Του Kωνσταντίνου Ζαχαρίου
Σημαντικές αδυναμίες σε ζητήματα δικαιοσύνης, διαφάνειας και βιωσιμότητας εξακολουθεί να παρουσιάζει το φορολογικό σύστημα της Κύπρου, ακόμη και μετά τις αλλαγές της πρόσφατης φορολογικής μεταρρύθμισης.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης της Κομισιόν στο πλαίσιο του εαρινού Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026, η οποία εξετάζει, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση των φορολογικών εσόδων, τη συμμόρφωση, τη διαφάνεια και τους κινδύνους επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το κυπριακό φορολογικό μοντέλο παραμένει σε σημαντικό βαθμό προσανατολισμένο στην κατανάλωση και στο κεφάλαιο, ενώ η φορολόγηση της εργασίας βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παράλληλα, καταγράφονται χαμηλή φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας και περιορισμένη αναδιανεμητική επίδραση.
Τα συνολικά φορολογικά έσοδα, μαζί με τις υποχρεωτικές κοινωνικές εισφορές, ανήλθαν το 2024 στο 36,3% του ΑΕΠ, έναντι 39,4% στην ΕΕ. Οι φόροι στην εργασία διαμορφώθηκαν στο 15,1%, έναντι 20,3% στην ΕΕ, ενώ οι κοινωνικές εισφορές στο 11,7%, έναντι 13%.
Αντίθετα, οι φόροι στην κατανάλωση έφτασαν το 11,8% του ΑΕΠ, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 10,6%, ενώ οι φόροι στο κεφάλαιο ανήλθαν στο 9,4%, επίσης πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι σημαντικό μέρος των εσόδων προέρχεται από την κατανάλωση και τη φορολόγηση επιχειρήσεων και κεφαλαίου.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην κοινωνική αναδιανομή. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι το σύστημα φόρων και παροχών μειώνει την εισοδηματική ανισότητα λιγότερο από ό,τι στις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Το 2024, οι φόροι και οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μείωσαν τον δείκτη Gini κατά 4,6 μονάδες, έναντι 7,8 μονάδων κατά μέσο όρο στην ΕΕ.
Οι αλλαγές του 2026 στη φορολόγηση προσωπικού εισοδήματος αναμένεται να έχουν δημοσιονομικό κόστος 151 εκατ. ευρώ. Παρότι εκτιμάται ότι θα ωφελήσουν κυρίως χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, η Κομισιόν θεωρεί αμελητέα την επίδρασή τους στην προοδευτικότητα του συστήματος.
Αδυναμίες καταγράφονται και στη διαφάνεια, καθώς δεν υπάρχουν επίσημες εθνικές εκτιμήσεις για το συνολικό φορολογικό κενό. Θετική εξέλιξη αποτελεί η μείωση του κενού ΦΠΑ από 6,3% το 2022 σε 3,3% το 2023. Ωστόσο, οι καθυστερημένες φορολογικές οφειλές αυξήθηκαν στο 62,3% των συνολικών καθαρών εσόδων, περίπου διπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Συνολικά, η έκθεση καταδεικνύει την ανάγκη για βαθύτερες αλλαγές, ώστε το φορολογικό σύστημα να υπηρετεί αποτελεσματικότερα τη φορολογική δικαιοσύνη, την κοινωνική συνοχή και τη διαφάνεια.
Φορολογική ασυλία στον μεγάλο πλούτο
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η Κομισιόν στη χαμηλή φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο, τομέας στον οποίο η χώρα βρίσκεται αισθητά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Τα σχετικά φορολογικά έσοδα ανήλθαν το 2024 μόλις στο 0,6% του ΑΕΠ, έναντι 1,8% στην ΕΕ. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στους επαναλαμβανόμενους φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας, οι οποίοι περιορίστηκαν στο 0,1% του ΑΕΠ, έναντι 0,9% κατά μέσο όρο στην Ένωση.
Η Κομισιόν υπενθυμίζει ότι ο επαναλαμβανόμενος φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας καταργήθηκε στην Κύπρο το 2017. Πρόκειται για μορφή φορολόγησης που θεωρείται από τις λιγότερο επιβαρυντικές για την οικονομική ανάπτυξη.
Παράλληλα, η Κύπρος δεν διαθέτει φόρο πλούτου, κληρονομιάς ή δωρεάς, ενώ περιορισμένη παραμένει και η φορολόγηση των κεφαλαιουχικών κερδών. Ως αποτέλεσμα, ο συσσωρευμένος πλούτος φορολογείται σε σχετικά χαμηλό βαθμό.
Στα χαμηλά ο φόρος των εταιρειών
Η εταιρική φορολογία εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα του κυπριακού φορολογικού μοντέλου, με τα σχετικά έσοδα να είναι υπερδιπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Το 2024 τα έσοδα από τον εταιρικό φόρο ανήλθαν στο 6,9% του ΑΕΠ, έναντι 3,1% στην ΕΕ. Η διαφορά αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την έντονη παρουσία ξένων εταιρειών και τον ρόλο της Κύπρου ως διεθνούς επιχειρηματικού κέντρου.
Παρά τα υψηλά έσοδα, οι εταιρικοί φορολογικοί συντελεστές παραμένουν ανάμεσα στους χαμηλότερους στην ΕΕ. Το 2026 ο συντελεστής αυξήθηκε από 12,5% σε 15%, ενώ η έκτακτη αμυντική εισφορά στα μερίσματα μειώθηκε από 17% σε 5%.
Η Κομισιόν καταγράφει επίσης υψηλές ροές εξερχόμενων μερισμάτων, άμεσων ξένων επενδύσεων και πληρωμών τόκων και δικαιωμάτων, στοιχεία που συνδέονται με κινδύνους επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού.
Το 10% κρατά το 67% του πλούτου
Σε τροχιά διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων βρίσκεται η Κύπρος, με τον πλούτο να συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο στα χέρια λίγων.
Σύμφωνα με έκθεση που εκπονήθηκε για τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού κατέχει το 67% του συνολικού πλούτου της χώρας. Το ποσοστό αυτό είναι αυξημένο κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2007 και ξεπερνά τον μέσο όρο της ΕΕ, που ανέρχεται στο 60%.
Ακόμη πιο ενδεικτικό της συγκέντρωσης του πλούτου είναι το γεγονός ότι μόλις δέκα πρόσωπα συγκεντρώνουν περιουσία συνολικού ύψους 42,9 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, ένας ευρωπαϊκός φόρος καθαρής περιουσίας για άτομα υπερ-υψηλού πλούτου θα μπορούσε να αποφέρει στην Κύπρο έως 1,2 δισ. ευρώ ετησίως με συντελεστή 2% και έως 2,1 δισ. ευρώ με συντελεστή 3%.
Μεταρρύθμιση χωρίς προοδευτική στροφή
Τα στοιχεία των ευρωπαϊκών εκθέσεων επαναφέρουν τη συζήτηση για το κατά πόσο η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση αξιοποίησε την ευκαιρία για πιο δίκαιη ανακατανομή των φορολογικών βαρών.
Παρότι οι αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος περιλαμβάνουν μέτρα που αναμένεται να ωφελήσουν κυρίως χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, η Κομισιόν εκτιμά ότι η συνολική επίδρασή τους στην προοδευτικότητα του συστήματος θα είναι αμελητέα.
Στη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση, το ΑΚΕΛ είχε καταθέσει τεκμηριωμένες προτάσεις για μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη, ενίσχυση των κρατικών εσόδων και αυξημένη συνεισφορά από τα πολύ υψηλά εισοδήματα και τον μεγάλο πλούτο.
Οι προτάσεις αυτές, ωστόσο, δεν υιοθετήθηκαν, καθώς απορρίφθηκαν από την κυβέρνηση και τη συμμαχία ΔΗΣΥ – ΕΛΑΜ.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το βάρος των στοιχείων για τη συγκέντρωση πλούτου, τη χαμηλή φορολόγηση της περιουσίας και την περιορισμένη αναδιανεμητική λειτουργία του φορολογικού συστήματος.
ΠΗΓΗ:Live
