Στο Διοικητικό για το «Κράτος Μαφία»: Ζητούν ακύρωση μέρους του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς
Στο Διοικητικό Δικαστήριο μεταφέρεται η υπόθεση που αφορά την έρευνα της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο «Κράτος Μαφία», με δύο δικηγόρους και το δικηγορικό γραφείο Νίκος Χρ. Αναστασιάδης και Συνεταίροι ΔΕΠΕ να ζητούν την ακύρωση δύο πράξεων που συνδέονται με τα αποτελέσματα της έρευνας.
Η προσφυγή στρέφεται, μεταξύ άλλων, κατά του μέρους της τελικής έκθεσης των Λειτουργών Επιθεώρησης το οποίο υιοθετήθηκε από την Αρχή και αναφέρεται σε ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα διαφθοράς. Παράλληλα, ζητείται η ακύρωση της απόφασης που επέτρεψε τη δημοσιοποίηση των σχετικών πληροφοριών και, κατ’ επέκταση, της ανακοίνωσης της Αρχής ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2026.
Η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 28 Αυγούστου από το δικηγορικό γραφείο Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ, εκ μέρους των δικηγόρων Στάθη Λεμή και Θεοφάνη Φιλίππου, καθώς και του δικηγορικού γραφείου Νίκος Χρ. Αναστασιάδης και Συνεταίροι ΔΕΠΕ.
Η αίτηση επιδόθηκε πρόσφατα στα μέλη της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς και στον Επίτροπο Διαφάνειας Χάρη Πογιατζή.
Οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο να κηρύξει άκυρη και παράνομη την απόφαση της Αρχής με την οποία υιοθετήθηκε και εγκρίθηκε μέρος της τελικής έκθεσης των Λειτουργών Επιθεώρησης και καταγράφηκαν ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα.
Συγκεκριμένα, στην προσφυγή γίνεται αναφορά στα αδικήματα της εμπορίας επηρεασμού και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Ζητούν επίσης να κριθεί άκυρη και παράνομη η απόφαση του Επιτρόπου Διαφάνειας για άρση της απαγόρευσης δημοσιοποίησης πληροφοριών, καθώς και η επακόλουθη απόφαση της Αρχής να εκδώσει την ανακοίνωση για τα αποτελέσματα της έρευνας γύρω από το βιβλίο «Κράτος Μαφία».
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προβάλλονται είναι ότι η Αρχή κατά της Διαφθοράς φέρεται, σύμφωνα με τους αιτητές, να υπερέβη τις αρμοδιότητες που της παρέχει η νομοθεσία.
Υποστηρίζουν ότι η Αρχή δεν περιορίστηκε στη συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών και στην ενδεχόμενη παραπομπή πιθανής παράνομης συμπεριφοράς στις αρμόδιες Αρχές, αλλά προχώρησε σε ευρήματα γεγονότων και αξιολόγηση ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης.
Κατά τους ίδιους, η διαδικασία αυτή οδήγησε σε διαπιστώσεις σχετικά με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων, με αποδεικτικό επίπεδο το οποίο θεωρούν χαμηλότερο από εκείνο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις.
Στην προσφυγή προβάλλεται επίσης ότι οι επίδικες αποφάσεις αντίκεινται, μεταξύ άλλων, στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο ενωσιακό δίκαιο, στις αρχές του Διοικητικού Δικαίου και στη νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν οι αιτητές στο τεκμήριο της αθωότητας.
Υποστηρίζουν ότι οι αναφορές της έκθεσης σε «ευρήματα», «αδικήματα» και ενδεχόμενες ευθύνες τους παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας, επικαλούμενοι το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διατάξεις της ποινικής δικονομίας.
Παράλληλα, ισχυρίζονται ότι δεν διερευνήθηκαν επαρκώς όλα τα δεδομένα τα οποία, κατά τη θέση τους, καταδείκνυαν ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πράξη ενδεχόμενης διαφθοράς εκ μέρους τους.
Εγείρουν ακόμη ζητήματα νομιμότητας, φυσικής δικαιοσύνης και αμεροληψίας της διαδικασίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε πριν από τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζονται στην προσφυγή, η Αρχή προχώρησε σε διαπιστώσεις για την ενδεχόμενη τέλεση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων και ακολούθως τις δημοσιοποίησε, χωρίς προηγουμένως να δοθεί στους αιτητές η δυνατότητα να τοποθετηθούν επί όσων καταγράφονταν στην έκθεση των Λειτουργών Επιθεώρησης και τους αφορούσαν.
Οι αιτητές αμφισβητούν επίσης τη νομιμότητα της άρσης της απαγόρευσης δημοσιοποίησης των σχετικών πληροφοριών.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά της προσφυγής στις συνέπειες που, όπως υποστηρίζεται, προκάλεσε η δημοσιοποίηση του πορίσματος στην επαγγελματική δραστηριότητα και τη φήμη των αιτητών.
Σύμφωνα με την αίτηση, μετά την ανακοίνωση της 16ης Ιουνίου 2026 η υπόθεση έλαβε ευρεία δημοσιότητα και αποτέλεσε αντικείμενο έντονου σχολιασμού τόσο στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι έκτοτε βρίσκονται αντιμέτωποι με αναφορές που πλήττουν την επαγγελματική τους υπόσταση και φήμη, προκαλώντας, κατά τη θέση τους, δυσμενείς επιπτώσεις και στην επαγγελματική τους δραστηριότητα.
Στην προσφυγή αναφέρεται μάλιστα ότι η επίδικη απόφαση έχει καταχωρηθεί στη βάση δεδομένων ελέγχου κινδύνου LSEG World-Check One του London Stock Exchange Group, η οποία χρησιμοποιείται από τράπεζες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και άλλες επιχειρήσεις.
Κατά τους αιτητές, στη συγκεκριμένη βάση εμφανίζεται πλέον ως στοιχείο που συνδέεται με το προφίλ τους η απόφαση της Αρχής και η αναφορά σε ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα διαφθοράς.
Πλέον, το Διοικητικό Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τους λόγους ακύρωσης που προβάλλονται και να αποφανθεί επί της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.
ΠΗΓΗ:
Πηγή – Διάλογος
