Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν «ελλείψεις» πυρομαχικών ως αποτέλεσμα του πολέμου κατά του Ιράν, σύμφωνα με έκθεση του γενικού επιθεωρητή του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας.
«Οι δαπάνες για πυρομαχικά έχουν οδηγήσει σε στρατηγικά ελλείμματα αποθεμάτων και έχουν αποκαλύψει σημεία συμφόρησης στη βιομηχανική βάση όσον αφορά τον ανεφοδιασμό πυρομαχικών», αναφέρει η έκθεση, η οποία υποβλήθηκε προχθές στο Κογκρέσο από τον γενικό επιθεωρητή.
Για την αντιμετώπιση των ελλείψεων και των καθυστερήσεων, το Πεντάγωνο «εργάζεται για την απλοποίηση των διαδικασιών προμηθειών και των χρόνων παράδοσης της παραγωγής, καθώς και για την αποθήκευση κρίσιμων υλικών, εξαρτημάτων και επιλεγμένων πυρομαχικών», προσθέτει η έκθεση. Σημειώνει, ωστόσο, ότι η επέκταση της παραγωγικής ικανότητας απαιτεί «σημαντικό χρόνο».
Η έκθεση του υπουργείου Άμυνας έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Ντόναλντ Τραμπ και του υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, ότι ο πόλεμος δεν έχει προκαλέσει ελλείψεις πυρομαχικών.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν έλλειψη αναχαιτιστικών πυραύλων, ενώ κράτη του Κόλπου έχουν τεθεί σε λίστες αναμονής.
Η έκθεση επισημαίνει ακόμη ότι ο πόλεμος στο Ιράν επηρέασε την ικανότητα των ΗΠΑ να υποστηρίζουν την άμυνα της Ουκρανίας, καθώς καταγράφεται «πέραν της κρίσιμης» έλλειψη προηγμένων αναχαιτιστικών πυραύλων, ιδίως Patriot, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την κατάρριψη ρωσικών βαλλιστικών πυραύλων.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν εξαντλήσει αποθέματα εξελιγμένων πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς που χρησιμοποιούνται σε επιθέσεις απομόνωσης. Σύμφωνα με την έκθεση, έχουν επίσης εξαντληθεί αποθέματα όπλων εδάφους-εδάφους, συμπεριλαμβανομένων των ATACMS και πυραύλων ακριβείας.
Η έκθεση επιβεβαιώνει επίσης ότι ο κύριος κόμβος εφοδιαστικής υποστήριξης του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού (US Navy) στην περιοχή, ο οποίος βρίσκεται στη Μανάμα του Μπαχρέιν, αποτέλεσε στόχο ιρανικών επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους.
Παράλληλα, αναφέρεται ότι το Ιράν χρησιμοποίησε κινεζικό κατασκοπευτικό δορυφόρο για επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων στον Κόλπο.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, «εκατοντάδες κτίρια και κατασκευές» σε αμερικανικές βάσεις στο Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Ομάν και την Ιορδανία έχουν υποστεί ζημιές ή έχουν καταστραφεί από ιρανικές επιθέσεις.
Παραμένει, πάντως, ασαφές εάν όλες οι εγκαταστάσεις θα ανοικοδομηθούν, καθώς και ποιος θα επωμιστεί το σχετικό κόστος.
Το εκτιμώμενο κόστος του πολέμου ανέρχεται σε περίπου 33,4 δισ. δολάρια, ποσό στο οποίο δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες για την επισκευή των υποδομών.
Από το συνολικό ποσό, τα 3,7 δισ. δολάρια αφορούν απώλειες εξοπλισμού, ενώ τα 22,3 δισ. δολάρια αντιστοιχούν σε πυρομαχικά που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Νυν και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η ανοικοδόμηση των βάσεων στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί βιώσιμη λύση, δεδομένου ότι το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Περισσότεροι από 50.000 στρατιώτες αναπτύχθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM) για την υποστήριξη των πολεμικών επιχειρήσεων, ενώ πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 1.500 αεροπορικές αποστολές.
Greece
