Ο Βρετανός μετρ των μπεστ σέλερ κατάφερε να επαναπροσδιορίσει το σύγχρονο αστυνομικό θρίλερ, χαρίζοντάς μας ένα από τα πιο εμβληματικά και ετερόκλητα δίδυμα της λογοτεχνίας: τον ασυμβίβαστο Ουάσινγκτον Πόου και την ιδιοφυή Τίλι Μπράντσο. Με αφορμή την πρόσφατη ελληνική κυκλοφορία του καθηλωτικού έβδομου βιβλίου του, «Ο τελευταίος όρκος», αλλά και τη διεθνή κυκλοφορία του ολοκαίνουργιου «The Killer’s Mark», συνομιλούμε μαζί του. Ο πολυσυζητημένος συγγραφέας μοιράζεται τις σκέψεις του για το μέλλον των ηρώων του και το σκοτάδι της ανθρώπινης φύσης.
Στο βιβλίο «Ο τελευταίος όρκος» («The final vow»), η απειλή ενός ελεύθερου σκοπευτή δημιουργεί μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Πώς καταφέρνετε να ισορροπείτε αυτήν την ακραία αγωνία με το χαρακτηριστικό σας μαύρο χιούμορ;
– Το χιούμορ στα βιβλία μου είναι εξαιρετικά σημαντικό, καθώς μου επιτρέπει να οδηγώ τον Πόου και την Τίλι σε ορισμένα πραγματικά φρικιαστικά μονοπάτια, χωρίς ο αναγνώστης να νιώθει συναισθηματικά εξουθενωμένος έπειτα από δύο-τρία κεφάλαια. Φροντίζω, επίσης, οι τόνοι των βιβλίων να εναλλάσσονται μεταξύ σκοταδιού και φωτός, ώστε όσοι ανακαλύπτουν τώρα τη σειρά και ίσως διαβάζουν το ένα βιβλίο μετά το άλλο να μην υποβάλλονται σε μια ασταμάτητη διαδοχή αποτρόπαιων εγκλημάτων και μοχθηρών ανθρώπων! «Η καρέκλα του ελέους» («The mercy chair»), για παράδειγμα, είναι, αναμφίβολα, το πιο σκοτεινό βιβλίο της σειράς μέχρι στιγμής. Ο λογοτεχνικός μου πράκτορας, ο Ντέιβιντ, χρειάστηκε να κάνει ένα διάλειμμα κατά την ανάγνωσή του, καθώς το βρήκε ιδιαίτερα ψυχοφθόρο. Το βιβλίο που ακολούθησε, «Ο τελευταίος όρκος», είναι το πιο ανάλαφρο και χιουμοριστικό σε ύφος, αν και έχει τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων…
Ο Πόου και η Τίλι αποτελούν, πλέον, ένα από τα πιο διάσημα δίδυμα στην αστυνομική λογοτεχνία. Ποιο είναι το μυστικό για να κρατάτε τη χημεία τους ζωντανή έπειτα από τόσα βιβλία;
– Η φιλία τους είναι η καρδιά που χτυπά σε όλη τη σειρά, είναι αυτό που κάνει τους αναγνώστες να επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εισάγοντας νέους χαρακτήρες με τους οποίους καλούνται να αλληλεπιδράσουν τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, μου δίνεται η ευκαιρία να τους εξελίξω και να προχωρήσω τη σχέση τους με φυσικό τρόπο. Αν ανατρέξουμε στις «Μαριονέτες» («The Puppet Show»), μπορούμε να δούμε πόσο πολύ έχουν ωριμάσει και πώς η φιλία τους είναι, πλέον, πιο ισορροπημένη, με την Τίλι να στηρίζει τον Πόου όσο την έχει στηρίξει κι εκείνος όλα αυτά τα χρόνια.

Πόσο έχει επηρεάσει η προηγούμενη καριέρα σας ως επιμελητή κοινωνικής αρωγής στην Κάμπρια τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε το έγκλημα και τη σκοτεινή πλευρά των χαρακτήρων σας;
– Οχι τόσο όσο θα πίστευε κανείς, σίγουρα, πάντως, όχι από την οπτική γωνία του δράστη και των εγκλημάτων του. Η Κάμπρια παρουσιάζει σχετικά χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας και οι περισσότεροι από τους παραβάτες που διαχειρίστηκα ως επιμελητής χρειάζονταν βοήθεια για να αντιμετωπίσουν άλλα ζητήματα: στέγαση, τοξικοεξάρτηση, ψυχική υγεία. Ωστόσο, καθώς ανέβαινα στην ιεραρχία και συμμετείχα σε περιφερειακές συναντήσεις με άλλους φορείς, μου δόθηκε η ευκαιρία να δω πώς λειτουργεί η κομητεία σε κάθε επίπεδο και πώς οι διάφορες υπηρεσίες συνεργάζονταν ή δεν συνεργάζονταν μεταξύ τους. Παρακολούθησα, επίσης, πολλά σεμινάρια και συσκέψεις για την αντιτρομοκρατία, την προστασία μαρτύρων και άλλους τομείς του οργανωμένου εγκλήματος. Η Κάμπρια είναι μια τεράστια κομητεία με ακραίες οικονομικές ανισότητες, σε κάποιες πόλεις βλέπεις ανέργους τρίτης γενιάς να ζουν δίπλα σε κάποιον που εργάζεται σε πυρηνικό εργοστάσιο. Επιπλέον, έπρεπε να συντάσσω εκθέσεις για το δικαστήριο, οι οποίες διαβάζονταν από όλους, από τον κατηγορούμενο μέχρι τον δικαστή, και όφειλαν να είναι περιεκτικές και σε απλή, κατανοητή γλώσσα. Από εκεί πηγάζουν και τα σύντομα κεφάλαιά μου, τα οποία, όπως μου λένε, διαβάζονται πολύ εύκολα.
Το όγδοο βιβλίο σας στη σειρά, με τίτλο «The Killer’s Mark», έχει ήδη κυκλοφορήσει στο εξωτερικό. Χωρίς να αποκαλύψετε κρίσιμα σημεία της πλοκής, τι μπορείτε να μας πείτε για τη νέα δοκιμασία που περιμένει τους ήρωές σας σε αυτήν την υπόθεση, η οποία συνδέεται με τα σκοτεινά δίκτυα της Εθνικής Υπηρεσίας Εγκλήματος (NCA);
– Το «The Killer’s Mark» σηματοδοτεί μια αλλαγή κατεύθυνσης για τον Πόου και την Τίλι, αν και η δράση τους παραμένει, κυρίως, εντός και γύρω από το Καρλάιλ και, περιστασιακά, εκτείνεται μέχρι το Νορθάμπερλαντ. Καθώς δεν εργάζονται πλέον για την Εθνική Υπηρεσία Εγκλήματος, βρίσκονται μπλεγμένοι σε μια υπόθεση που τους φέρνει ξανά κοντά με παλιούς συναδέλφους, αλλά και με έναν χαρακτήρα από μια άλλη σειρά βιβλίων μου, ο οποίος φαίνεται πως ήρθε για να μείνει… Χωρίς πρόσβαση στα συνηθισμένα του μέσα και εργαλεία, ο Πόου αναγκάζεται να δράσει διαφορετικά. Με τη βοήθεια της Τίλι, καλείται να ελιχθεί ανάμεσα στην ακραία βία μιας εγκληματικής οργάνωσης των Τριάδων (κινεζικής μαφίας), προσπαθώντας ταυτόχρονα να βοηθήσει ένα νεαρό κορίτσι να εντοπίσει τη μητέρα του.
Επειτα από τόσες σκοτεινές υποθέσεις που έχετε γράψει, συνεχίζει η ανθρώπινη σκληρότητα να σας εκπλήσσει ή έχετε, πλέον, συμβιβαστεί με το «κακό» ως συγγραφέας;
– Είδα πολλά φρικτά πράγματα όσο εργαζόμουν στην Υπηρεσία Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής, οπότε γνωρίζω καλά τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος. Και κάθε εβδομάδα, μερικές φορές κάθε μέρα, οι ειδήσεις είναι γεμάτες με αναφορές για τα τρομερά πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, αλλά και σε όσους είναι πιο ευάλωτοι. Το κακό σε αυτόν τον κόσμο δεν με εκπλήσσει πλέον, αλλά εξακολουθεί να με θλίβει. Ωστόσο, οι άνθρωποι για τους οποίους γράφω κινούνται στις πιο ακραίες εκφάνσεις του κακού, το οποίο, ευτυχώς, παραμένει σπάνιο. Κι όμως, παρότι οι χαρακτήρες μου διαπράττουν εξαιρετικά βίαιες και αποτρόπαιες πράξεις, έχουν πάντα έναν λόγο. Το δικό τους, διαστρεβλωμένο κίνητρο. Αυτό είναι σημαντικό για εμένα και πηγάζει από τις ημέρες μου ως επιμελητής. Ο ρόλος μου τότε ήταν να ανακαλύψω γιατί είχε διαπραχθεί ένα έγκλημα, ώστε να μπορέσω να παρέμβω και να αποτρέψω την επανάληψή του ή, αν αυτό δεν ήταν εφικτό, να καταστρώσω ένα αποτελεσματικό σχέδιο διαχείρισης κινδύνου. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να βρείτε ποτέ τυχαία εγκλήματα στα βιβλία μου.
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος
