα και μέσα από αυτά τα γλέντια να ανανοηματοδοτεί την παράδοση».
Είναι γεγονός πως η Ελλάδα αστικοποιήθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό που η έννοια ύπαιθρος να σηματοδοτεί πια μία γραφική ερημιά που ζωντανεύει μέσα σε μνήμες και τα ανοίγματα των κλειστών έρημα χωριών – ειδικά των ορεινών μόνον το καλοκαίρι, κάτω από τον πλάτανο. Τον συνεκτικό κρίκο μιας ολόκληρης φυλής ξενιτεμένων. «Οπως το λέτε. Ο εξαναγκασμός και η αστικοποίηση λειτούργησαν καταλυτικά, γιατί άνθρωποι άφησαν το αγροτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο είχαν μάθει να ζουν και βρέθηκαν σε ένα περιβάλλον που ήταν ξένο. Οπότε, το να συνευρεθούν με ανθρώπους αρχικά της ίδιας κατηγορίας, κυρίως μέσα από δράσεις πολιτιστικών συλλόγων και σωματείων, και να ξαναθυμηθούν τον κοινό τόπο καταγωγής μέσα από ένα κοινό γλέντι, λειτουργεί ευεργετικά, ενδυναμώνει την ταυτότητά τους, τους κάνει να αισθάνονται ασφαλείς, ξαναφέρνοντας τα ανανοηματοδοτημένα δεδομένα τους στον τόπο καταγωγής τους, που τον χειμώνα ζήτημα αν μένει εκεί μόνο ένας φύλακας, ένας βοσκός.
Αυτή είναι η σπουδαιότητα του λαϊκού πολιτισμού, ότι κατορθώνει, έχοντας τις δυνάμεις του, να πηγαίνει παρακάτω ακόμα και εκεί που θεωρούμε ότι τα πράγματα σιγά σιγά χάνονται. Οπως πιστέψαμε πως με την πανδημία όλα θα χαθούν. Αντιθέτως. Αμέσως μετά, η ζέση των ανθρώπων ήτανε πολλαπλάσια, γιατί η απαγόρευση, η αδυναμία να τελέσεις κάτι τόσο σημαντικό, το έκανε πάρα πολύ δυνατό. Ηθελες απαραίτητα να το ξαναζείς, να το ξαναφέρεις στη ζωή, όχι μόνο για σένα, αλλά και για τους αγαπημένους σου, και για τον κόσμο όλο, για να αναδείξεις ότι αυτό δεν έχει πεθάνει, είναι εδώ, περάσαμε μια πανδημία και τα καταφέραμε, τα ξαναζούμε. Πιο δυνατά». Αρα τα πανηγύρια ποτέ δεν πεθαίνουν. Ισως γιατί, τελικά, είναι τα μόνα που μας ενώνουν ακόμη και στην εποχή της τοξικότητας.
Πηγή:
