Για πρώτη και μέχρι σήμερα μοναδική φορά, ένας Αμερικανός πρόεδρος εγκατέλειψε οικειοθελώς το αξίωμά του πριν ολοκληρώσει τη θητεία του. Ο Ρίτσαρντ Νίξον δεν ηττήθηκε στις κάλπες ούτε ανατράπηκε από κάποιο πραξικόπημα. Υποχρεώθηκε να παραιτηθεί όταν αποκαλύφθηκε ότι ο ίδιος και στενοί συνεργάτες του είχαν εμπλακεί σε εκτεταμένη επιχείρηση πολιτικής κατασκοπείας και συγκάλυψης. Το Γουότεργκεϊτ δεν έμεινε στην ιστορία μόνο ως ένα μεγάλο σκάνδαλο. Εγινε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του πώς η κατάχρηση εξουσίας μπορεί να οδηγήσει ακόμη και τον ισχυρότερο άνθρωπο του κόσμου στην πτώση.
Η αρχή έγινε τα ξημερώματα της 17ης Ιουνίου 1972. Ενας υπάλληλος ασφαλείας του συγκροτήματος Γουότεργκεϊτ στην Ουάσιγκτον παρατήρησε ότι κάποιος είχε τοποθετήσει κολλητική ταινία στις κλειδαριές ορισμένων θυρών, ώστε να μην ασφαλίζουν. Αφαίρεσε την ταινία, όμως λίγο αργότερα διαπίστωσε ότι είχε τοποθετηθεί ξανά. Αυτή η λεπτομέρεια τον έκανε να καλέσει την αστυνομία. Οι αστυνομικοί συνέλαβαν επ’ αυτοφώρω πέντε άνδρες μέσα στα γραφεία της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος. Σύντομα συνελήφθησαν και οι άνθρωποι που συντόνιζαν την επιχείρηση από γειτονικό κτίριο. Εκείνο που αρχικά έμοιαζε με συνηθισμένη διάρρηξη αποδείχθηκε ότι έκρυβε μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία.

Το «Βαθύ Λαρύγγι»
Οι έρευνες αποκάλυψαν ότι ένας από τους συλληφθέντες, ο Τζέιμς ΜακΚορντ, συνδεόταν με την Επιτροπή Επανεκλογής του Νίξον. Η πληροφορία αυτή τράβηξε την προσοχή δύο νεαρών δημοσιογράφων της «Washington Post», του Μπομπ Γούντγουορντ και του Καρλ Μπερνστάιν. Με επιμονή και συνεχή διασταύρωση στοιχείων άρχισαν να ανακαλύπτουν ότι πίσω από τη διάρρηξη λειτουργούσε ένα ολόκληρο δίκτυο παράνομων επιχειρήσεων. Καθοριστική υπήρξε η συμβολή της μυστικής πηγής που έμεινε γνωστή ως «Βαθύ Λαρύγγι», η οποία επιβεβαίωνε κρίσιμες πληροφορίες χωρίς ποτέ να αποκαλύπτει δημόσια την ταυτότητά της. Μόνο δεκαετίες αργότερα έγινε γνωστό ότι επρόκειτο για τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο του FBI Μαρκ Φελτ.
Καθώς οι αποκαλύψεις διαδέχονταν η μία την άλλη, φάνηκε ότι η διάρρηξη δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είχαν προηγηθεί οργανωμένη παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, υποκλοπές, πλαστογραφήσεις εγγράφων, διαρροές ψευδών πληροφοριών και επιχειρήσεις δυσφήμησης. Παρά τα δημοσιεύματα, ο Νίξον κέρδισε άνετα τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 1972, καθώς μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης δεν είχε ακόμη αντιληφθεί το μέγεθος της υπόθεσης. Ο Λευκός Οίκος, αντί να δώσει εξηγήσεις, επιτέθηκε στους δημοσιογράφους και επιχείρησε να παρουσιάσει το θέμα ως πολιτική σκευωρία.

Η πραγματική ανατροπή ήρθε το 1973. Κατά τη διάρκεια της δίκης των διαρρηκτών, ο ΜακΚορντ απέστειλε επιστολή στον δικαστή, καταγγέλλοντας ότι είχαν ασκηθεί πιέσεις στους κατηγορούμενους για να σιωπήσουν και ότι υπήρξε ψευδορκία σχετικά με την εμπλοκή κυβερνητικών στελεχών. Οι αποκαλύψεις οδήγησαν το Κογκρέσο στη σύσταση εξεταστικής επιτροπής. Οι τηλεοπτικές ακροάσεις καθήλωσαν εκατομμύρια Αμερικανούς και για πρώτη φορά τέθηκε δημόσια το ερώτημα που έμεινε ιστορικό: «Τι γνώριζε ο πρόεδρος και πότε το έμαθε;»
Το πιο καταστροφικό πλήγμα για τον Νίξον ήρθε όταν αποκαλύφθηκε ότι στο Οβάλ Γραφείο λειτουργούσε σύστημα αυτόματης ηχογράφησης όλων των συνομιλιών. Η Δικαιοσύνη ζήτησε τις κασέτες, όμως ο πρόεδρος αρνήθηκε να τις παραδώσει, επικαλούμενος τις εξουσίες του αξιώματός του. Η σύγκρουση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία κορυφώθηκε και η υπόθεση έφθασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πλήρης απομόνωση
Τον Ιούλιο του 1974 οι ανώτατοι δικαστές αποφάσισαν ομόφωνα ότι ο πρόεδρος δεν μπορούσε να επικαλεστεί ασυλία για να αποκρύψει αποδεικτικά στοιχεία μιας ποινικής έρευνας. Οι μαγνητοταινίες παραδόθηκαν και αποκάλυψαν ότι ο Νίξον είχε συμμετάσχει ενεργά στην προσπάθεια συγκάλυψης του σκανδάλου. Από εκείνη τη στιγμή η πολιτική του απομόνωση ήταν πλήρης. Οι στενότεροι συνεργάτες του τον εγκατέλειψαν, ενώ ακόμη και κορυφαία στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του ξεκαθάρισαν ότι δεν υπήρχε πλέον τρόπος να αποφύγει την καθαίρεση.

Στις 9 Αυγούστου 1974 ο Ρίτσαρντ Νίξον αποχώρησε από τον Λευκό Οίκο, αφήνοντας πίσω του μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές κρίσεις στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο διάδοχός του, Τζέραλντ Φορντ, του απένειμε λίγο αργότερα προεδρική χάρη, κλείνοντας το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, όχι όμως και τη δημόσια συζήτηση. Το Γουότεργκεϊτ εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί σημείο αναφοράς κάθε φορά που τίθενται ζητήματα πολιτικής διαφάνειας, ελέγχου της εξουσίας και ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Είναι μία υπενθύμιση ότι ακόμη και στα ισχυρότερα δημοκρατικά συστήματα, η εξουσία μπορεί να εκτραπεί όταν λείπουν τα αντίβαρα, αλλά και ότι οι θεσμοί, όταν λειτουργούν, έχουν τη δύναμη να αποκαταστήσουν τη νομιμότητα. Από τότε, κάθε πολιτικό σκάνδαλο στις Ηνωμένες Πολιτείες που αποκαλύπτει κατάχρηση εξουσίας συνοδεύεται σχεδόν αυτόματα από την κατάληξη «-γκέιτ», απόδειξη ότι το όνομα του συγκροτήματος της Ουάσιγκτον μετατράπηκε σε παγκόσμιο συνώνυμο της πολιτικής διαφθοράς, της συγκάλυψης και της λογοδοσίας απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Ο Έλληνας που βρέθηκε στο επίκεντρο
Η υπόθεση του Γουότεργκεϊτ συνδέθηκε, έστω και έμμεσα, με έναν Ελληνα δημοσιογράφο που έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις της εποχής. Ο Ηλίας Δημητρακόπουλος, γνωστός για την αντιδικτατορική δράση του, είχε εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την επιβολή της χούντας και ερευνούσε τις σχέσεις του καθεστώτος των συνταγματαρχών με την κυβέρνηση Νίξον.
Σύμφωνα με όσα ο ίδιος κατέθεσε αργότερα, είχε συγκεντρώσει στοιχεία που, κατά την εκτίμησή του, έδειχναν ότι χρήματα της CIA διοχετεύονταν στην ελληνική ΚΥΠ και μέσω του Ελληνοαμερικανού επιχειρηματία Τομ Πάπας κατέληγαν στην προεκλογική εκστρατεία του Ρίτσαρντ Νίξον. Εάν αποκαλυπτόταν μια τέτοια διαδρομή χρηματοδότησης, αυτό θα συνιστούσε σοβαρή παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας, καθώς θα σήμαινε ανάμιξη κρατικών υπηρεσιών και, έμμεσα, ξένης κυβέρνησης στην εκλογική διαδικασία των ΗΠΑ.
Ο Δημητρακόπουλος υποστήριζε επίσης ότι είχε ενημερώσει ήδη από το 1968 τον Λάρι Ο’Μπράιαν, πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών, προσφέροντας ακόμη και μάρτυρες από την Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι θα τους εξασφαλιζόταν προστασία. Οι πληροφορίες αυτές, σύμφωνα πάντα με τη δική του αφήγηση, παρέμειναν ανεκμετάλλευτες και επανήλθαν στο προσκήνιο όταν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον επιτροπής του Κογκρέσου το 1971.
Ο ίδιος πίστευε ότι οι αποκαλύψεις του συνέβαλαν στο κλίμα που οδήγησε στη διάρρηξη του Γουότεργκεϊτ, καθώς οι άνθρωποι του Νίξον αναζητούσαν στοιχεία που θα μπορούσαν να τους ενοχοποιήσουν. Η εκδοχή αυτή δεν έχει γίνει καθολικά αποδεκτή από τη διεθνή ιστοριογραφία, αποτελεί όμως σημαντικό μέρος της ιστορίας της υπόθεσης και αναδεικνύει μία λιγότερο γνωστή ελληνική πτυχή του μεγαλύτερου πολιτικού σκανδάλου στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η δράση του, μάλιστα, φαίνεται πως τον έθεσε και σε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο. Ο Δημητρακόπουλος αποκάλυψε αργότερα ότι είχαν καταστρωθεί σχέδια απαγωγής ή ακόμη και δολοφονίας του, ενώ δημοσιεύματα της εποχής έκαναν λόγο για επιχειρήσεις παρακολούθησής του.
Greece
