Πάνος Μουχτερός στον ΕΤ:«Η υπαρξιακή αγωνία είναι ένα μυστήριο»

Πάνος Μουχτερός στον ΕΤ:«Η υπαρξιακή αγωνία είναι ένα μυστήριο»

    ​​ ​

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας ανώνυμος εργαζόμενος στον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης, ο οποίος, ενώ φροντίζει τον άρρωστο πατέρα του, έρχεται αντιμέτωπος με οικογενειακά μυστικά που διαταράσσουν την ήδη εύθραυστη ψυχική ισορροπία του. Με φόντο μια σκοτεινή, νυχτερινή πόλη, ο συγγραφέας παρακολουθεί τη σταδιακή διάβρωση της ταυτότητας και τις ρωγμές των ανθρώπινων σχέσεων. Στη συζήτηση που ακολουθεί, μιλά για τα όρια ανάμεσα στη λογική και την ψυχική κατάρρευση, για την πόλη ως ψυχικό τοπίο και για τις κοινωνικές διαστάσεις της ιστορίας του.

Κύριε Μουχτερέ, ο κεντρικός ήρωάς σας παραμένει ανώνυμος και εργάζεται στον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τι σηματοδοτεί αυτή η επιλογή; Συνδέεται με την αίσθηση απώλειας ταυτότητας που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος;

– Κανένας χαρακτήρας στο βιβλίο δεν έχει όνομα, οι πόλεις δεν έχουν τοπωνύμια, αλλά και οι χρονολογίες δεν προσδιορίζονται ρητά με συγκεκριμένα έτη. Περιγράφονται όλοι και όλα με πλάνα και με ιδιότητες, ώστε να καταλαβαίνει έτσι ο αναγνώστης κάθε φορά ποιος μιλάει, πού και πότε. Η επιλογή αυτή έγινε συνειδητά, με σκοπό και μια κάποια κινηματογραφική αίσθηση, που ήθελα να προκαλεί το έργο αυτό, να σε κάνει δηλαδή να νιώθεις ότι παρακολουθείς ταινία στο σινεμά και να ταυτίζεσαι ευκολότερα με τους ηθοποιούς της. Στην εταιρία Developland σχεδιάζονται προηγμένες εφαρμογές Α.Ι. και ο κεντρικός ήρωας, που εργάζεται εκεί, νιώθει να συνδέεται ο άγνωστος κόσμος που προμηνύει η Τεχνητή Νοημοσύνη με τον προσωπικό βίο του, που σταδιακά ανατρέπεται μέσα από διάφορες συνταρακτικές αποκαλύψεις. Ετσι, η Τεχνητή Νοημοσύνη ταυτίζεται με το επίπλαστο από τις βεβαιότητες στη ζωή μας.

Στο βιβλίο αναδεικνύεται έντονα η ψυχική και σωματική εξάντληση όσων αναλαμβάνουν μόνοι τους τη φροντίδα ηλικιωμένων ή ανήμπορων γονέων. Θελήσατε να σχολιάσετε και μια κοινωνική πραγματικότητα που συχνά μένει στο περιθώριο;

– Αν δεν έχεις κάποιον κοντινό άνθρωπο να σε φροντίσει, είναι πιθανό να πεθάνεις στην ψάθα ή, στην καλύτερη περίπτωση, στο κρεβάτι σου, μόνος. Οι γονείς μου, που αρρώστησαν και πλέον τους έχω χάσει και τους δύο, δεν ξέρω πού θα κατέληγαν, ειλικρινά, αν δεν είχαν εμένα στο πλάι τους. Μια τέτοια φροντίδα είναι, όντως, προνομιακή, το να ταΐζεις με το κουταλάκι στο στόμα τον άνθρωπο που σε έφερε στη ζωή είναι μια εμπειρία που σε καθορίζει για πάντα, δεν ξεχνιέται κάτι τέτοιο. Από την άλλη, βέβαια, η θλίψη, η επίγνωση ότι το τέλος είναι πιο κοντά ολοένα, η καθημερινή υπερπροσπάθειά σου, οι ενοχές και οι ασταμάτητες ερωτήσεις που θέτει ο εγκέφαλός σου για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά, όλα αυτά προκαλούν ψυχοσωματική κόπωση, αναπόφευκτα. Αυτήν την πραγματικότητα την έζησα και ήταν αναμενόμενο να την αναδείξω ως τέτοια στο βιβλίο.

Η αφήγηση αποκτά σταδιακά χαρακτηριστικά θρίλερ μέσα από την εμφάνιση του δικηγόρου και το τηλεφώνημα της χαμένης αδελφής. Πώς δουλέψατε τη συνύπαρξη του μυστηρίου με τον υπαρξιακό πυρήνα της ιστορίας;

– Βρήκα τρόπους να εργαλειοποιήσω μερικά πρόσωπα, ώστε αυτά να γίνουν οι καταλύτες, τα φίλτρα των ανατροπών στο βιβλίο. Ενας δικηγόρος, μία εξαφανισμένη για χρόνια αδελφή είναι ήδη μυστηριώδεις φιγούρες, ικανές να σου αλλάξουν τη ζωή, σε περίπτωση που εμφανιστούν ένα πρωί και σου αποκαλύψουν ότι πολλά από όσα νόμιζες για ακλόνητες αλήθειες, δεν ήταν παρά ένα περιποιημένο ψέμα. Η υπαρξιακή αγωνία είναι από μόνη της ένα μυστήριο, αυτό ίσως την κάνει και πιο θελκτική ως διαδικασία, γιατί μπορεί να σε οδηγήσει σταδιακά στην αυτογνωσία, στο γνώθι σαυτόν, που είναι και το μεγάλο ζητούμενο στις μέρες μας.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Η ατμόσφαιρα του «Βίου αβίωτου» είναι έντονα νυχτερινή, γεμάτη αϋπνία, περιπλανήσεις και εφήμερες συναντήσεις. Ποιες λογοτεχνικές επιρροές ή ποιες εικόνες της σύγχρονης πόλης λειτούργησαν ως αφετηρία για τη δημιουργία αυτού του αστικού σκηνικού;

– Τέτοιες εικόνες γεννήθηκαν μέσα μου, κυρίως, από άλλες μορφές τέχνης, όπως η μουσική ή ο κινηματογράφος. Η ταινία «Drive», ας πούμε, ή τα «Νυχτερινά πλάσματα», αλλά και το «Fight Club» και οπωσδήποτε τα βινύλια του Γάλλου DJ Perturbator, με επηρέασαν στο να περιγράψω ένα τέτοιο σκηνικό, με neon φώτα, clubs διασκέδασης, φλερτ ανάμεσα σε θολά σώματα και αλκοόλ. Δεν ήθελα, όμως, να μείνω εκεί, σε μια επιφανειακή αποτύπωση των ανθρώπινων συναναστροφών, αλλά να βρω τρόπους, ώστε το σύγχρονο αστικό τοπίο να γίνει το ευρύτερο σκηνικό, εντός του οποίου θα χωρέσουν σύγχρονα φαινόμενα, όπως ο μικροαστισμός, η αποξένωση, ο ατομικισμός, η κατάθλιψη, η έμφυλη βία, η αστυφιλία, ο υπερτουρισμός και, φυσικά, αποτρόπαια εγκλήματα στον από επάνω όροφο των ολόιδιων πολυκατοικιών. Αρθρογραφώ από πολύ μικρή ηλικία με πυρήνα την ανάγκη για αποκέντρωση και μάλλον εκεί βρίσκεται η ρίζα όσων περιγράφω και στον «Βίο αβίωτο» ακόμα και σήμερα.

Γράφοντας ένα μυθιστόρημα που εστιάζει στην αποξένωση, στην ψυχική φθορά και τα τραύματα του παρελθόντος, ποιο σημείο της συγγραφικής διαδικασίας σάς δυσκόλεψε περισσότερο και γιατί;

– Μέχρι και την τελευταία στιγμή, έπειτα και από την επιμέλεια του κειμένου, και αφότου είχα γράψει το βιβλίο από την αρχή περίπου έξι φορές, το πιο απαιτητικό ήταν να τοποθετήσω τα κεφάλαια με αναμεμιγμένη χωροχρονική σειρά μεταξύ τους, χωρίς στο τέλος να μπερδεύεται ο αναγνώστης και να χάνει τον μπούσουλα με όσα διαβάζει. Ως προς το ανθρώπινο μέρος, το πιο επίπονο ήταν ότι ανακαλούσα τις τελευταίες ημέρες ζωής του πατέρα μου και το ότι έπρεπε να αντιμετωπίσω κλινικά τα όσα με έκαναν και ακόμα με κάνουν να κλαίω, όταν τα θυμάμαι. Αυτό, ναι, ήταν κάτι που με έκανε αρκετές φορές να κομπιάσω πάνω από τις σελίδες και το παθαίνω και τώρα, που το βιβλίο ήδη κυκλοφορεί εκεί έξω, όταν κάθομαι και τα διαβάζω πάλι ή μου τα επικαλούνται οι αναγνώστες.

 ​​


Πηγή: ​​​ΠΗΓΗ:Greece

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *