Wall Street Journal: Εκτός ελέγχου η κατάσταση στον Περσικό – Δεν πρόκειται να υποχωρήσουν οι τιμές του πετρελαίου – Το μεγάλο κόλπο του Ιράν με τους Houthis στα Στενά Bab al Mandab
Εκτεταμένες καταστροφέςσε αμερικανικές βάσεις,σοβαρές απώλειεςσε αεροσκάφη και drones,τεράστια μείωσητων αποθεμάτων όπλων,βίαιες εκκενώσειςδιπλωματικού προσωπικού καιδισεκατομμύρια δολάρια… χαμένα σε μια στρατιωτική επιχείρηση που εδώ και περίπου 200 ημέρεςδεν έχει επιτύχει ούτε έναν από τους βασικούς στόχουςπου είχε θέσει ο πρόεδρος Trump.
Για πρώτη φορά αποκαλύπτεται ότι ο πόλεμος είναι πολύ ακριβότερος και πολύ πιο … διαβρωτικός για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολήαπό όσο άφηναν να φανεί οι επίσημες δηλώσεις από την Ουάσινγκτον.
Πράγματι,το μεγαλύτερο πρόβλημαγια τους Αμερικάνους είναι ότι αρχίζουν να νιώθουν την δυσπιστία ακόμα και των πιο ισχυρών και παραδοσιακών συμμάχων τους στην περιοχή…
Η επέλαση των Houthis στην Υεμένηπου τους έφερε στο να ελέγξουντα Στενά Bab al Mandabστην Ερυθρά Θάλασσα ήταν για πολλούς αναλυτές,το τελειωτικό «χτύπημα» στις ΗΠΑ.
Διότι μεταξύ άλλων απέδειξε ότιτο Ιράναξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα «όπλα» του για να επιβεβαιώσειτην ισχύ και την κυριαρχία του σε δύο κρίσιμες θαλάσσιες αρτηρίες– Hormuz, Bab al Mandab – για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και την παγκόσμια οικονομία…
Κυριαρχία που επιβεβαιώνει το πόσο ισχυρό έχει καταστεί το Ιράν και ταυτόχρονα πόσο αδύναμες είναι οι ΗΠΑ…
Εκτεταμένες καταστροφές σε βάσεις
Το επίσημο εποπτικό όργανο του Πενταγώνου δημοσίευσε ειδική έκθεση για τον πόλεμο με το Ιράν, η οποία αποτελεί τον πρώτο επίσημο απολογισμό του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ σχετικά με τις απώλειες αμερικανικού εξοπλισμού και εγκαταστάσεων από τη σύγκρουση.
Ο γενικός επιθεωρητής, επικαλούμενος τις επικοινωνίες του με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), ανέφερε ότι «ιρανικά πλήγματα προκάλεσαν ζημιές και κατέστρεψαν εκατοντάδες κτίρια και κατασκευές σε αμερικανικές βάσεις στο Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Ομάν και την Ιορδανία» κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου.
Η έκθεση, η οποία καλύπτει την περίοδο από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου έως τις 30 Ιουνίου, αναγνώρισε επίσης τη μείωση των αποθεμάτων κρίσιμων αμερικανικών πυρομαχικών.
Στα 33,4 δις ο λογαριασμός του πολέμου χωρίς το κόστος ανοικοδόμησης
Tο κόστος του πολέμου που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ εναντίον του Ιράν έχει φτάσει τα 33,4 δισεκατομμύρια δολάρια.
Από αυτά, 22,3 δισεκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν για πυρομαχικά και 3,7 δισεκατομμύρια για την κάλυψη ζημιών σε εξοπλισμό.
Άλλα 7,4 δισεκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν για άλλες ανάγκες.
Τα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνουν το υψηλό κόστος ανοικοδόμησης των εγκαταστάσεων που καταστράφηκαν.
Βαριές απώλειες
Σύμφωνα με την έκθεση, αμερικανικά αεροσκάφη και στρατιωτικός εξοπλισμός υπέστησαν βαριές απώλειες κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Συγκεκριμένα, τέσσερα μαχητικά F-15E, ένα F-35, ένα αεροσκάφος A-10, 12 αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού και άλλα εννέα αεροσκάφη είτε καταστράφηκαν ολοσχερώς είτε υπέστησαν ζημιές.
Παράλληλα, έως τον περασμένο Ιούνιο είχαν καταρριφθεί περισσότερα από 30 drones MQ-9.
Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι ο πόλεμος κατά του Ιράν προκάλεσε μείωση των στρατιωτικών αποθεμάτων πυρομαχικών και διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού τους.
Αυτό καταγράφεται, τη στιγμή που ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου, Pete Hegseth είχε διαψεύσει τις πληροφορίες περί μείωσης των πολεμικών αποθεμάτων, ενώ και ο Trump είχε υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ παράγουν όπλα με ταχείς ρυθμούς και ότι δεν αντιμετωπίζουν καμία σχετική έλλειψη.
Παραδοχή… της κόλασης στο Μπαχρέιν
Με τη δημοσίευση της έκθεσης αποκαλύφθηκε επίσης για πρώτη φορά επισήμως ότι το Ιράν έπληξε με drones και βαλλιστικούς πυραύλους τον βασικό κόμβο ανεφοδιασμού του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν.
Όπως αναφέρεται, η καταστροφή του περιφερειακού κόμβου του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού στο Μπαχρέιν, για τον οποίο ο ασκών χρέη υπουργού Ναυτικού Hung Cao δήλωσε πρόσφατα ότι το Ιράν «τον διέλυσε ολοκληρωτικά», πρόσθεσε «σημαντικές προκλήσεις» στη δημιουργία «επαρκών ναυτικών βάσεων και λιμένων υποστήριξης», σύμφωνα με το εποπτικό όργανο.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το απομακρυσμένο νησί Diego Garcia στον Ινδικό Ωκεανό να μετατραπεί σε κόμβο θαλάσσιας επιμελητείας, αυξάνοντας τους κύκλους ανεφοδιασμού στις 14 έως 18 ημέρες.
Απομακρύνθηκαν πάνω από 20.000 Αμερικάνοι στρατιωτικοί και διπλωμάτες
Επιπλέον, ο πόλεμος κατά του Ιράν οδήγησε στη μετακίνηση περισσότερων από 20.000 Αμερικανών στρατιωτικών και διπλωματών.
Αυτό ενώ Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα ισχυριστεί – ψευδώς – ότι οι βάσεις των ΗΠΑ στην περιοχή δεν υπέστησαν σοβαρές ζημιές και ότι όλες οι ιρανικές επιθέσεις αναχαιτίστηκαν.
Σύμφωνα με την έκθεση, το State Department υπέστη ζημιές ύψους 200 εκατομμυρίων δολαρίων σε Ιράκ, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Δεν δόθηκαν εκτιμήσεις κόστους για τις ζημιές σε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Το Πεντάγωνο επισήμανε επίσης ότι, παρά την κριτική του Trump προς τις ευρωπαϊκές χώρες, πραγματοποιήθηκαν 5.000 αεροπορικές αποστολές από αμερικανικές βάσεις στην Ευρώπη.
Βίαιες… εκκενώσεις
Τα ιρανικά αυτά πλήγματα συνέβαλαν σε σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι αμερικανικές δυνάμεις επιχειρούν παραδοσιακά στην περιοχή, σύμφωνα με την έκθεση.
Η CENTCOM «μετέφερε προσωπικό, στρατιωτικά μέσα και εγκαταστάσεις αποθήκευσης», καθώς αυτά δέχονταν επιθέσεις από το Ιράν και τις δυνάμεις που υποστηρίζει.
Ορισμένες από αυτές τις μετακινήσεις περιλάμβαναν την απόσυρση ελικοπτέρων υγειονομικής εκκένωσης του Στρατού Ξηράς από το Ιράκ και το Κουβέιτ, ανέφερε η έκθεση, με αποτέλεσμα «οι περισσότερες ιατρικές διακομιδές να πραγματοποιούνται πλέον οδικώς … προς τοπικές μονάδες περίθαλψης».
Οι κατά διαστήματα ελλείψεις σε εφόδια που προέκυψαν, καθώς και οι διακοπές στο περιφερειακό σύστημα στρατιωτικής αλληλογραφίας, επιδείνωσαν τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι Αμερικανοί ναύτες κατά τη διάρκεια αναπτύξεων στον Περσικό Κόλπο με διάρκεια-ρεκόρ, προκειμένου να υποστηρίξουν τις αεροπορικές επιδρομές κατά του Ιράν και, τους τελευταίους μήνες, τον αποκλεισμό των λιμανιών του.
Μόνιμες περικοπές
Οι αλλαγές στη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να καταστούν μόνιμες — αξιωματούχοι του στρατού και της κοινότητας πληροφοριών έχουν συζητήσει διακριτικά το ενδεχόμενο μόνιμων περικοπών στο αμερικανικό προσωπικό και στις εγκαταστάσεις της περιοχής όταν τελικά λήξει ο πόλεμος.
Απώλειες: 14 νεκροί και 417 τραυματίες
Σύμφωνα με την έκθεση, από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 30 Ιουνίου, επτά μέλη των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων σκοτώθηκαν σε μάχη και άλλα επτά σκοτώθηκαν σε μη εχθρικά περιστατικά κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων.
Κατά την ίδια περίοδο, 417 στρατιωτικοί τραυματίστηκαν σε μάχη.
Wall Street Journal: Εκτός ελέγχου η κατάσταση στον Περσικό – Δεν θα υποχωρήσει το πετρέλαιο
Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε και δημοσίευμα της Wall Street Journal, η οποία επικαλούμενη συμβούλους στον ενεργειακό τομέα, ανέφερε ότι, καθώς δεν διαφαίνεται προοπτική διευθέτησης του πολέμου κατά του Ιράν, η κατάσταση αρχίζει να ξεφεύγει από τον έλεγχο.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron παραδέχθηκε ότι η εταιρεία έχει ήδη αξιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τους μηχανισμούς και τα εργαλεία που διαθέτει για τον περιορισμό του κινδύνου από τις τιμές και για τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού, υποστηρίζοντας ότι τα περιθώρια των διαθέσιμων αποθεμάτων δεν βρίσκονται πλέον στα επίπεδα που υπήρχαν πριν από την έναρξη της κρίσης και ότι δεν υπάρχει λόγος να θεωρεί κανείς πως οι τιμές του πετρελαίου πρόκειται να υποχωρήσουν.
Poltico: Σε δυσμενή θέση οι ΗΠΑ
Η σύγκρουση στην οποία εμπλέκονται οι Houthis αφήνει σε κάθε περίπτωση τις ΗΠΑ σε δυσμενή θέση, γράφει το Politico.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ουάσιγκτον «μπορεί είτε να συνταχθεί με τις υποστηριζόμενες από τη Σαουδική Αραβία ένοπλες δυνάμεις της Υεμένης, οι οποίες ήδη απέτυχαν να αποκρούσουν τα πλήγματα των Houthis, είτε να αφήσει την περιοχή να αντιμετωπίσει μόνη της τους Houthis.
Καμία από τις δύο επιλογές δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστική για τις ΗΠΑ».
Παράλληλα, ένας διπλωμάτης από την περιοχή χαρακτήρισε την άρνηση των ΗΠΑ να εμπλακούν στις πολεμικές επιχειρήσεις ως «ένα είδος αδιαφορίας».
«Έχουν την αίσθηση ότι δεν θέλουν να εμπλακούν σε καμία σύγκρουση στην περιοχή, εκτός από έναν πόλεμο με το Ιράν, παρά το γεγονός ότι μια τέτοια στάση θα αποτελούσε στρατηγική αποτυχία για τις ΗΠΑ», πρόσθεσε ο διπλωμάτης μιλώντας στο Politico.
Financial Times: Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν βοήθεια στη Σαουδική Αραβία
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν να παράσχουν στη Σαουδική Αραβία αεροπορική υποστήριξη στη σύγκρουση με τους Houthis αναφέρουν οι Financial Times.
«Το Ριάντ ζήτησε από τις ΗΠΑ αεροπορική κάλυψη, όμως η Ουάσιγκτον απάντησε ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι έτοιμη να εμπλακεί, καθώς είναι επικεντρωμένη στον πόλεμο με το Ιράν» επισημαίνουν οι FT.
Μετά το Hormuz, υπό πολιορκία και το Bab al Mandab
Με τον έλεγχο του Στενού Bab al Mandab – στενό θαλάσσιο πέρασμα που χωρίζει την Αραβική Χερσόνησο από την Αφρική – από τους Houthis, το Ιράν κατάφερε – μαζί με το Hormuz – να ελέγξει δύο κρίσιμης σημασίας θαλάσσιες ενεργειακές αρτηρίες.
Από το Bab al Mandab εκτιμάται ότι διέρχεται περίπου το 30% της παγκόσμιας διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων – από αυτοκίνητα και έπιπλα μέχρι τρόφιμα και ενέργεια.
Εάν αποκοπεί το πέρασμα από αυτό το Στενό, τα πλοία που ταξιδεύουν μεταξύ Ασίας και Ευρώπης πρέπει να κάνουν τον γύρο της νότιας Αφρικής και του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, προσθέτοντας χιλιάδες μίλια στη διαδρομή, ημέρες ταξιδιού και υψηλότερες τιμές στα αγαθά.
H στρατηγική του Ιράν
Από το 1979, η επαναστατική κυβέρνηση του Ιράν επιδιώκει να επεκτείνει την ιδεολογία και την επιρροή της σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, κυρίως μέσω των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και της επίλεκτης Quds Force — κυριολεκτικά, «Δύναμη της Ιερουσαλήμ» — η οποία εκπαιδεύει και εξοπλίζει ένοπλες οργανώσεις σε ολόκληρη την περιοχή.
Η Hezbollah στον Λίβανο.
Η Hamas και η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ στη Γάζα.
Πολιτοφυλακές στο Ιράκ που έχουν επανειλημμένα επιτεθεί σε αμερικανικές δυνάμεις, στο Ισραήλ και στη Σαουδική Αραβία.
Και, ολοένα και περισσότερο, οι Houthis στην Υεμένη.
Η στρατηγική είναι απλή: δημιουργία ένοπλων δικτύων σε αδύναμα ή κατακερματισμένα κράτη, προσφέροντας στην Τεχεράνη στρατηγικό βάθος και μοχλούς πίεσης χωρίς να χρειάζεται να πολεμά η ίδια άμεσα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και οι περιφερειακές συνεργασίες που στηρίζονται στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα εκείνες με τη Σαουδική Αραβία, αποτελούν εδώ και καιρό βασικούς στόχους.
Η περίπτωση της Υεμένης
Η Υεμένη, ακριβώς νότια της Σαουδικής Αραβίας, ήταν χωρισμένη σε Βόρεια και Νότια κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και ενοποιήθηκε μόλις το 1990.
Όμως η ενοποίηση δεν κατάφερε ποτέ να επιλύσει πλήρως τις βαθιές πολιτικές, φυλετικές και περιφερειακές διαιρέσεις.
Το κίνημα των Houthis εμφανίστηκε στη βόρεια Υεμένη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τη δεκαετία του 1990, μέσα από ένα κίνημα αναβίωσης του ζαϊντικού σιιτισμού.
Υπό τον Hussein al-Houthi, απέκτησε πολιτικό και στρατιωτικό χαρακτήρα, διεξάγοντας επανειλημμένους πολέμους εναντίον της κεντρικής κυβέρνησης της Υεμένης.
Αργότερα, η οργάνωση υιοθέτησε την ονομασία Ansar Allah, με ένα επίσημο σύνθημα εμπνευσμένο από το Ιράν που κάθε άλλο παρά διακριτικό ήταν: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Θάνατος στην Αμερική. Θάνατος στο Ισραήλ. Κατάρα στους Εβραίους. Νίκη στο Ισλάμ».
Το 2014, οι Houthis κατέλαβαν την πρωτεύουσα της Υεμένης, Sanaa, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να μετακινηθεί προς τον νότο και οδηγώντας τελικά σε στρατιωτική επέμβαση υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας.
Το Ιράν δεν δημιούργησε τους Houthis, οι οποίοι διατηρούν τα δικά τους συμφέροντα και φιλοδοξίες.
Ωστόσο, ιρανικά όπλα, εξαρτήματα πυραύλων, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, εκπαίδευση και τεχνική τεχνογνωσία βοήθησαν να μετατραπεί μια τοπική εξέγερση σε δύναμη παγκόσμιας σημασίας.
Οι μεταβαλλόμενες πολιτικές των ΗΠΑ
Λίγο πριν αναλάβει καθήκοντα ο Joe Biden, η Υεμένη αποτελούσε ζήτημα άμεσης προτεραιότητας.
Ο εμφύλιος πόλεμος έμπαινε στον έβδομο χρόνο του και η ανθρωπιστική κατάσταση ήταν φρικτή, ιδιαίτερα στις περιοχές που ελέγχονταν από τους Houthis, οι οποίοι διοχέτευαν πόρους στον πόλεμο, ενώ βασίζονταν σε διεθνείς οργανισμούς για τη συντήρηση του άμαχου πληθυσμού υπό τον έλεγχό τους.
Ο Πρόεδρος Donald Trump είχε χαρακτηρίσει τους Houthis, Ξένη Τρομοκρατική Οργάνωση.
Ανθρωπιστικές οργανώσεις προειδοποίησαν ότι αυτό έθετε τις επιχειρήσεις παροχής βοήθειας σε νομικό κίνδυνο και ενδεχομένως θα επιδείνωνε την ανθρωπιστική κρίση, η οποία είχε επιβαρυνθεί από τις σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον των Houthis, στη Sanaa και σε άλλες περιοχές υπό τον έλεγχό τους.
Σε απάντηση, η κυβέρνηση Biden ανακάλεσε τον χαρακτηρισμό, τερμάτισε την αμερικανική υποστήριξη στις επιθετικές επιχειρήσεις της Σαουδικής Αραβίας – συμπεριλαμβανομένων ορισμένων πωλήσεων όπλων – και διόρισε ειδικό απεσταλμένο για την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός και πολιτικής διευθέτησης.
Το πλεονέκτημα στους Houthis
Περίπου την ίδια περίοδο, ο αμερικανικός στρατός απέσυρε στρατιωτικά μέσα από την περιοχή, μετακινώντας συστήματα αεράμυνας εκτός Σαουδικής Αραβίας και αντιτορπιλικά και ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων εκτός Μέσης Ανατολής.
Η Ουάσινγκτον έστρεψε την προσοχή της στη διπλωματία, χωρίς όμως τη στήριξη της στρατιωτικής ισχύος που συχνά είναι απαραίτητη για να επιτύχει η διπλωματία.
Καθώς οι ΗΠΑ υποχωρούσαν, το Ιράν ενίσχυε τη δέσμευσή του.
Εφοδίαζε τους Houthis, μέσω θαλάσσιων και χερσαίων διαδρομών λαθρεμπορίου.
Ιρανοί και στελέχη της Hezbollah βοήθησαν επίσης στη συναρμολόγηση και κατασκευή προηγμένων όπλων, καθώς οι επιθέσεις των Houthis, στη Σαουδική Αραβία εντείνονταν.
Τον Απρίλιο του 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέβαλαν στη διαμεσολάβηση για την επίτευξη εκεχειρίας, κάτι που κατέστη δυνατό εν μέρει χάρη στην επίσκεψη του Προέδρου Biden στη Σαουδική Αραβία εκείνο το καλοκαίρι.
Υπήρχε η ελπίδα ότι η εκεχειρία θα δημιουργούσε χώρο για μια πιο μόνιμη πολιτική διευθέτηση.
Εκ των υστέρων, ωστόσο, η εκεχειρία μετέφερε το πλεονέκτημα προς τους Houthis.
Το Ιράν συνέχισε να εκπαιδεύει και να εξοπλίζει τη δύναμη που υποστήριζε, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει στο πλαίσιο μιας ευρύτερης περιφερειακής στρατηγικής.
Νέα εμπλοκή
Το 2023, λίγο μετά τις σφαγές της 7ης Οκτωβρίου από τη Hamas και τις θηριωδίες του Ισραήλ στη Γάζα, οι ένοπλοι εταίροι του Ιράν μπήκαν στη σύγκρουση από πολλαπλές κατευθύνσεις.
Η Hezbollah άνοιξε πυρ από τον Λίβανο, ενώ πολιτοφυλακές που υποστηρίζονταν από το Ιράν στο Ιράκ και τη Συρία επιτέθηκαν σε αμερικανικές δυνάμεις, προκαλώντας τελικά τον θάνατο Αμερικανών.
Από την Υεμένη, οι Houthis, εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους και drones προς το Ισραήλ και επιτέθηκαν σε εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Bab al Mandab.
Ισχυριζόμενοι ότι στόχος τους ήταν να πιέσουν το Ισραήλ για τη Γάζα, επιτέθηκαν αντί γι’ αυτό σε πλοία που δεν είχαν καμία σχέση με τη σύγκρουση, με σκοπό να διαταράξουν έναν σημαντικό εμπορικό διάδρομο.
Ύστερα από μια αποτυχημένη διαπραγμάτευση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Ομάν για να περιοριστεί η περιφερειακή κλιμάκωση τον Ιανουάριο του 2024, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν μεγάλης κλίμακας πλήγματα εναντίον στρατιωτικών στόχων των Houthis με την υποστήριξη του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστραλίας, του Μπαχρέιν, του Καναδά και της Ολλανδίας.
Η εκστρατεία συνεχίστηκε με διάφορες μορφές για περισσότερο από έναν χρόνο.
Σκληρά διδάγματα
Η Ουάσινγκτον είχε μάθει με τον δύσκολο τρόπο ότι η ηρεμία στην Υεμένη έκρυβε μια σημαντική στρατηγική μεταβολή.
Κατά τα χρόνια στα οποία ο εμφύλιος πόλεμος είχε σε μεγάλο βαθμό σταματήσει, το Ιράν είχε συμβάλει στη δημιουργία μιας ένοπλης δύναμης ικανής όχι απλώς να απειλεί τη Σαουδική Αραβία ή να πολεμά σε έναν εμφύλιο πόλεμο εντός της Υεμένης, αλλά και να φτάνει μέχρι το Ισραήλ και να κρατά όμηρο το παγκόσμιο εμπόριο όποτε το επέλεγε, κλείνοντας το Bab al Mandab.
Πέρυσι, ο Πρόεδρος Trump επανέφερε τον χαρακτηρισμό των Houthis ως τρομοκρατικής οργάνωσης και κλιμάκωσε τις αμερικανικές επιθέσεις εναντίον της.
Μετά από επτά εβδομάδες αμερικανικών πληγμάτων, το Ομάν μεσολάβησε για την επίτευξη μιας συμφωνίας: οι Ηνωμένες Πολιτείες θα σταματούσαν να βομβαρδίζουν στόχους των Houthis, και οι Houthis, θα σταματούσαν να επιτίθενται σε αμερικανικά πλοία.
Η συμφωνία δεν κάλυπτε το Ισραήλ ή τη Σαουδική Αραβία, αλλά φάνηκε να επιβάλλει μια σχετική ηρεμία.
Για ένα διάστημα.
Νέα αιφνιδιαστική επίθεση
Ύστερα, την περασμένη εβδομάδα, ο χάρτης άλλαξε ξανά.
Σε μια ταχεία επίθεση κατά μήκος της ακτής της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, οι δυνάμεις των Houthis, κατέλαβαν νέες περιοχές με άμεση θέα προς το Bab al Mandab.
Στη συνέχεια πέρασαν στο νησί Perim, το οποίο βρίσκεται στο μέσο του στενού.
Πλέον, τα συμβατικά όπλα των Houthis – πυροβολικό και ρουκέτες – μπορούν να πλήξουν πλοία, και όχι μόνο τα μεγαλύτερου βεληνεκούς drones και πυραυλικά συστήματά τους.
Δεν πρόκειται για ένα νέο status quo — ακόμη
Προς το παρόν, τα πλοία εξακολουθούν να διέρχονται από το Bab al Mandab.
Ο Trump έχει δηλώσει ότι οι Houthis, υποστηρίζουν πως δεν επιθυμούν αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και ότι θα επιτρέπουν τη διέλευση των πλοίων.
Ωστόσο, οι Houthis δεν χρειάζεται να κλείσουν το στενό αύριο.
Η δυνατότητά τους να κρατούν το πέρασμα όμηρο προσφέρει στην Τεχεράνη έναν επιπλέον μοχλό πίεσης.
Είναι αυτό το νέο status quo;
Όχι απαραίτητα εκτιμούν Αμερικάνοι αναλυτές, οι οποίοι αναφέρουν ότι οι γραμμές του μετώπου στην Υεμένη αλλάζουν συχνά.
Υπάρχουν αναφορές ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης προετοιμάζουν αντεπίθεση και ότι η Ουάσινγκτον ενδέχεται να παράσχει πληροφορίες από τις υπηρεσίες πληροφοριών.
Ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Brad Cooper, βρέθηκε μόλις πρόσφατα στη Σαουδική Αραβία για να εξετάσει την κατάσταση.
Ό,τι κι αν συμβεί στη συνέχεια, οι Houthis υπενθύμισαν για ακόμη μία φορά στον κόσμο ότι βρίσκονται σε θέση να παραμείνουν – με την άμεση υποστήριξη του Ιράν – ένας απρόβλεπτος παράγοντας σε κάθε περιφερειακό ανταγωνισμό για ισχύ και επιρροή.
Και η Ουάσινγκτον δεν πρέπει ποτέ ξανά να συγχέει την ηρεμία με την ειρήνη.
ΠΗΓΗ:Live
