Ύπνος: Μπορούμε να «ξεχρεώσουμε» την αϋπνία του Σαββατοκύριακου; Οι 2 ώρες που κάνουν τη διαφορά

Ύπνος: Μπορούμε να «ξεχρεώσουμε» την αϋπνία του Σαββατοκύριακου; Οι 2 ώρες που κάνουν τη διαφορά

    ​​ ​

Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τόσο το πολύ πρωινό ξύπνημα όσο και οι πολλές επιπλέον ώρες στο κρεβάτι χρειάζονται μέτρο, καθώς μπορεί να απορρυθμίσουν το βιολογικό μας ρολόι.

Πολλοί γνωρίζουν καλά το συναίσθημα: ξυπνούν εξαντλημένοι ύστερα από μια νύχτα με ελάχιστο ύπνο και σκέφτονται ότι θα καλύψουν το «χρέος» το Σαββατοκύριακο. Μάλιστα, έρευνα σε σχεδόν 8.000 ενήλικες στις ΗΠΑ έδειξε ότι περίπου οι μισοί συνηθίζουν να κοιμούνται περισσότερο τα Σαββατοκύριακα.

Οι ενήλικες συνιστάται γενικά να κοιμούνται περίπου επτά έως εννέα ώρες κάθε βράδυ, ενώ για τους περισσότερους εφήβους οι ανάγκες υπολογίζονται στις οκτώ έως δέκα ώρες. Η καθημερινότητα, ωστόσο, συχνά δεν επιτρέπει την τήρηση αυτού του προγράμματος.

Γιατί ο πολύς ύπνος το Σαββατοκύριακο μπορεί να μας απορρυθμίσει

Ο ύπνος ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από δύο μηχανισμούς. Ο πρώτος αφορά την «πίεση» για ύπνο, η οποία αυξάνεται όσο περισσότερες ώρες παραμένουμε ξύπνιοι. Ο δεύτερος είναι ο κιρκάδιος ρυθμός, δηλαδή το εσωτερικό βιολογικό μας ρολόι, το οποίο επηρεάζεται μεταξύ άλλων από το φως, το σκοτάδι, τη θερμοκρασία, το φαγητό και τη σωματική δραστηριότητα.

Όταν προσπαθούμε να αναπληρώσουμε τον ύπνο είτε πηγαίνοντας πολύ νωρίτερα για ύπνο είτε ξυπνώντας πολύ αργότερα, υπάρχει κίνδυνος να διαταράξουμε και τους δύο μηχανισμούς.

Για παράδειγμα, αν κοιμηθούμε μέχρι αργά την Κυριακή, ενδέχεται το βράδυ να μην νυστάξουμε την κανονική μας ώρα. Έτσι, όταν το ξυπνητήρι χτυπήσει στις 6 το πρωί της Δευτέρας, μπορεί να έχουμε και πάλι κοιμηθεί λιγότερο από όσο χρειαζόμαστε.

«Είναι σαν να αλλάζεις ζώνη ώρας κάθε εβδομάδα», εξηγεί η ψυχολόγος ύπνου Melynda Casement στο BBC.

Παρά τους κινδύνους της απορρύθμισης, ο επιπλέον ύπνος δεν είναι απαραίτητα κακός. Εργαστηριακές μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να περιορίσει ή ακόμη και να αντιστρέψει ορισμένες από τις επιπτώσεις μιας νύχτας με ελάχιστο ύπνο.

Σε μία μελέτη, άνθρωποι που κοιμήθηκαν μόλις δύο ώρες για μία νύχτα παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα δύο τύπων λευκών αιμοσφαιρίων, ένδειξη που μπορεί να συνδέεται με αντίδραση του οργανισμού στο στρες. Όταν τους δόθηκε στη συνέχεια η δυνατότητα να κοιμηθούν έως και δέκα ώρες, οι τιμές τους πλησίασαν ξανά τα αρχικά επίπεδα.

Άλλο πείραμα έδειξε ότι έξι συνεχόμενες νύχτες με μόλις τέσσερις ώρες ύπνου επηρέασαν την απομάκρυνση της γλυκόζης και την απόκριση στην ινσουλίνη. Έπειτα από έξι νύχτες με δυνατότητα ύπνου 12 ωρών, οι σχετικές μετρήσεις επέστρεψαν στα αρχικά επίπεδα.

Ωστόσο, ο ύπνος αναπλήρωσης δεν αποτελεί «μαγική λύση». Όταν η στέρηση ύπνου συνεχίζεται για εβδομάδες ή μήνες, ορισμένες επιπτώσεις –ιδιαίτερα στην προσοχή και στην ικανότητα γρήγορης αντίδρασης– δεν φαίνεται να αντιστρέφονται πλήρως μόνο με περισσότερο ύπνο τα Σαββατοκύριακα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει σουηδική μελέτη που παρακολούθησε περισσότερους από 40.000 ενήλικες επί 13 χρόνια. Στους ανθρώπους κάτω των 65 ετών, όσοι κοιμούνταν συστηματικά πέντε ώρες ή λιγότερο εμφάνισαν 65% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που κοιμούνταν έξι έως επτά ώρες.

Ωστόσο, υπήρξε μία σημαντική διαφοροποίηση: όταν όσοι κοιμούνταν λίγο τις καθημερινές αναπλήρωναν τον ύπνο τους το Σαββατοκύριακο, στατιστικά δεν εμφάνιζαν υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με όσους είχαν επαρκή ύπνο μέσα στην εβδομάδα.

Άλλες έρευνες έχουν συνδέσει τον ύπνο αναπλήρωσης με χαμηλότερο κίνδυνο υπέρτασης, άνοιας και μεταβολικού συνδρόμου, αν και τα επιστημονικά δεδομένα δεν είναι απολύτως ομοιόμορφα. Μεγάλη βρετανική μελέτη, για παράδειγμα, δεν εντόπισε σύνδεση μεταξύ του ύπνου αναπλήρωσης και της θνησιμότητας ή των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Πόσο παραπάνω πρέπει να κοιμόμαστε;

Το «κλειδί» φαίνεται να βρίσκεται στο μέτρο. Τα αυξανόμενα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι για τους περισσότερους ανθρώπους το ιδανικό σημείο βρίσκεται περίπου στη μία έως δύο ώρες επιπλέον ύπνου.

Αυτό το διάστημα έχει συσχετιστεί σε μελέτες με χαμηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης και μειωμένους δείκτες φλεγμονής σε ανθρώπους που συνήθως δεν κοιμούνται αρκετά. Παρόμοια αποτελέσματα έχουν καταγραφεί και σε νεότερες ηλικίες σε σχέση με τον κίνδυνο άγχους και κατάθλιψης.

Το συμπέρασμα είναι ότι λίγος επιπλέον ύπνος μετά από μια απαιτητική εβδομάδα μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το να παραμένουμε στο κρεβάτι μέχρι το μεσημέρι αποτελεί την ιδανική λύση.

 ​​


Πηγή: ​​​ΠΗΓΗ:Greece

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *