Πότε αποκτά ένας χώρος εσωτερικότητα; Από τον Georges Perec στη λογοτεχνία έως τον Tim Ingold στη φιλοσοφία, ο στοχασμός γύρω από τον χώρο έχει δείξει ότι η κατοίκηση αναδύεται μέσα από διαρκείς διαδικασίες συγκρότησης.
Η νέα ατομική έκθεση του Φάνου Κυριάκου, INTERIOR, μοιάζει να ξεκινά ακριβώς από αυτή την παραδοχή και αποκαλύπτει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο ο καλλιτέχνης οργανώνει τις πολυεπίπεδες σχέσεις ανάμεσα στα αντικείμενα, τα ανθρώπινα σώματα, τα υλικά στοιχεία και τον αρχιτεκτονικό χώρο.

Αποτελεί την ώριμη συνέχεια της εικαστικής έρευνας που εξελίσσει ο δημιουργός με υποδειγματική συνέπεια και εννοιολογικό βάθος. Έχοντας διαμορφώσει μια απολύτως αναγνωρίσιμη γλώσσα, ο Κυριάκου αντλεί από τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τον βιομηχανικό σχεδιασμό, καθώς και από τη γνώση που προκύπτει μέσα από την ίδια την πράξη της κατασκευής.
Δεν εγκλωβίζεται ποτέ σε αυτά και κινείται στα ενδιάμεσα κενά τους, εκεί όπου κάθε πεδίο δίνει νέα ερεθίσματα στη σκέψη και φωτίζει πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας.
Τα έργα που παρουσιάζονται επιδεικνύουν αυστηρή υλικότητα, επικεντρωμένη στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε δύο βασικά υλικά: το ξύλο και το μέταλλο, με τη μορφή του ανοξείδωτου ατσαλιού και του αλουμινίου.
Τα μεταλλικά και ξύλινα στοιχεία λειτουργούν ως χωρικοί δείκτες που αποκαλύπτουν και ζωντανεύουν τον αέρα και το κενό γύρω τους. Μέσα από αυτή την πρακτική, το κενό παύει να είναι παθητικός ενδιάμεσος χώρος και αποκτά συγκεκριμένο σχήμα, ένταση και σχεδόν υλική βαρύτητα, αναγκάζοντας το βλέμμα να αναγνώσει την έκθεση ως ένα ενιαίο χωρικό πλέγμα.
Το «εσωτερικό» στο οποίο αναφέρεται ο τίτλος συγκροτείται, λοιπόν, ως μια διευρυμένη υπαρξιακή και χωρική συνθήκη, η οποία υπερβαίνει κάθε γραμμικό συσχετισμό με την εσωτερικότητα του υποκειμένου ή ενός δωματίου. Πρόκειται για έναν δυναμικό χώρο που παράγεται αδιάκοπα από τα έργα μέσα από λεπτές ισορροπίες, μετατοπίσεις, δομικές στηρίξεις και υλικές μνήμες, με κάθε στοιχείο να φέρει ένα απολύτως συγκεκριμένο, μετρήσιμο και συναισθηματικό βάρος.
Πάνω από όλα, μας μεταφέρει στο ίδιο το εργαστήριο του καλλιτέχνη, ιδωμένο ως καθολικό τρόπο σκέψης. Εκεί, μέσα στο στούντιο, τα αντικείμενα μετακινούνται διαρκώς, δοκιμάζονται και επαναπροσδιορίζονται. Γι’ αυτό και τα έργα μεταφέρουν την ενέργεια του εργαστηρίου μέσα στον εκθεσιακό χώρο, διεκδικώντας δυναμικά τη θέση τους ανάμεσα σε διαφορετικές αρχιτεκτονικές και χρόνους.

Τα έργα διατηρούν μια παλλόμενη εσωτερική κινητικότητα, μια αίσθηση ποιητικής αναστολής, όπου κάθε φόρμα παραμένει ανοιχτή στο ενδεχόμενο μιας άλλης, μελλοντικής διάταξης. Κάθε απόσταση, κάθε σημείο ένωσης και κάθε κλίμακα λειτουργούν με χειρουργική ακρίβεια, οργανωμένα σύμφωνα με τις αρχές μιας υπόκωφης χορογραφίας.
Η θέση κάθε στοιχείου προκύπτει μέσα από μια διαρκή διαπραγμάτευση με τα υπόλοιπα, σαν να πρόκειται για σώματα που ισορροπούν το ένα χάρη στο άλλο. Ο επισκέπτης εντάσσεται σε αυτό το δίκτυο ισορροπιών· η διαδρομή του, καθώς και οι μικρές προσαρμογές του σώματός του απέναντι στις αποστάσεις, τα ύψη και τα βάρη, γίνονται οργανικό κομμάτι της εγκατάστασης. Η γλυπτική μετατρέπεται έτσι σε μια βιωματική εμπειρία συγχρονισμού ανάμεσα σε σώματα, υλικά και χώρο.
Η σχέση του καλλιτέχνη με ευρεθέντα αντικείμενα και θραύσματα ήταν ανέκαθεν κεντρική στην πρακτική του. Στο INTERIOR, όμως, τα όρια ανάμεσα στο «εύρημα» και την καλλιτεχνική κατασκευή γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα, καθώς είναι πλέον αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε. Ξύλινες φόρμες συνυπάρχουν με βιομηχανικά επεξεργασμένα μεταλλικά στοιχεία, χωρίς να είναι σαφές πού τελειώνει η πρότερη ζωή τους και πού αρχίζει η χειρονομία του δημιουργού.
Η ιστορία των πραγμάτων παραμένει παρούσα, αποτυπωμένη στις επιφάνειές τους. Ωστόσο, το ήδη υπάρχον και το νεοκατασκευασμένο εξελίσσονται μαζί, επεκτείνοντας ριζικά τις λειτουργικές και εννοιολογικές τους δυνατότητες. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται οριστικά από την προέλευση των υλικών στις νέες σχέσεις που αυτά συγκροτούν στο παρόν. Τα έργα δεν προκαλούν αναρώτηση για το τι υπήρξε ένα αντικείμενο στο παρελθόν, αλλά για το τι μπορεί ακόμη να γίνει στο μέλλον.
Το πλέον καθοριστικό στοιχείο της έκθεσης είναι η εφαρμογή ενός αυτοκόλλητου αντανακλαστικού φιλμ πάνω στα μεγάλα παράθυρα. Η χρήση αυτού του υλικού εισάγει τον παράγοντα του χρόνου και τις μεταβολές του φυσικού φωτός ως δομικά στοιχεία της βιωματικής εμπειρίας. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, το φιλμ λειτουργεί ως καθρέφτης του εξωτερικού περιβάλλοντος, ενώ από μέσα παραμένει διαφανές.

Όταν νυχτώνει, η συνθήκη αντιστρέφεται πλήρως: το τζάμι γίνεται ένας εσωτερικός καθρέφτης που αναδιπλώνει τον χώρο, ενώ η γκαλερί εκτίθεται στα μάτια όσων βρίσκονται έξω. Αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και την έκθεση, την αντανάκλαση και τη διαφάνεια, επιβεβαιώνει ότι το «εσωτερικό» δεν αποτελεί μια σταθερή αρχιτεκτονική κατηγορία, αλλά μια ρευστή συνθήκη που επαναπροσδιορίζεται από το φως, το βλέμμα και τον χρόνο.
Η έκθεση περιλαμβάνει, ακόμη, μια σειρά από επιδαπέδιες κορνίζες που στέκουν πάνω σε μικρές ξύλινες βάσεις. Αυτές εσωκλείουν σχέδια κάτω από ένα ημιδιαφανές, θολό γυαλί, το οποίο αποκτά θερμές αποχρώσεις υπό την επίδραση του φωτός, μεταμορφώνοντας την εμπειρία της θέασης. Η κορνίζα, αντί να κρέμεται στον τοίχο, στέκεται στο πάτωμα και διεκδικεί τον δικό της χώρο· αντιστέκεται στην ταξινόμησή της ως ένα απλό στήριγμα που απλώς φιλοξενεί μια αναπαράσταση.

Εδώ τίθεται αθόρυβα ένα ερώτημα: πόση αληθοφάνεια χρειάζεται τελικά μια εικόνα για να την αποδεχτούμε ως πραγματικότητα; Ο Κυριάκου διαπραγματεύεται τις διακρίσεις ανάμεσα στο σχέδιο και τη γλυπτική, το δισδιάστατο και το τρισδιάστατο, προσεγγίζοντας τη λογική των «συγκεκριμένων αντικειμένων» (specific objects) του Donald Judd — την επιμονή, δηλαδή, στο ότι το έργο δεν αναπαριστά τίποτα, αλλά δηλώνει τη δική του και μόνο φυσική παρουσία.
Ο μινιμαλισμός, ωστόσο, που αναδύεται μέσα από το INTERIOR δεν είναι μια στείρα φορμαλιστική άσκηση, αλλά το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής ανάγκης για την ανάδειξη της αυτενέργειας των υλικών και της σχέσης ανάμεσα στον αρνητικό και τον θετικό χώρο. Ίσως εκεί να εντοπίζεται η βαθύτερη ουσία της έκθεσης: στη διαφύλαξη του ενδεχόμενου, στην επιμονή να παραμένει ανοιχτή η πιθανότητα μιας νέας ισορροπίας και ενός ακόμη τρόπου κατοίκησης του κόσμου.
Μαζί αναδύεται και η έννοια της φροντίδας, που διαπερνά την έκθεση όχι ως αφηρημένο συναίσθημα, αλλά ως αυστηρή, καθημερινή πρακτική που αφορά τα υλικά, τις ενώσεις, τη σταθερότητά τους και το κενό που τα περιβάλλει.
Η κατασκευή δεν βιώνεται ως επιβολή του καλλιτέχνη πάνω στην ύλη, αλλά ως μια ανώτερη μορφή ακρόασης των υλικών στοιχείων. Στο έργο του Κυριάκου, οι αισθήσεις λειτουργούν ως ενεργά φαινομενολογικά εργαλεία. Αυτή η ενσώματη γνώση αποδεικνύεται καθοριστική και μεταφέρεται στον επισκέπτη, ο οποίος εμπλέκεται στη διαδικασία αναγνώρισης του βάρους ενός αντικειμένου, της τραχύτητας μιας επιφάνειας πριν από την αφή, και των προσαρμογών της σωματικής του στάσης απέναντι στα πράγματα.

Βγαίνοντας από την έκθεση, γίνεται δύσκολο να μην αναλογιστεί κανείς πόσο σπάνιο είναι να παρακολουθεί κανείς την πορεία ενός καλλιτέχνη που αντιμετωπίζει τη γλυπτική όχι ως παραγωγή αντικειμένων, αλλά ως ζωντανή σκέψη.
Ο Κυριάκου πιθανόν θα απέρριπτε έναν τέτοιο ορισμό, επιμένοντας ότι τα ίδια τα υλικά, οι αντιστάσεις τους και οι μεταξύ τους σχέσεις είναι εκείνα που καθοδηγούν το έργο. Ίσως όμως εκεί ακριβώς να βρίσκεται η ιδιαιτερότητα της πρακτικής του: στην ικανότητα να αφουγκράζεται την ύλη πριν της επιβάλει την όποια μορφή.

Με το INTERIOR, ο Κυριάκου συνεχίζει να διερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες η φόρμα προκύπτει, μεταβάλλεται και παράγει νόημα.
Τα έργα του επαναπροσδιορίζονται διαρκώς μέσα από τις σχέσεις που εγκαθιδρύουν με τον χώρο, το φως, τον χρόνο και τα σώματα που τα περιβάλλουν. Δεν μας καλεί απλώς να ερμηνεύσουμε τα αντικείμενα, αλλά να στοχαστούμε πάνω στις συνθήκες που επιτρέπουν στα πράγματα να συνυπάρξουν, αναδεικνύοντας το ίδιο το ενδεχόμενο ως μια βασική δομική συνθήκη.
Ελεύθερα, 21.06.2026
Πότε αποκτά ένας χώρος εσωτερικότητα; Από τον Georges Perec στη λογοτεχνία έως τον Tim Ingold στη φιλοσοφία, ο στοχασμός γύρω από τον χώρο έχει δείξει ότι η κατοίκηση αναδύεται μέσα από διαρκείς διαδικασίες συγκρότησης.
Η νέα ατομική έκθεση του Φάνου Κυριάκου, INTERIOR, μοιάζει να ξεκινά ακριβώς από αυτή την παραδοχή και αποκαλύπτει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο ο καλλιτέχνης οργανώνει τις πολυεπίπεδες σχέσεις ανάμεσα στα αντικείμενα, τα ανθρώπινα σώματα, τα υλικά στοιχεία και τον αρχιτεκτονικό χώρο.
Αποτελεί την ώριμη συνέχεια της εικαστικής έρευνας που εξελίσσει ο δημιουργός με υποδειγματική συνέπεια και εννοιολογικό βάθος. Έχοντας διαμορφώσει μια απολύτως αναγνωρίσιμη γλώσσα, ο Κυριάκου αντλεί από τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τον βιομηχανικό σχεδιασμό, καθώς και από τη γνώση που προκύπτει μέσα από την ίδια την πράξη της κατασκευής.
Δεν εγκλωβίζεται ποτέ σε αυτά και κινείται στα ενδιάμεσα κενά τους, εκεί όπου κάθε πεδίο δίνει νέα ερεθίσματα στη σκέψη και φωτίζει πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας.
Τα έργα που παρουσιάζονται επιδεικνύουν αυστηρή υλικότητα, επικεντρωμένη στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε δύο βασικά υλικά: το ξύλο και το μέταλλο, με τη μορφή του ανοξείδωτου ατσαλιού και του αλουμινίου.
Τα μεταλλικά και ξύλινα στοιχεία λειτουργούν ως χωρικοί δείκτες που αποκαλύπτουν και ζωντανεύουν τον αέρα και το κενό γύρω τους. Μέσα από αυτή την πρακτική, το κενό παύει να είναι παθητικός ενδιάμεσος χώρος και αποκτά συγκεκριμένο σχήμα, ένταση και σχεδόν υλική βαρύτητα, αναγκάζοντας το βλέμμα να αναγνώσει την έκθεση ως ένα ενιαίο χωρικό πλέγμα.
Το «εσωτερικό» στο οποίο αναφέρεται ο τίτλος συγκροτείται, λοιπόν, ως μια διευρυμένη υπαρξιακή και χωρική συνθήκη, η οποία υπερβαίνει κάθε γραμμικό συσχετισμό με την εσωτερικότητα του υποκειμένου ή ενός δωματίου. Πρόκειται για έναν δυναμικό χώρο που παράγεται αδιάκοπα από τα έργα μέσα από λεπτές ισορροπίες, μετατοπίσεις, δομικές στηρίξεις και υλικές μνήμες, με κάθε στοιχείο να φέρει ένα απολύτως συγκεκριμένο, μετρήσιμο και συναισθηματικό βάρος.
Πάνω από όλα, μας μεταφέρει στο ίδιο το εργαστήριο του καλλιτέχνη, ιδωμένο ως καθολικό τρόπο σκέψης. Εκεί, μέσα στο στούντιο, τα αντικείμενα μετακινούνται διαρκώς, δοκιμάζονται και επαναπροσδιορίζονται. Γι’ αυτό και τα έργα μεταφέρουν την ενέργεια του εργαστηρίου μέσα στον εκθεσιακό χώρο, διεκδικώντας δυναμικά τη θέση τους ανάμεσα σε διαφορετικές αρχιτεκτονικές και χρόνους.
Τα έργα διατηρούν μια παλλόμενη εσωτερική κινητικότητα, μια αίσθηση ποιητικής αναστολής, όπου κάθε φόρμα παραμένει ανοιχτή στο ενδεχόμενο μιας άλλης, μελλοντικής διάταξης. Κάθε απόσταση, κάθε σημείο ένωσης και κάθε κλίμακα λειτουργούν με χειρουργική ακρίβεια, οργανωμένα σύμφωνα με τις αρχές μιας υπόκωφης χορογραφίας.
Η θέση κάθε στοιχείου προκύπτει μέσα από μια διαρκή διαπραγμάτευση με τα υπόλοιπα, σαν να πρόκειται για σώματα που ισορροπούν το ένα χάρη στο άλλο. Ο επισκέπτης εντάσσεται σε αυτό το δίκτυο ισορροπιών· η διαδρομή του, καθώς και οι μικρές προσαρμογές του σώματός του απέναντι στις αποστάσεις, τα ύψη και τα βάρη, γίνονται οργανικό κομμάτι της εγκατάστασης. Η γλυπτική μετατρέπεται έτσι σε μια βιωματική εμπειρία συγχρονισμού ανάμεσα σε σώματα, υλικά και χώρο.
Η σχέση του καλλιτέχνη με ευρεθέντα αντικείμενα και θραύσματα ήταν ανέκαθεν κεντρική στην πρακτική του. Στο INTERIOR, όμως, τα όρια ανάμεσα στο «εύρημα» και την καλλιτεχνική κατασκευή γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα, καθώς είναι πλέον αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε. Ξύλινες φόρμες συνυπάρχουν με βιομηχανικά επεξεργασμένα μεταλλικά στοιχεία, χωρίς να είναι σαφές πού τελειώνει η πρότερη ζωή τους και πού αρχίζει η χειρονομία του δημιουργού.
Η ιστορία των πραγμάτων παραμένει παρούσα, αποτυπωμένη στις επιφάνειές τους. Ωστόσο, το ήδη υπάρχον και το νεοκατασκευασμένο εξελίσσονται μαζί, επεκτείνοντας ριζικά τις λειτουργικές και εννοιολογικές τους δυνατότητες. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται οριστικά από την προέλευση των υλικών στις νέες σχέσεις που αυτά συγκροτούν στο παρόν. Τα έργα δεν προκαλούν αναρώτηση για το τι υπήρξε ένα αντικείμενο στο παρελθόν, αλλά για το τι μπορεί ακόμη να γίνει στο μέλλον.
Το πλέον καθοριστικό στοιχείο της έκθεσης είναι η εφαρμογή ενός αυτοκόλλητου αντανακλαστικού φιλμ πάνω στα μεγάλα παράθυρα. Η χρήση αυτού του υλικού εισάγει τον παράγοντα του χρόνου και τις μεταβολές του φυσικού φωτός ως δομικά στοιχεία της βιωματικής εμπειρίας. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, το φιλμ λειτουργεί ως καθρέφτης του εξωτερικού περιβάλλοντος, ενώ από μέσα παραμένει διαφανές.
Όταν νυχτώνει, η συνθήκη αντιστρέφεται πλήρως: το τζάμι γίνεται ένας εσωτερικός καθρέφτης που αναδιπλώνει τον χώρο, ενώ η γκαλερί εκτίθεται στα μάτια όσων βρίσκονται έξω. Αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και την έκθεση, την αντανάκλαση και τη διαφάνεια, επιβεβαιώνει ότι το «εσωτερικό» δεν αποτελεί μια σταθερή αρχιτεκτονική κατηγορία, αλλά μια ρευστή συνθήκη που επαναπροσδιορίζεται από το φως, το βλέμμα και τον χρόνο.
Η έκθεση περιλαμβάνει, ακόμη, μια σειρά από επιδαπέδιες κορνίζες που στέκουν πάνω σε μικρές ξύλινες βάσεις. Αυτές εσωκλείουν σχέδια κάτω από ένα ημιδιαφανές, θολό γυαλί, το οποίο αποκτά θερμές αποχρώσεις υπό την επίδραση του φωτός, μεταμορφώνοντας την εμπειρία της θέασης. Η κορνίζα, αντί να κρέμεται στον τοίχο, στέκεται στο πάτωμα και διεκδικεί τον δικό της χώρο· αντιστέκεται στην ταξινόμησή της ως ένα απλό στήριγμα που απλώς φιλοξενεί μια αναπαράσταση.
Εδώ τίθεται αθόρυβα ένα ερώτημα: πόση αληθοφάνεια χρειάζεται τελικά μια εικόνα για να την αποδεχτούμε ως πραγματικότητα; Ο Κυριάκου διαπραγματεύεται τις διακρίσεις ανάμεσα στο σχέδιο και τη γλυπτική, το δισδιάστατο και το τρισδιάστατο, προσεγγίζοντας τη λογική των «συγκεκριμένων αντικειμένων» (specific objects) του Donald Judd — την επιμονή, δηλαδή, στο ότι το έργο δεν αναπαριστά τίποτα, αλλά δηλώνει τη δική του και μόνο φυσική παρουσία.
Ο μινιμαλισμός, ωστόσο, που αναδύεται μέσα από το INTERIOR δεν είναι μια στείρα φορμαλιστική άσκηση, αλλά το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής ανάγκης για την ανάδειξη της αυτενέργειας των υλικών και της σχέσης ανάμεσα στον αρνητικό και τον θετικό χώρο. Ίσως εκεί να εντοπίζεται η βαθύτερη ουσία της έκθεσης: στη διαφύλαξη του ενδεχόμενου, στην επιμονή να παραμένει ανοιχτή η πιθανότητα μιας νέας ισορροπίας και ενός ακόμη τρόπου κατοίκησης του κόσμου.
Μαζί αναδύεται και η έννοια της φροντίδας, που διαπερνά την έκθεση όχι ως αφηρημένο συναίσθημα, αλλά ως αυστηρή, καθημερινή πρακτική που αφορά τα υλικά, τις ενώσεις, τη σταθερότητά τους και το κενό που τα περιβάλλει.
Η κατασκευή δεν βιώνεται ως επιβολή του καλλιτέχνη πάνω στην ύλη, αλλά ως μια ανώτερη μορφή ακρόασης των υλικών στοιχείων. Στο έργο του Κυριάκου, οι αισθήσεις λειτουργούν ως ενεργά φαινομενολογικά εργαλεία. Αυτή η ενσώματη γνώση αποδεικνύεται καθοριστική και μεταφέρεται στον επισκέπτη, ο οποίος εμπλέκεται στη διαδικασία αναγνώρισης του βάρους ενός αντικειμένου, της τραχύτητας μιας επιφάνειας πριν από την αφή, και των προσαρμογών της σωματικής του στάσης απέναντι στα πράγματα.
Βγαίνοντας από την έκθεση, γίνεται δύσκολο να μην αναλογιστεί κανείς πόσο σπάνιο είναι να παρακολουθεί κανείς την πορεία ενός καλλιτέχνη που αντιμετωπίζει τη γλυπτική όχι ως παραγωγή αντικειμένων, αλλά ως ζωντανή σκέψη.
Ο Κυριάκου πιθανόν θα απέρριπτε έναν τέτοιο ορισμό, επιμένοντας ότι τα ίδια τα υλικά, οι αντιστάσεις τους και οι μεταξύ τους σχέσεις είναι εκείνα που καθοδηγούν το έργο. Ίσως όμως εκεί ακριβώς να βρίσκεται η ιδιαιτερότητα της πρακτικής του: στην ικανότητα να αφουγκράζεται την ύλη πριν της επιβάλει την όποια μορφή.
Με το INTERIOR, ο Κυριάκου συνεχίζει να διερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες η φόρμα προκύπτει, μεταβάλλεται και παράγει νόημα.
Τα έργα του επαναπροσδιορίζονται διαρκώς μέσα από τις σχέσεις που εγκαθιδρύουν με τον χώρο, το φως, τον χρόνο και τα σώματα που τα περιβάλλουν. Δεν μας καλεί απλώς να ερμηνεύσουμε τα αντικείμενα, αλλά να στοχαστούμε πάνω στις συνθήκες που επιτρέπουν στα πράγματα να συνυπάρξουν, αναδεικνύοντας το ίδιο το ενδεχόμενο ως μια βασική δομική συνθήκη.
Ελεύθερα, 21.06.2026
Το άρθρο Για τη διαφύλαξη του ενδεχομένου: Η νέα έκθεση του Φάνου Κυριάκου στη Pylon Art & Culture εμφανίστηκε πρώτα στο Philenews.
