Της
Ελένης Κωνσταντίνου
Στην κρίση των εκπαιδευτικών οργανώσεων βρίσκεται πλέον το κείμενο εργασίας του Υπουργείου Παιδείας για τον εκσυγχρονισμό του Συστήματος Διορισμού Εκπαιδευτικών, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο διαβούλευσης, που αναμένεται να ολοκληρωθεί με κατ’ ιδίαν συναντήσεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων μέχρι το τέλος Αυγούστου. Στόχος του υπουργείου είναι να πραγματοποιηθεί ανταλλαγή απόψεων, να κατατεθούν εισηγήσεις και διευκρινίσεις και, στη συνέχεια, να οριστικοποιηθεί η πρόταση, η οποία θα υποβληθεί και στον αναγκαίο νομοτεχνικό έλεγχο πριν πάρει τον δρόμο προς τη Βουλή.
Ωστόσο, οι πρώτες αντιδράσεις δείχνουν ότι η πρόταση δύσκολα θα περάσει χωρίς σημαντικές αλλαγές. Παρότι αναγνωρίζεται πως το ΥΠΑΝ επιχειρεί να αντιμετωπίσει προβλήματα που ανέδειξε η εφαρμογή του υφιστάμενου συστήματος, οι περισσότερες κινήσεις των εκπαιδευτικών εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις, θεωρώντας ότι αρκετές από τις εισηγήσεις είτε δεν επιλύουν τις στρεβλώσεις είτε δημιουργούν νέα ερωτήματα για το εργασιακό μέλλον χιλιάδων εκπαιδευτικών.
Σύμφωνα με την Υπουργό Παιδείας, Αθηνά Μιχαηλίδου, η βασική φιλοσοφία της μεταρρύθμισης παραμένει η διασφάλιση της αξιοκρατίας, της διαφάνειας και της ποιοτικής αναβάθμισης του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας εκπαίδευσης. Την ίδια ώρα, το υπουργείο αναγνωρίζει ότι η εφαρμογή του υφιστάμενου συστήματος ανέδειξε σοβαρές στρεβλώσεις, οι οποίες καθιστούν αναγκαίες συγκεκριμένες διορθωτικές παρεμβάσεις.
Η πρόταση στηρίζεται στη βελτίωση της διαδικασίας της γραπτής εξέτασης, με σημαντικότερες αλλαγές την κατάργηση της βάσης επιτυχίας, την κατάργηση της σύνθετης στατιστικής επεξεργασίας των αποτελεσμάτων, την αναθεώρηση της μορφής και του βαθμού δυσκολίας των εξεταστικών δοκιμίων, καθώς και τη διεξαγωγή νέας εξέτασης ανά τριετία. Παράλληλα, προβλέπονται δείγματα εξεταστικών δοκιμίων για τους υποψηφίους, ενίσχυση της διαδικασίας θεματοθέτησης και επιμόρφωση των θεματοθετών.
Σημειώνεται, επίσης, ότι οι όποιες ρυθμίσεις θα ισχύσουν από τον Σεπτέμβριο του 2027, όταν θα τερματιστεί η λειτουργία των Πινάκων Διοριστέων. Το ΥΠΑΝ προτείνει ενιαίους Πίνακες Διορισίμων, στους οποίους θα συνυπολογίζονται τόσο η επίδοση στη γραπτή εξέταση όσο και η εκπαιδευτική προϋπηρεσία, με πρόθεση, μάλιστα, να αυξηθεί η βαρύτητα της τελευταίας. Προβλέπεται, επίσης, η δημιουργία προσωρινού κλειστού μητρώου για συμβασιούχους και αντικαταστάτες με συγκεκριμένη προϋπηρεσία, ώστε να καλύπτονται οι έκτακτες ανάγκες στελέχωσης των σχολείων.
Έντονη αντίδραση καταγράφεται από την Προοδευτική Κίνηση Δασκάλων και Νηπιαγωγών, η οποία θεωρεί ότι το ίδιο το ΥΠΑΝ, μέσα από τις προτεινόμενες αλλαγές, παραδέχεται την αποτυχία του συστήματος που εφαρμόζεται από το 2015. Όπως υποστηρίζει, η κατάργηση της βάσης επιτυχίας αποτελεί ουσιαστικά αναγνώριση ότι το βασικό εργαλείο επιλογής των εκπαιδευτικών δεν λειτούργησε όπως είχε σχεδιαστεί, ενώ θέτει το ερώτημα γιατί χιλιάδες υποψήφιοι αποκλείστηκαν τα προηγούμενα χρόνια με βάση ένα κριτήριο που σήμερα εγκαταλείπεται.
Η Προοδευτική χαιρετίζει την πρόθεση του υπουργείου να αναγνωρίσει ουσιαστικότερα την εκπαιδευτική εμπειρία, σημειώνει, όμως, ότι ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται αυτό δεν επιλύει το πρόβλημα. Εκφράζει ιδιαίτερη διαφωνία με την πρόταση για δημιουργία κλειστού μητρώου συμβασιούχων και αντικαταστατών, υποστηρίζοντας ότι δεν διασφαλίζει πραγματική εργασιακή προοπτική ούτε αντιμετωπίζει την πολυετή ανασφάλεια χιλιάδων εκπαιδευτικών που καλύπτουν πάγιες ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης. Παράλληλα, επαναλαμβάνει τη θέση της για μη θυματοποίηση οποιουδήποτε εκπαιδευτικού και για διατήρηση των διαδικασιών διορισμού και μονιμοποίησης μέσω των υφιστάμενων καταλόγων.
«Ο τρόπος που επιλέγει το ΥΠΑΝ να προτείνει την αναγνώριση της εκπαιδευτικής εμπειρίας, μέσα από δημιουργία μητρώου, δεν δίνει πραγματική και μόνιμη λύση στους χιλιάδες εκπαιδευτικούς που εργάζονται επί σειρά ετών, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης. Αντίθετα, η εισήγηση για ένα προσωρινό “κλειστό μητρώο” για συμβασιούχους και αντικαταστάτες δεν διασφαλίζει τα εργασιακά τους δικαιώματα ούτε δίνει ξεκάθαρη προοπτική μονιμοποίησης».
Η Προοδευτική Κίνηση Δασκάλων και Νηπιαγωγών θεωρεί απαράδεκτο το γεγονός ότι χιλιάδες εκπαιδευτικοί, οι οποίοι κράτησαν όρθια τα δημόσια σχολεία όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως προσωρινή εφεδρεία του εκπαιδευτικού συστήματος. Η Πολιτεία δεν μπορεί να αξιοποιεί την εργασία τους όταν υπάρχουν ανάγκες και, ταυτόχρονα, να αρνείται να τους παρέχει πραγματική εργασιακή ασφάλεια και προοπτική.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ΔΗΑΝΑ, η οποία χαρακτηρίζει το κείμενο εργασίας σαφή παραδοχή ότι το σύστημα που εφαρμόστηκε την τελευταία δεκαετία δεν πέτυχε τους στόχους του. Η κίνηση θεωρεί θετική την ενισχυμένη αναγνώριση της προϋπηρεσίας, εκφράζει, όμως, ανησυχία ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για το εργασιακό μέλλον των εκπαιδευτικών και ζητά ουσιαστικό θεσμικό διάλογο πριν από οποιαδήποτε νομοθετική αλλαγή.
Η ΑΚίΔΑ, από την πλευρά της, εστιάζει κυρίως στη νομική διάσταση της πρότασης, ζητώντας την άμεση εφαρμογή της απόφασης της ΠΟΕΔ για πλήρη νομική διερεύνηση και έλεγχο της συνταγματικότητας των προτεινόμενων αλλαγών. Όπως υποστηρίζει, η οργάνωση πρέπει να είναι πλήρως προετοιμασμένη πριν ολοκληρωθεί ο διάλογος με το Υπουργείο, ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των επηρεαζόμενων εκπαιδευτικών.
Επιφυλακτική εμφανίζεται και η ΠΑΔΕΔ Πρωτοπορία, η οποία επισημαίνει ότι η κατάθεση του κειμένου εργασίας έγινε με σημαντική καθυστέρηση, ενώ απορρίπτει την προοπτική λήψης αποφάσεων υπό την πίεση ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων. Η κίνηση επαναλαμβάνει τις πάγιες θέσεις της για διατήρηση των Καταλόγων Διοριστέων και μετά το 2027, πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων των αορίστου χρόνου, των συμβασιούχων και των αντικαταστατών, καθώς και αποφυγή οποιασδήποτε θυματοποίησης εκπαιδευτικών.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται καθοριστικό για την εξέλιξη της μεταρρύθμισης. Οι κατ’ ιδίαν διαβουλεύσεις του ΥΠΑΝ με τις εκπαιδευτικές οργανώσεις αναμένεται να αναδείξουν τα σημεία σύγκλισης και τις βασικές διαφωνίες, πριν το υπουργείο προχωρήσει στην οριστικοποίηση της πρότασής του. Πάντως, οι πρώτες αντιδράσεις καταδεικνύουν ότι, παρά τη γενική αναγνώριση της ανάγκης για αλλαγές, οι εκπαιδευτικές οργανώσεις θεωρούν πως εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ζητήματα που απαιτούν ουσιαστικές βελτιώσεις, ώστε το νέο σύστημα να διασφαλίζει τόσο την αξιοκρατία όσο και την εργασιακή ασφάλεια των εκπαιδευτικών.
Cyprus
