Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος Η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης (0,25%) επαναφέρει στο προσκήνιο μια θεμελιώδη συζήτηση για το κατά πόσο τα παραδοσιακά εργαλεία της νομισματικής πολιτικής μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις σύγχρονες πληθωριστικές πιέσεις. Η ίδια η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι οι επόμενες κινήσεις της θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από γεωπολιτικούς παράγοντες, όπως η εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις της στην ενέργεια, στις μεταφορές και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ωστόσο, την ίδια στιγμή επιμένει να χρησιμοποιεί το βασικό της εργαλείο, δηλαδή την αύξηση των επιτοκίων. Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό: μπορεί ένα πρόβλημα που γεννιέται στην πλευρά της προσφοράς να λυθεί μέσω της συμπίεσης της ζήτησης ; Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι αρνητική. Η λογική πίσω από τις αυξήσεις επιτοκίων είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες. Όταν η οικονομία υπερθερμαίνεται, όταν η κατανάλωση και οι επενδύσεις αυξάνονται υπερβολικά και δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις, οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν το κόστος του χρήματος. Ο δανεισμός γίνεται ακριβότερος, η ζήτηση περιορίζεται και οι τιμές σταδιακά αποκλιμακώνονται. Αυτό, όμως, προϋποθέτει ότι η βασική αιτία του πληθωρισμού είναι η υπερβάλλουσα ζήτηση. Στη σημερινή συγκυρία, οι ίδιες οι προβλέψεις της ΕΚΤ δείχνουν ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει. Οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό συνδέονται άμεσα με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, με τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, με τις τιμές της ενέργειας, με τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και με τις ευρύτερες γεωπολιτικές εντάσεις. Πρόκειται για παράγοντες που δεν σχετίζονται με την υπερβολική κατανάλωση των ευρωπαϊκών νοικοκυριών ούτε με την υπερβολική επενδυτική δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν πληθωρισμό που σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα περιορισμών στην προσφορά. Η αύξηση του κόστους μεταφοράς, η ακριβότερη ενέργεια, οι εμπορικοί περιορισμοί, οι δασμοί και οι στρατηγικές επιλογές κρατών δημιουργούν ένα νέο οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο οι τιμές αυξάνονται επειδή η παραγωγή και η διακίνηση αγαθών γίνονται δυσκολότερες και ακριβότερες. Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση των επιτοκίων δεν αντιμετωπίζει την αιτία του προβλήματος. Δεν ανοίγει τα Στενά του Ορμούζ. Δεν μειώνει την τιμή του πετρελαίου. Δεν αποκαθιστά τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Δεν τερματίζει έναν πόλεμο. Δεν αναιρεί γεωπολιτικές συγκρούσεις. Αυτό που κάνει είναι να αυξάνει το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι οικογένειες με στεγαστικά δάνεια βλέπουν τις δόσεις τους να αυξάνονται. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται περισσότερο να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις. Η αγορά ακινήτων επιβραδύνεται. Η κατανάλωση περιορίζεται. Η ανάπτυξη υποχωρεί. Και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι πραγματικές αιτίες του πληθωρισμού θα εξαφανιστούν. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι τα ίδια τα σενάρια της ΕΚΤ αποτυπώνουν αυτή την αντίφαση. Στο δυσμενές σενάριο, ο πληθωρισμός αυξάνεται εξαιτίας της παράτασης των γεωπολιτικών συγκρούσεων, ενώ ταυτόχρονα η ανάπτυξη στην ευρωζώνη επιβραδύνεται σημαντικά. Δηλαδή, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού και χαμηλής ανάπτυξης, μια μορφή στασιμοπληθωρισμού που ιστορικά αποτελεί από τις δυσκολότερες οικονομικές προκλήσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων ενδέχεται να επιδεινώσει την αναπτυξιακή διάσταση του προβλήματος χωρίς να προσφέρει ουσιαστική λύση στην πληθωριστική. Το βασικό ζήτημα είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες φαίνεται να επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ένα δομικό πρόβλημα με εργαλεία που σχεδιάστηκαν για κυκλικές κρίσεις. Ο κόσμος του 2026 δεν είναι ο κόσμος των προηγούμενων δεκαετιών. Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει μετατραπεί σε στρατηγικό ζήτημα. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις επηρεάζουν άμεσα τις τιμές των πρώτων υλών. Οι αλυσίδες εφοδιασμού αναδιοργανώνονται με γνώμονα την ασφάλεια και όχι αποκλειστικά το χαμηλότερο κόστος. Όλα αυτά δημιουργούν έναν νέο τύπο πληθωρισμού, ο οποίος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με αυξήσεις επιτοκίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η νομισματική πολιτική είναι άχρηστη. Σημαίνει, όμως, ότι δεν αρκεί. Χρειάζονται συντονισμένες πολιτικές που ενισχύουν την παραγωγή, επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, μέτρα ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που μειώνουν τις εξαρτήσεις από γεωπολιτικά ευάλωτες περιοχές. Η ΕΚΤ έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί στενά τον πληθωρισμό και να προστατεύει τη σταθερότητα των τιμών. Όμως η επιμονή στην αύξηση των επιτοκίων ως κύρια απάντηση σε πληθωριστικές πιέσεις που γεννιούνται εκτός του πεδίου της ζήτησης κινδυνεύει να οδηγήσει σε ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα: ασθενέστερη ανάπτυξη, ακριβότερη χρηματοδότηση και μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για πολίτες και επιχειρήσεις, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση των πραγματικών αιτίων του προβλήματος . Η μεγαλύτερη πρόκληση για τις κεντρικές τράπεζες σήμερα δεν είναι να εφαρμόσουν τις συνταγές του παρελθόντος. Είναι να αναγνωρίσουν ότι ο πληθωρισμός έχει αλλάξει χαρακτήρα και ότι οι λύσεις του χθες δεν είναι απαραίτητα οι λύσεις του αύριο. The post Η λάθος συνταγή απέναντι σε έναν νέο πληθωρισμό appeared first on AlphaNews .Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος Η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης (0,25%) επαναφέρει στο προσκήνιο μια θεμελιώδη συζήτηση για το κατά πόσο τα παραδοσιακά εργαλεία της νομισματικής πολιτικής μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις σύγχρονες πληθωριστικές πιέσεις. Η ίδια η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι οι επόμενες κινήσεις της θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από γεωπολιτικούς παράγοντες, όπως η εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις της στην ενέργεια, στις μεταφορές και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ωστόσο, την ίδια στιγμή επιμένει να χρησιμοποιεί το βασικό της εργαλείο, δηλαδή την αύξηση των επιτοκίων. Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό: μπορεί ένα πρόβλημα που γεννιέται στην πλευρά της προσφοράς να λυθεί μέσω της συμπίεσης της ζήτησης ; Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι αρνητική. Η λογική πίσω από τις αυξήσεις επιτοκίων είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες. Όταν η οικονομία υπερθερμαίνεται, όταν η κατανάλωση και οι επενδύσεις αυξάνονται υπερβολικά και δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις, οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν το κόστος του χρήματος. Ο δανεισμός γίνεται ακριβότερος, η ζήτηση περιορίζεται και οι τιμές σταδιακά αποκλιμακώνονται. Αυτό, όμως, προϋποθέτει ότι η βασική αιτία του πληθωρισμού είναι η υπερβάλλουσα ζήτηση. Στη σημερινή συγκυρία, οι ίδιες οι προβλέψεις της ΕΚΤ δείχνουν ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει. Οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό συνδέονται άμεσα με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, με τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, με τις τιμές της ενέργειας, με τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και με τις ευρύτερες γεωπολιτικές εντάσεις. Πρόκειται για παράγοντες που δεν σχετίζονται με την υπερβολική κατανάλωση των ευρωπαϊκών νοικοκυριών ούτε με την υπερβολική επενδυτική δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν πληθωρισμό που σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα περιορισμών στην προσφορά. Η αύξηση του κόστους μεταφοράς, η ακριβότερη ενέργεια, οι εμπορικοί περιορισμοί, οι δασμοί και οι στρατηγικές επιλογές κρατών δημιουργούν ένα νέο οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο οι τιμές αυξάνονται επειδή η παραγωγή και η διακίνηση αγαθών γίνονται δυσκολότερες και ακριβότερες. Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση των επιτοκίων δεν αντιμετωπίζει την αιτία του προβλήματος. Δεν ανοίγει τα Στενά του Ορμούζ. Δεν μειώνει την τιμή του πετρελαίου. Δεν αποκαθιστά τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Δεν τερματίζει έναν πόλεμο. Δεν αναιρεί γεωπολιτικές συγκρούσεις. Αυτό που κάνει είναι να αυξάνει το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι οικογένειες με στεγαστικά δάνεια βλέπουν τις δόσεις τους να αυξάνονται. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται περισσότερο να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις. Η αγορά ακινήτων επιβραδύνεται. Η κατανάλωση περιορίζεται. Η ανάπτυξη υποχωρεί. Και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι πραγματικές αιτίες του πληθωρισμού θα εξαφανιστούν. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι τα ίδια τα σενάρια της ΕΚΤ αποτυπώνουν αυτή την αντίφαση. Στο δυσμενές σενάριο, ο πληθωρισμός αυξάνεται εξαιτίας της παράτασης των γεωπολιτικών συγκρούσεων, ενώ ταυτόχρονα η ανάπτυξη στην ευρωζώνη επιβραδύνεται σημαντικά. Δηλαδή, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού και χαμηλής ανάπτυξης, μια μορφή στασιμοπληθωρισμού που ιστορικά αποτελεί από τις δυσκολότερες οικονομικές προκλήσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων ενδέχεται να επιδεινώσει την αναπτυξιακή διάσταση του προβλήματος χωρίς να προσφέρει ουσιαστική λύση στην πληθωριστική. Το βασικό ζήτημα είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες φαίνεται να επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ένα δομικό πρόβλημα με εργαλεία που σχεδιάστηκαν για κυκλικές κρίσεις. Ο κόσμος του 2026 δεν είναι ο κόσμος των προηγούμενων δεκαετιών. Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει μετατραπεί σε στρατηγικό ζήτημα. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις επηρεάζουν άμεσα τις τιμές των πρώτων υλών. Οι αλυσίδες εφοδιασμού αναδιοργανώνονται με γνώμονα την ασφάλεια και όχι αποκλειστικά το χαμηλότερο κόστος. Όλα αυτά δημιουργούν έναν νέο τύπο πληθωρισμού, ο οποίος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με αυξήσεις επιτοκίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η νομισματική πολιτική είναι άχρηστη. Σημαίνει, όμως, ότι δεν αρκεί. Χρειάζονται συντονισμένες πολιτικές που ενισχύουν την παραγωγή, επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, μέτρα ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που μειώνουν τις εξαρτήσεις από γεωπολιτικά ευάλωτες περιοχές. Η ΕΚΤ έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί στενά τον πληθωρισμό και να προστατεύει τη σταθερότητα των τιμών. Όμως η επιμονή στην αύξηση των επιτοκίων ως κύρια απάντηση σε πληθωριστικές πιέσεις που γεννιούνται εκτός του πεδίου της ζήτησης κινδυνεύει να οδηγήσει σε ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα: ασθενέστερη ανάπτυξη, ακριβότερη χρηματοδότηση και μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για πολίτες και επιχειρήσεις, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση των πραγματικών αιτίων του προβλήματος . Η μεγαλύτερη πρόκληση για τις κεντρικές τράπεζες σήμερα δεν είναι να εφαρμόσουν τις συνταγές του παρελθόντος. Είναι να αναγνωρίσουν ότι ο πληθωρισμός έχει αλλάξει χαρακτήρα και ότι οι λύσεις του χθες δεν είναι απαραίτητα οι λύσεις του αύριο. The post Η λάθος συνταγή απέναντι σε έναν νέο πληθωρισμό appeared first on AlphaNews . Read More
