Η Κύπρος συγκαταλέγεται στον μικρό αριθμό χωρών που χρησιμοποιούν σήμερα προσεγγίσεις βασισμένες στο DNA στην παρακολούθηση στο πλαίσιο της Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Ύδατα, σύμφωνα με έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Κομισιόν (JRC) που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Κύπρος δήλωσε ότι χρησιμοποιεί σήμερα προσεγγίσεις βασισμένες στο DNA για το φυτοπλαγκτόν σε ποτάμια και παράκτια ύδατα. Η έκθεση σημειώνει ότι μόνο δύο χώρες, ποσοστό 8% των συμμετεχόντων, εφαρμόζουν τέτοιες μεθόδους στην επίσημη τακτική παρακολούθηση της Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Ύδατα, ενώ η μεγάλη πλειονότητα, 24 χώρες ή 92%, δεν τις εφαρμόζει ακόμη.
Η έκθεση έχει τίτλο «Διερεύνηση προσεγγίσεων βασισμένων στο DNA για την παρακολούθηση και την ταξινόμηση στην Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα» και παρουσιάζει ευρήματα από ευρωπαϊκή έρευνα.
Περιλαμβάνει, επίσης, μελέτη περίπτωσης για την ανάπτυξη δείκτη φυτοπλαγκτού και υβριδικού δείκτη eDNA για υπεράλμυρες λίμνες της Κύπρου. Σύμφωνα με το κείμενο, αναπτύσσεται δείκτης βασισμένος στο φυτοπλαγκτόν για πέντε προσωρινές υπεράλμυρες λίμνες, στο Ακρωτήρι, στη λίμνη του Αεροδρομίου Λάρνακας, στην κύρια Λίμνη Λάρνακας, στην Ορφανή και στον Σορό.
Παράλληλα, αναφέρεται ότι δοκιμάζεται δείκτης eDNA με metabarcoding (μέθοδος ανάλυσης DNA) για την κοινότητα φυτοπλαγκτού. Το κείμενο σημειώνει ότι οι αρχικές συγκρίσεις μεταξύ μικροσκοπικών και μοριακών δεδομένων έδειξαν τη δυνητική χρήση του δείκτη eDNA ως συμπληρωματικού και μελλοντικού εργαλείου παρακολούθησης.
Σύμφωνα με την έκθεση, για τη συγκεκριμένη κυπριακή μελέτη συλλέχθηκαν δείγματα νερού από πέντε υπεράλμυρες λίμνες της Κύπρου, με χρήση χειροκίνητης συσκευής φιλτραρίσματος.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με την έκθεση, οι απαντήσεις από 26 χώρες και 17 οργανώσεις ενδιαφερόμενων φορέων δείχνουν ότι, αν και η επιχειρησιακή εφαρμογή παραμένει περιορισμένη, η χρήση προσεγγίσεων βασισμένων στο DNA στην έρευνα και στην πιλοτική παρακολούθηση είναι διαδεδομένη και επεκτείνεται. Οι μέθοδοι εφαρμόζονται συχνότερα στα ψάρια και στα μακροασπόνδυλα, ακολουθούμενα από τα διάτομα και το φυτοπλαγκτόν, με τα ποτάμια και τις λίμνες να αποτελούν το κύριο πεδίο εφαρμογής.
Τα συμπεράσματα της έκθεσης αναφέρουν ότι η εφαρμογή προσεγγίσεων DNA στην παρακολούθηση στο πλαίσιο της Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Ύδατα προχωρά ταχέως στην Ευρώπη, κυρίως μέσω ερευνητικών πρωτοβουλιών και πιλοτικών μελετών. Παράλληλα, η έκθεση σημειώνει ότι οι μέθοδοι αυτές, δεν αναμένεται να αντικαταστήσουν άμεσα τις συμβατικές μεθόδους, αλλά αντιμετωπίζονται ευρέως ως σημαντικό συμπλήρωμα για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης οικολογικής παρακολούθησης.
