Σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια και σενάριο Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή, το «Ριφιφί» είναι εμπνευσμένο από την περιβόητη ληστεία σε τράπεζα της Αθήνας το 1992. Ποιοι το έκαναν και γιατί; Οι Αρχές μίλησαν για οργανωμένο έγκλημα, τρομοκρατικές οργανώσεις και ιδιαίτερα μορφωμένους και αδίστακτους δράστες. Ηταν, όμως, πράγματι έτσι;

Οι χαρακτήρες
Ο μελαγχολικός Νίκος (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος), ο «αιώνιος έφηβος» Βάκης (Πάνος Βλάχος) και ο πληγωμένος Μιχάλης (Προμηθέας Αλειφερόπουλος) είναι τρεις άνδρες που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, μέχρι που εισβάλλει στη ζωή τους η Ολγα (Ευαγγελία Μουμούρη). Η μοναχική και μυστηριώδης γυναίκα τούς προσεγγίζει με μία σκοτεινή και ριψοκίνδυνη πρόταση. Θα την ακολουθήσουν στο σχέδιό της; Το πρωταγωνιστικό καστ συμπληρώνουν ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης στον ρόλο του Μανώλη, του αφοσιωμένου φίλου της Ολγας, ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης και ο Δήμος Γιγαντάκης στους ρόλους των παιδικών φίλων Αντώνη και Αργύρη, αντίστοιχα.

Στη σειρά συμμετέχουν, ακόμα, οι: Αχιλλέας Ζέρβας, Αρης Λεμπεσόπουλος, Κατερίνα Μάντζιου, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Κώστας Φιλίππογλου, Ράνια Παπαδάκου, Αννα Μενενάκου, Δημήτρης Γεροδήμος, Γιώργος Χατζής, Ελη Δρίβα, Δημήτρης Μαυρόπουλος, Δημήτρης Μάριζας, Γεωργία Συφιανού, Γιώργος Κανέλλης, Φρύνη Θετάκη, Φώτης Θωμαΐδης.
Η Ευαγγελία Μουμούρη για τις δυσκολίες των γυρισμάτων του «Ριφιφί»
«Με ρωτήσανε, “θα πρέπει να έχεις κουραστεί πάρα πολύ που ήσασταν τόσες μέρες κάτω από τη γη;”. Εννοείται πως ήμασταν κάτω από τη γη. Την πρώτη φορά πήγαμε κάπου στη Νίκαια, μετά κατεβήκαμε κάτω από το Παναθηναϊκό Στάδιο που είναι ακόμα το ρέμα του Ιλισού και μετά σε μια κανονική στοά, όπου πηγαίναμε χιλιόμετρα για να μπούμε μέσα και εμείς στο τέλος πηγαίναμε μπουσουλώντας. Μόνο ο Γιγαντάκης ήταν όρθιος. Ο Δήμος Γιγαντάκης ήταν όρθιος, επειδή είναι νάνος και πήγαινε όρθιος», έχει πει η ηθοποιός.
Όσον αφορά το σενάριο που συνδέεται με μια αληθινή ιστορία, ανέφερε: «Ήταν πάρα πολύ ωραία. Και γελάσαμε και κλάψαμε. Πέρα από το “Ριφιφί”, έχει να κάνει και με μια αληθινή ιστορία, δηλαδή τι να κάνεις; Και μόνο τα λόγια να πεις σε αυτή την αληθινή ιστορία, μιας οικογένειας που χάνει το παιδί της, είναι συγκινητικό. Με πήραν τηλέφωνο άνθρωποι που δεν με ξέρανε, μου στέλνανε μηνύματα, συνάδελφοι από τη δουλειά και λέω, “κοίτα να δεις που υπάρχει τελικά μια αλληλεγγύη”. Δηλαδή, ότι άνθρωπος που βλέπει, μου στέλνει ένα μήνυμα που δεν είναι φίλος μου, δεν είναι γνωστός μου καν. Και ήμουν για δύο μήνες συγκινημένη».

Σωτήρης Τσαφούλιας στον ΕΤ για το Ριφιφί: Δεν ήθελα να κάνω τη ληστεία… κατόρθωμα
Το «Ριφιφί» δεν είναι απλώς μια σειρά για την ιστορική ληστεία των θυρίδων της Τράπεζας Εργασίας, το 1992. Είναι ένα μάθημα για το πώς η πίεση, η απώλεια και οι επιλογές φτιάχνουν ανθρώπους.
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας φέρνει τους ήρωες στα όριά τους χωρίς άλλοθι. Κι όμως, καταφέρνει να τους κάνει συμπαθείς. Η Αθήνα του ’90 δεν είναι μόνο σκηνικό, είναι παρατηρητής, κριτής, πίεση και καταφύγιο μαζί. Και μέσα σ’ αυτόν τον καμβά, η Ευαγγελία Μουμούρη παραδίδει ρεσιτάλ: Η μάνα που χάνει το παιδί της συγκλονίζει χωρίς λόγια, με μια σιωπή που λέει τα πάντα. Το κοινό δεν μένει αμέτοχο, αποθεώνει τον σκηνοθέτη και την πρωταγωνίστρια για μια σειρά που ισορροπεί δράμα, χιούμορ και ανθρώπινη αλήθεια με τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί.
Το «Ριφιφί» δεν είναι απλώς μια σειρά, είναι η απόδειξη ότι η τηλεόραση μπορεί να συγκινεί, να τολμά και να δείχνει τον άνθρωπο όπως είναι, χάρη σε χαρακτήρες μοναδικούς, ηθοποιούς-γίγαντες και έναν Σωτήρη Τσαφούλια τρομερά ευφυή που δεν μας απογοητεύει ποτέ.
Το «Ριφιφί» δεν μοιάζει με σειρά που γεννήθηκε από περιέργεια, αλλά από ανάγκη. Τι δεν σας άφηνε ήσυχο όσο την ετοιμάζατε;
Δεν με άφηνε ήσυχο η ιδέα ότι έχουμε μάθει να θαυμάζουμε μόνο τα αποτελέσματα και να αγνοούμε τις συνθήκες. Το «Ριφιφί» δεν είναι μια ιστορία για ένα κόλπο που πέτυχε, είναι μια ιστορία για ανθρώπους που στριμώχθηκαν τόσο, ώστε το αδιανόητο έγινε μονόδρομος. Αυτή η πίεση, κοινωνική, προσωπική και ηθική, ήταν που δεν με άφηνε ήσυχο όσο το ετοιμάζαμε. Γιατί όσο υπάρχουν τέτοιες συνθήκες, τέτοιες ιστορίες δεν είναι παρελθόν.
Αφηγείστε μια ληστεία που πέρασε στη συλλογική μνήμη σχεδόν σαν κατόρθωμα. Σας φόβισε ποτέ η ιδέα ότι η αφήγηση μπορεί να εξωραΐσει κάτι βαθιά βίαιο;
Οχι γιατί δεν είναι αυτό το κίνητρό μου. Ο εξωραϊσμός είναι πάντα ο εύκολος δρόμος. Αλλά πιο πολύ θα με φόβιζε το αντίθετο. Να αφηγηθώ δηλαδή τη βία χωρίς να δείξω τι είναι αυτό που τη γεννά. Δεν με ενδιέφερε να κάνω τη ληστεία «κατόρθωμα» ούτε τους ανθρώπους ήρωες. Με ενδιέφερε να φανεί καθαρά το κόστος – όχι μόνο το πρακτικό, αλλά το ηθικό και το ανθρώπινο. Αν κάποιος δει μόνο τη μαγκιά και όχι το τραύμα, τότε κάτι δεν θα έχω κάνει καλά.
Στους χαρακτήρες σας δεν χαρίζετε άλλοθι, αλλά ούτε τους παραδίδετε στην τιμωρία. Πιστεύετε ότι σήμερα αντέχουμε ακόμη ιστορίες χωρίς ξεκάθαρο «σωστό» και «λάθος»;
Δεν ξέρω αν τις αντέχουμε εύκολα, αλλά τις χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Ζούμε σε μια εποχή που διψά για ταμπέλες, γιατί οι ταμπέλες μάς γλιτώνουν από το να σκεφτούμε. Εμένα με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι πριν γίνουν σύμβολα, πριν μπουν στο κουτάκι του σωστού ή του λάθους. Η ζωή δεν λειτουργεί με απόλυτα, λειτουργεί με επιλογές και συνέπειες. Αν μια ιστορία δεν σε αναγκάζει να αμφιβάλλεις λίγο, τότε μάλλον σου χαϊδεύει τις βεβαιότητες, αντί να τις δοκιμάζει.
Η Αθήνα του «Ριφιφί» δεν λειτουργεί ως σκηνικό, αλλά ως πίεση. Τι λέει αυτή η πόλη για τους ανθρώπους της τότε και τι για εμάς σήμερα;
Η Αθήνα τότε ήταν μια πόλη που μεγάλωνε γρήγορα και άγαρμπα, χωρίς να προλάβει να φροντίσει τους ανθρώπους της. Αυτό που λέει για εκείνους είναι ότι έμαθαν να επιβιώνουν μέσα σε στενά, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Για εμάς σήμερα, λέει κάτι πιο άβολο. Οτι αλλάξαμε βιτρίνα, αλλά όχι λογική. Η πίεση απλώς μετακινήθηκε. Η πόλη συνεχίζει να σε σπρώχνει να προσαρμοστείς, όχι να αναπνεύσεις. Και όταν μια πόλη δεν αφήνει χώρο, οι άνθρωποι βρίσκουν τρόπους -όχι πάντα όμορφους- να τον πάρουν.
Κατά την έρευνα για την πραγματική υπόθεση, υπήρξε σημείο που αναγκαστήκατε να σταματήσετε και να πάρετε απόσταση;Οχι επειδή δεν μπορούσατε τεχνικά, αλλά επειδή πονούσε;
Οχι, δεν σταμάτησα πουθενά… Οχι από σκληρότητα, αλλά από ευθύνη. Αν αρχίσεις να αποφεύγεις τον πόνο επειδή σε δυσκολεύει, τότε λες ψέματα στην ιστορία. Ο πόνος της μάνας, της απώλειας και της ματαίωσης, είναι κομμάτι της πραγματικότητας και έπρεπε να ειπωθεί χωρίς ωραιοποίηση και χωρίς εκμετάλλευση. Δεν τον πλησίασα για να τον χρησιμοποιήσω, αλλά για να τον σεβαστώ. Και ο σεβασμός, καμιά φορά, δεν είναι η απόσταση, αλλά να κοιτάς κατάματα.
Το «Ριφιφί» μιλά για ανθρώπους που έφτασαν στο έγκλημα αφού πρώτα έφτασαν στα όριά τους. Σας ενδιαφέρει περισσότερο το έγκλημα ή το όριο;
Το όριο. Πάντα το όριο. Το έγκλημα είναι το σύμπτωμα, όχι η ουσία. Με ενδιαφέρει η στιγμή λίγο πριν, εκεί όπου ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι οτιδήποτε ήξερε μέχρι τότε δεν του αρκεί πια. Εκεί δεν υπάρχουν μεγάλα λόγια, υπάρχουν μικρές, σκληρές αποφάσεις. Αν καταλάβεις το όριο, το έγκλημα παύει να σου φαίνεται μυστήριο. Γίνεται συνέπεια. Και αυτό είναι πιο τρομακτικό από οποιαδήποτε πράξη.
Ζούμε σε μια εποχή που όλα κρίνονται γρήγορα, δημόσια και αμετάκλητα. Η σειρά σας μοιάζει να πηγαίνει κόντρα σε αυτό. Είναι στάση ζωής ή ρίσκο που παίρνετε συνειδητά;
Είναι στάση ζωής και κάθε στάση ζωής εμπεριέχει ρίσκο. Δεν πιστεύω στις γρήγορες ετυμηγορίες ούτε στη δικαιοσύνη των εντυπώσεων. Η σειρά δεν προσπαθεί να πείσει. Προσπαθεί να αφήσει χώρο. Χώρο για σκέψη, για αμφιβολία, για δεύτερη ματιά. Αν αυτό σήμερα θεωρείται ρίσκο, τότε μάλλον έχουμε μεγαλύτερο πρόβλημα από το αν μια σειρά θα παρεξηγηθεί.
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος
