Στις 10:25 το πρωί της 2ας Αυγούστου 1913, τρεις άνδρες στέκονταν στο ψηλότερο σημείο της Ελλάδας. Μπροστά τους δεν υπήρχε άλλος βράχος για να ανέβουν. Κάτω από τα πόδια τους απλώνονταν οι απόκρημνες πλαγιές του Ολύμπου και γύρω τους η πυκνή ομίχλη έκρυβε τη θέα.
Ο Ελβετός φωτογράφος Φρεντερίκ Μπουασονά, ο συμπατριώτης του συγγραφέας και τεχνοκριτικός Ντανιέλ Μπο-Μποβί και ο Έλληνας οδηγός τους, Χρήστος Κάκαλος, είχαν μόλις ολοκληρώσει την πρώτη τεκμηριωμένη ανάβαση στον Μύτικα, την υψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, σε υψόμετρο περίπου 2.918 μέτρων.
Δεν ήταν, όμως, οι δύο έμπειροι και μορφωμένοι ταξιδιώτες από την Ελβετία εκείνοι που προπορεύτηκαν στο δυσκολότερο τμήμα της διαδρομής. Μπροστά πήγαινε ένας ξυλοκόπος και κυνηγός αγριοκάτσικων από το Λιτόχωρο, ο οποίος γνώριζε το βουνό όχι από χάρτες και βιβλία, αλλά από τη ζωή του.
Ο Χρήστος Κάκαλος είχε μεγαλώσει στις παρυφές του Ολύμπου. Εργαζόταν ως ξυλοκόπος και κυνηγούσε αγριόγιδα στις ψηλές και δύσβατες πλαγιές του βουνού. Γνώριζε τα περάσματα, τις χαράδρες και τις απότομες βραχώδεις πλαγιές σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν τα οργανωμένα μονοπάτια, τα καταφύγια και ο σύγχρονος ορειβατικός εξοπλισμός.
Όταν ο Μπουασονά και ο Μπο-Μποβί έφτασαν στο Λιτόχωρο, το βράδυ της 28ης Ιουλίου 1913, αναζήτησαν κάποιον που θα μπορούσε να τους οδηγήσει στις κορυφές. Επέλεξαν τον Κάκαλο και το επόμενο πρωί ξεκίνησαν μαζί προς τη Μονή Αγίου Διονυσίου και την Πετρόστρουγκα.
Οι δύο Ελβετοί δεν ήταν τυχαίοι περιηγητές. Ο Μπουασονά ήταν ήδη καταξιωμένος φωτογράφος και εκδότης, ενώ ο Μπο-Μποβί ήταν ιστορικός τέχνης, συγγραφέας και τεχνοκριτικός. Ταξίδευαν στην Ελλάδα καταγράφοντας τοπία, αρχαιολογικούς χώρους και ανθρώπους, συμβάλλοντας σημαντικά στη διάδοση της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό.
Στις 30 Ιουλίου, η ομάδα ανέβηκε προς τη Σκούρτα και έφτασε στο οροπέδιο που οι Ελβετοί ονόμασαν «Λιβάδι των Θεών». Εξερεύνησαν την περιοχή γύρω από το Στεφάνι και το Σκολιό, χωρίς όμως να έχουν ακόμη εντοπίσει με βεβαιότητα τη σωστή διαδρομή προς την υψηλότερη κορυφή.
Κουρασμένοι, κατέβηκαν προς τη Μονή Αγίου Διονυσίου και την επόμενη ημέρα πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Λίγο μετά, όμως, άλλαξαν γνώμη. Η επιθυμία να φτάσουν στο ψηλότερο σημείο του Ολύμπου ήταν ισχυρότερη από την εξάντληση.
Γύρισαν πίσω και κατασκήνωσαν στα Πριόνια, όπου πέρασαν τη νύχτα αντιμέτωποι με ισχυρή καταιγίδα. Την 1η Αυγούστου ανέβηκαν και πάλι τον Μαυρόλογγο και διανυκτέρευσαν σε μια καλύβα ξυλοκόπων. Τα χαράματα της επόμενης ημέρας ξεκίνησαν την τελική προσπάθεια, μέσα σε πυκνή ομίχλη, χαλάζι, δυνατό άνεμο και παγωμένους βράχους.
Μαζί με τους δύο Ελβετούς και τον Κάκαλο είχαν ξεκινήσει ο κυνηγός Νίκος Μπίστικος και ο βοσκός Αθανάσιος Κατρατζής, οι οποίοι βοηθούσαν στη μεταφορά του βαριού φωτογραφικού εξοπλισμού. Στο δυσκολότερο σημείο, όμως, έμειναν πίσω.
Οι τρεις άνδρες συνέχισαν. Ο Κάκαλος προπορευόταν και, σύμφωνα με τις καταγραφές της αποστολής, σκαρφάλωνε ξυπόλητος, ενώ οι δύο Ελβετοί ακολουθούσαν δεμένοι μεταξύ τους με σχοινί.
Περίπου στις 9:00 έφτασαν σε μια στενή και απόκρημνη βραχώδη κορυφή. Επειδή η ομίχλη δεν τους επέτρεπε να δουν γύρω τους, πίστεψαν ότι βρίσκονταν στο υψηλότερο σημείο του Ολύμπου. Την ονόμασαν «Κορυφή της Νίκης», ύψωσαν την ελβετική σημαία και άφησαν μέσα σε ένα μπουκάλι μια κάρτα που κατέγραφε την ανάβασή τους.
Το μπουκάλι εντοπίστηκε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα. Η κορυφή στην οποία το είχαν αφήσει δεν ήταν ο Μύτικας, αλλά η βραχώδης έξαρση που ονόμασαν στη συνέχεια Ταρπηία Πέτρα.
Για λίγα λεπτά ο καιρός άνοιξε. Μέσα από τα σύννεφα εμφανίστηκε ένας ψηλότερος, απότομος βράχος. Τότε κατάλαβαν ότι είχαν κάνει λάθος: η πραγματική κορυφή βρισκόταν ακόμη μπροστά τους.
Αρχικά άρχισαν να κατεβαίνουν απογοητευμένοι. Ο Κάκαλος, όμως, σταμάτησε όταν εντόπισε έναν απότομο διάδρομο ανάμεσα στα βράχια που μπορούσε να οδηγήσει ψηλότερα. «Πάνω;» φέρεται να ρώτησε. Οι δύο Ελβετοί συμφώνησαν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο Κάκαλος άφησε τα φωτογραφικά σύνεργα που κουβαλούσε και ρίχτηκε πρώτος στην ανάβαση. Χωρίς σύγχρονα μέσα ασφάλισης, κινήθηκε επάνω στους λείους και ολισθηρούς βράχους, δείχνοντας στους άλλους δύο τη διαδρομή.
Λίγη ώρα αργότερα δεν υπήρχε πια ψηλότερο σημείο. Στις 10:25 της 2ας Αυγούστου 1913, ο Χρήστος Κάκαλος, ο Φρεντερίκ Μπουασονά και ο Ντανιέλ Μπο-Μποβί πάτησαν στον Μύτικα. Την κορυφή ονόμασαν αρχικά «Κορυφή Βενιζέλος», προτού επικρατήσει η σημερινή ονομασία της.
Η σημασία της ανάβασης ξεπερνούσε το προσωπικό κατόρθωμα των τριών ανδρών. Οι φωτογραφίες του Μπουασονά και οι περιγραφές του Μπο-Μποβί έκαναν γνωστό τον Όλυμπο σε ένα ευρύτερο διεθνές κοινό. Η ιστορία της αποστολής δημοσιεύθηκε το 1919 στο έργο «La Grèce Immortelle» («Η Αθάνατη Ελλάδα») και συνέβαλε στην ανάπτυξη του ορειβατικού ενδιαφέροντος για το βουνό.
Ο Κάκαλος συνέχισε για δεκαετίες να οδηγεί Έλληνες και ξένους ορειβάτες στις κορυφές του Ολύμπου και αναγνωρίστηκε ως ο πρώτος επίσημος οδηγός του βουνού. Ένα από τα καταφύγια στο Οροπέδιο των Μουσών φέρει σήμερα το όνομά του.
Η ιστορική ανάβαση δεν ήταν μόνο η επιτυχία δύο Ευρωπαίων περιηγητών. Ήταν πρωτίστως η δικαίωση ενός ανθρώπου που γνώριζε κάθε πέτρα, κάθε χαράδρα και κάθε αλλαγή του καιρού στο βουνό όπου είχε μεγαλώσει.
Ο κυνηγός αγριοκάτσικων από το Λιτόχωρο ήταν εκείνος που πάτησε πρώτος στην κορυφή και άνοιξε τον δρόμο προς την κατοικία των θεών.
Διαβάστε περισσότερα Like Today
