Σε κείμενο για το πρώτο εξάμηνο του ΣΥΡΙΖΑ (*), υποστηρίξαμε ότι ο συμβιβασμός του Ιουλίου 2015 δεν καταγράφηκε στη λαϊκή μνήμη ως κωλοτούμπα το καλοκαίρι 2015 αλλά πολύ αργότερα. Αν ο συμβιβασμός έγινε ώστε να διασωθεί μια διαφορετική πορεία για τον τόπο, αυτή τελικά δεν έγινε. Η επίκληση των περιορισμών του μνημονίου είναι το άλλοθι
Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ’ ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
συνδρομητές – Κάντε δωρεά
Σε κείμενο για το πρώτο εξάμηνο του ΣΥΡΙΖΑ (*), υποστηρίξαμε ότι ο συμβιβασμός του Ιουλίου 2015 δεν καταγράφηκε στη λαϊκή μνήμη ως κωλοτούμπα το καλοκαίρι 2015 αλλά πολύ αργότερα. Αν ο συμβιβασμός έγινε ώστε να διασωθεί μια διαφορετική πορεία για τον τόπο, αυτή τελικά δεν έγινε.
Η επίκληση των περιορισμών του μνημονίου είναι το άλλοθι για πολλά που μπορούσαν να γίνουν και δεν έγιναν εντός μνημονίου, και εκτός από τον Αύγουστο 2018. Ένα κλάσμα αυτών αν είχε αξιοποιηθεί αρκεί να χαράξει μια διαφορετική κοινωνική πορεία και να κερδίσει την εμπιστοσύνη σε πλατιά στρώματα.
Η ειρωνεία είναι ότι το άλλοθι ενισχύεται με τις κριτικές που χρεώνουν όλα στο «τρίτο αχρείαστο μνημόνιο», ενώ στα αριστερά κυριάρχησε η «αυτοδικαίωση» για το 2015.
Μετά την ήττα του εαμικού κινήματος υπήρξαν στην Ελλάδα τρία κύματα λαϊκής ανάτασης. Τη δεκαετία του ’60 που ανακόπηκε με τη χούντα, στη μεταπολίτευση που κεφαλαιοποίησε το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου, και το αντιμνημονιακό κύμα που καβάλησε ο ΣΥΡΙΖΑ του Α. Τσίπρα.
Ανεξάρτητα από το τι ήταν τα δυο αυτά κόμματα (το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε τη δεκαετία του ’80 κυρίως ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα), η ανάληψη κυβερνητικής εξουσίας από ένα φιλολαϊκό κόμμα με την ορμή ενός λαϊκού κύματος συνιστά αντικειμενική ευκαιρία εμπέδωσης της λαϊκής κυριαρχίας, έκφραση. πτυχών καταπιεσμένης κοινωνικής δυναμικής, αναδιανομής και απελευθέρωσης παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.
Και οι δυο αυτές ιστορικές το 1981 και 2015 χάθηκαν και άλλες προσδοκίες ματαιώθηκαν, η δεύτερη συντομότερη από την πρώτη.
Ο τελευταίος χρόνος ως καθρέφτης της τετραετίας
Ο τελευταίος χρόνος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η χώρα είχε τυπικά βγει από τα μνημόνια, επιβεβαίωσε ότι πολλά απ’ όσα δεν έκαναν το 2015-18 δεν ήταν γιατί εμπόδιζε το μνημόνιο αλλά γιατί έλειπε η πολιτική βούληση. Η έξοδος δεν σήμαινε ουσιαστική αλλαγή σελίδας. Παρά τις αντίθετες θετικές ρυθμίσεις το 2018-19, ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε στην ευθεία για τις εκλογές του 2019 χωρίς να αλλάξει πολιτική στο μεταμνημονιακό τοπίο. Αυτό που ουσιαστικά υποσχόταν για την επόμενη τετραετία ήταν η «πολιτική του σταγονόμετρου»: η δημοσιονομική σταθερότητα που είχε αξιοποιηθεί με κάποια φιλολαϊκά μέτρα σε αντίθεση με μια παλινόρθωση της Δεξιάς.
Μετά τη λαίλαπα της κρίσης η γραμμή αυτή δεν προσέφερε «αποζημίωση» και εναλλακτική πορεία για τον τόπο, αδυνατούσε να κερδίσει ακροατήρια ευρύτερα από όσα είχαν συσπειρωθεί το 2015 και να ξανακερδίσει απογοητευμένο κόσμο.
Επιβεβαίωνε ταυτόχρονα τα «μυαλά» που είχαν επικρατήσει στην τετραετία. Οι βασικοί υπουργοί δεν είχαν κατά νου για τη νέα τετραετία τίποτα δραματικά διαφορετικό απ’ ότι ήδη είχαν κάνει εντός μνημονίου. Τα 205 εκ. επιπλέον μείωση του ΕΝΦΙΑ, που βρήκε εντός Προϋπολογισμού 2019 η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση Μητσοτάκη αλλά δεν έβρισκε μια κυβέρνηση που πήγαινε σε εκλογές, είναι ενδεικτικά της κατάστασης των πνευματικών.
Η καλοτυχία Μητσοτάκη να ξεσπάσει η πανδημία και η πρωτόγνωρη ελευθερία δαπανών με την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας αποτελεί τον ΣΥΡΙΖΑ της «πολιτικής του σταγονόμετρου» που ήταν από μόνη της σαθρή και λίγη.
Όσα δεν έκανε
Μετά το 2019 ο ΣΥΡΙΖΑ επεδείκνυε κυρίως την έξοδο από το Πρόγραμμα με τη ρύθμιση του χρέους (όπου απέτυχαν οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις) και τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η ολοκλήρωση του Προγράμματος ήταν και επιθυμία της ΕΕ, οι Πρέσπες των ΗΠΑ. Η καύχηση αυτή μπορεί να διαβαστεί και ανάποδα: ήταν τα δύο έργα της τετραετίας που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε και ολοκλήρωσε με στοχοπροσήλωση.
Δεν πήρε καμία άλλη μεγάλη πρωτοβουλία, δεν προώθησε αποφασιστικά κανένα άλλο στόχο κρίσιμης σημασίας σε κανένα πεδίο. Θα χρειάζονταν πολλά άρθρα για να παραθέσουμε όλα όσα δεν έγιναν. Περιοριζόμαστε σε ενδεικτικά.
Η ΑΑΔΕ, η κεντρική φορολογική αρχή, συνέχισε να λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο των προηγούμενων κυβερνήσεων, ασφυκτικής στοχοποίησης μικρών οφειλετών και συστηματικού ακαταδίωκτου της μεγάλης φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής.
Δεν υπήρξε αλλαγή πολιτικής για το τραπεζικό και εκβιαστικοί περιορισμοί της τρόικας δεν δικαιολογούν την απραξία. Για παράδειγμα, δεν άλλαξε ο νόμος για το ΤΧΣ ούτε μετά τον Αύγουστο 2018, ενώ ήταν το αυτονόητο και εφικτό. Πάνω από 11 δις διαγραφές μεγάλων τραπεζικών δανείων προστέθηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ, «έργο» που ολοκληρώθηκε με την «κατ’ έγκλιση» ρύθμιση Μητσοτάκη στην τροποποίηση του νέου Ποινικού Κώδικα με το που έγινε κυβέρνηση.
Σε ολόκληρους τομείς πολιτικής δεν έγιναν επί τέσσερα χρόνια εντοπισμένες κινήσεις που μπορούσαν να αλλάξουν το τοπίο επιλέγοντας κοινωνικούς συμμάχους στην πλευρά της πλειοψηφίας και της παραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αγροτοδιατροφική αλυσίδα, ιδιαίτερα η κτηνοτροφία. Στις εργασιακές σχέσεις, στην ενέργεια, στη διαφθορά στο Δημόσιο σε εντοπισμένες χρόνιες εστίες. Απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα και λαθρεμπόρια. Και πολλά, πολλά άλλα.
Δεν στηρίχθηκε με συγκεκριμένα μέτρα η υγιής επιχείρηση απέναντι στην ολιγαρχία και τη γραφειοκρατία, ενώ γενικότερα η παραγωγική ανασυγκρότηση ή «άλλο παραγωγικό μοντέλο» ή όπως αλλιώς λέγεται, παραμένει μέχρι σήμερα πουκάμισο αδειανό γιατί απλώς ποτέ δεν ήταν πραγματικά στόχος.
Την έλλειψη βούλησης συμπλήρωσε η αναποτελεσματικότητα ή ανικανότητα όπως στην απορρόφηση του ΕΣΠΑ στην πραγματική οικονομία (σε αντίθεση με το επίσημο αφήγημα που το θεωρούσε πεδίο «επιτυχίας»). Συνολικά, η οικονομική πολιτική δεν ενόχλησε το πλούσιο 1% ενώ στοχοποίησε μικρομεσαίους (θεωρητικοποιήθηκε μάλιστα ως αριστερή πολιτική – sic).
Από τον αναγκαίο συμβιβασμό στην αληθινή κωλοτούμπα
Αν αντί του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κόμμα Χ που του δόθηκε η κυβέρνηση με τη συμφωνία. διεθνών εξαρτήσεων, τι λιγότερο θα έκανε το Χ απ’ όσα έπραξε ο ΣΥΡΙΖΑ;
Όχι μόνο δεν έκανε λιγότερα, αλλά είχε το περιθώριο να κάνει, μέχρι και να κερδίσει τις εκλογές του 2019! Μια ουσιαστική αποτύπωση του 2015-19 θα καταλήξει σε πιο ενοχοποιητικά συμπεράσματα από το άλλοθι των περιορισμών του μνημονίου, την αντίσταση του διεφθαρμένου και την επίσημη απολογητική.
Η δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε το Σεπτέμβρη εκ των πραγμάτων με δυο στόχους τους οποίους και έθεσε ρητά. Την βέλτιστη διαπραγμάτευση ανοιχτών ζητημάτων στο πλαίσιο του νέου μνημονίου και ένα παράλληλο πρόγραμμα αντίρροπων και ευρύτερων πολιτικών στο πνεύμα του προ-«κωλοτούμπας» ΣΥΡΙΖΑ. Μέχρι το σημείο εκείνο λίγα άλλα πράγματα μπορούσαν να έχουν γίνει. Ωστόσο, το μεν παράλληλο πρόγραμμα μέχρι το τέλος της τετραετίας είχε εκπέσει σε κατακερματισμένα ημίμετρα, η δε διαπραγμάτευση κάθε άλλο παρά ήταν η βέλτιστη.
Ακόμα και σε πεδία που η διαπραγμάτευση από καταστολή, ανικανότητα ή συναντίληψη (!) του οικονομικού επιτελείου με την τρόικα είχε παράξει ανυπόφορες ρυθμίσεις όπως η κληρονομημένη δέσμευση για κατάργηση του ΕΚΑΣ ή η φοροασφαλιστική επιβάρυνση μικρού μήκους, δεν αναζητήθηκαν από αυτούς. υστέρων ουσιαστικές διορθώσεις.
Το περιθώριο υπήρχε, η διάγνωση της ανάγκης και η βούληση από το οικονομικό επιτελείο δεν υπήρχε. Ορισμένα μάλιστα τα υπερασπίστηκε ως θετικές «τομές» όπως η παγκόσμια πρωτοτυπία μιας ΑΑΔΕ Ανεξάρτητης Αρχής. Κάπου εδώ, όχι το 2015 ούτε το 2019, είχαν πέσει τίτλους τέλους της «πρώτη φορά Αριστεράς» και καταγραφόταν πλέον η «κωλοτούμπα» ως κωλοτούμπα.
Κυβέρνηση αναντίστοιχη με τα καθήκοντα
Η όλη διαχείριση ΣΥΡΙΖΑ μετά το Σεπτέμβριο 2015, από άποψη στοχοπροσήλωσης, επιτελικότητας, οργάνωσης, κοινής υπευθυνότητας στόχων και σοβαρότητας, ήταν σε μεγάλο βαθμό αναντιστοιχεί με διακηρυγμένους στόχους, τα καθήκοντα, τους πιεστικούς όρους, την ισχύ των αντιπάλων, τη διάθεση του λαϊκού παράγοντα για υπομονή και στήριξη. Για αυτό δεν υπάρχει εναλλακτική προοπτική.
Μια από τις κομβικές αναντιστοιχίες ήταν ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν η πλέον υπουργοκεντρική της μεταπολίτευσης. Με εξαίρεση τα οίκω υπουργεία του Μαξίμου, τα υπόλοιπα λειτουργούσαν με την πολιτική του κάθε υπουργού παρά με μια επιτελική γραμμή.
Αν η επιτελική Μητσοτάκη υπηρέτησε στοχευμένα ιδιοτελή συμφέροντα και την κλεπτοκρατία, για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ η επιτελικότητα ήταν πολλαπλάσια αναγκαία αν είχε να αντιμετωπίσει ισχυρά συμφέροντα, την τρόικα, ένα διεφθαρμένο σύστημα και όλες τις πολιτικές δυνάμεις.
Στο πλαίσιο του υπουργοκεντρισμού ένα κρίσιμο «υποσύστημα» σε οικονομικά-παραγωγικά υπουργεία λειτουργούσε πιο κοντά σε Βρυξέλλες και τράπεζες απ’ ότι στις εξαγγελίες ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό εν μέρει επιβεβαιώθηκε από τις «ουρές» μετά το 2019, στη φανατική υποστήριξη του υπερπλεονάσματος των 37 δις, τη συμφωνία του πρώην οικονομικού επιτελείου με το σχέδιο «Ηρακλής» για τα funds, την επανεκλογή Στουρνάρα (!) και άλλα.
Οι πολιτικές σε Υπουργείο Εξωτερικών, ΕΥΠ και Άμυνας δεν ανατέθηκαν απλώς εκτός ΣΥΡΙΖΑ αλλά ανατέθηκαν με όρους περίπου outsourcing (το ζήτημα είναι σοβαρότερο από μια αράδα που διατίθεται εδώ). Στα περισσότερα υπουργεία επικράτησε μια λογική λογική, ενώ δεν υπήρχε κεντρική γραμμή να χτυπηθεί χρόνο και γνωστές εστίες διαφθοράς.
Μια φωτογραφία της κυβέρνησης ήταν τα δεξιόστροφα-συστημικά οικονομικά-παραγωγικά υπουργεία, τα outsourcing, τα εν οίκω, τα κοινωνικά όπου ξεχώρισε το Υπουργείο Υγείας, και τα υπόλοιπα, κυρίως διαχειριστικά.
Αν είχε κλείσει τις τράπεζες Παπαδήμος ή Σαμαράς θα ήταν βεβαίως «πράξη εθνικής ευθύνης». Αντίθετα και μόνο η νύξη Α. Τσίπρα σε πρόσφατη συνέντευξη πως «πρέπει να κλείσουμε την επομένη των εκλογών» προκάλεσε ρίγη υποκριτικής φρίκης. Ωστόσο, αντίστοιχο πνεύμα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν επέδειξε σε καμία στιγμή μετά το Σεπτέμβριο 2015, απέναντι σε δανειστές ή εγχώριο σύστημα.
Στην «Ιθάκη» τα μόνα δυο ζητήματα για τα οποία ο Α. Τσίπρας θέτει το ερώτημα αν μπορούσε να γίνει κάτι άλλο είναι το καλοκαίρι 2015 και η «Χαμένη Ευκαιρία» μετά το 2019. Κανένα αντίστοιχο ζήτημα για όλη την τετραετία από Σεπτέμβριο 2015 μέχρι 2019. Αλλά τα μεγάλα ερωτήματα είναι ακριβώς εκεί. Ο απολογισμός για το κυβερνητικό έργο το 2019 από την ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε να θάψει ώστε να μην θίγουν πρόσωπα και ευθύνες.
Δύο είναι τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα. Το ένα, το έγκλημα του υπερπλεονάζοντος μαξιλαρίου που συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο υπεράσπισης με επιεικώς ανακριβή και αβάσιμα επιχειρήματα. Ενώ το ζήτημα ήταν υπαρκτό για πολύ κόσμο εντός κι εκτός ΣΥΡΙΖΑ, η σχετική αντιπαράθεση διεξαχθεί με ατομικές δημόσιες τοποθετήσεις και ποτέ δεν υπήρξε οργανωμένη απολογιστική.
Το δεύτερο, η μοιραία επιμονή από Κατρούγκαλο στο «επιχείρημα» της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ότι ήταν προοδευτικό μέτρο η εξίσωση εισφορών προς τα πάνω των ελεύθερων επαγγελμάτων με τους μισθωτούς ως ποσοστό του εισοδήματος.
Με τη συνδρομή και της παράλληλης φορολογικής μεταρρύθμισης, σήμαινε πρακτικά για το εισόδημα πολλών μεσαίων επαγγελμάτων τη Θατσερική αντίληψη «εξίσωση προς τα κάτω». Το προκλητικό «επιχείρημα» δεν ήταν μόνο του Κατρούγκαλου αλλά είχε ασπαστεί μια πλειοψηφία στελεχών γιατί ούτε εδώ υπήρξε ποτέ ουσιώδης απολογισμός. Παρεμπιπτόντως η αναγωγή αντιλαϊκών μέτρων σε «αριστερές πολιτικές» προσέφερε τις χειρότερες υπηρεσίες στο αφήγημα «πρώτη φορά Αριστεράς».
Προφανώς και διέφερε από τη Δεξιά αλλά δεν ήταν αυτό το ερώτημα
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν η πρώτη μνημονιακή που δεν κατέρρευσε στις εκλογές. Αυτό από μόνο του αποτυπώνει τη διαφορά λαϊκής αποτίμησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-19 και ΝΔ-ΠΑΣΟΚ 2010-15. Με μόνο τέσσερις μονάδες πτώσης στο 32% το 2019 ο ΣΥΡΙΖΑ έφευγε από την κυβέρνηση αλλά δεν είχε «ηττηθεί» παρά το ισχυρό αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο.
Ωστόσο, είχε αποτύχει να αποτελέσει εναλλακτική προοπτική. Και δεν θα αποτελούσε ακόμη και αν επανερχόταν στα πράγματα, στο βαθμό που θα επανερχόταν με τα ίδια ή «συστημικότερα» μυαλά από αυτά που έφυγε το 2019.
Η απολογητική του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019 πάσχιζε να αποδείξει το αυταπόδεικτο ότι η διακυβέρνησή του ήταν διαφορετική από τις κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Μόνο που το ερώτημα μετά το 2015 δεν ήταν αυτό, όπως και το στοίχημα του ΠΑΣΟΚ την Η του ’80 δεν είπε από τη Δεξιά των Καραμανλή, Ράλλη, Αβέρωφ και Μητσοτάκη.
Ούτε αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα σε αντίθεση με ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που κατέστησαν τη χώρα χωρίς να βγουν από τα μνήμη.
Κατά ένα μεγάλο μέρος οι κριτικές των αριστερών του ΣΥΡΙΖΑ 2015-19 είναι άστοχες. Για παράδειγμα ό,τι και αν έπραξε για κόκκινα δάνεια και οφειλές, το πάρτι με ταμεία και πλειστηριασμούς ξεκίνησε με τον Πτωχευτικό Κώδικα Μητσοτάκη, την κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας και το Σχέδιο Ηρακλής.
Ό,τι και αν έγινε ή δεν έγινε στο χώρο της ενέργειας το πάρτι ξεκίνησε με Χατζηδάκη, τη συγκεκριμένη εφαρμογή τουTarget Model και τη βίαιη απολιγνιτοποίηση. Το να ταυτίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ με τα διάφορα πάρτι Μητσοτάκη είναι το λιγότερο υπερβολικό.
Πολλά τα θετικά δείγματα γραφής ΣΥΡΙΖΑ έναντι των κυβερνήσεων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν. Όπως ο περιορισμός της αστυνομικής καταστολής ή η αποτροπή πλειστηριασμών λαϊκής πρώτης κατοικίας που ξέφευγαν από το ανεπαρκές νομοθετικό δίχτυ προστασίας και είχε αναλάβει ο Αλέκος Φλαμπουράρης. Περισσότερα όμως ήταν τα αρνητικά δείγματα και οι απραξίες, και κατά κανόνα τα πιο κρίσιμα.
Όσο στενά και αν ήταν τα μνημονιακά περιθώρια, μπορούσε να εμπεδωθεί στην κοινωνία το λιγότερο η ελπίδα και μια διαφορετική προοπτική. Αυτό προϋπέθετε ότι μια τέτοια προοπτική ήταν κοινή επιθυμία στην ηγετική ομάδα και έστω αναζητούνταν σχέδιο. Ούτε κοινή ήταν ούτε αναζητήθηκε.
Όπως και στη δεκαετία του ’80 με το ΠΑΣΟΚ, δεν ήταν οι αντικειμενικές συνθήκες ή οι υποκειμενικές αδυναμίες αυτές που καθόρισαν όρια και διέψευσαν προσδοκίες αλλά κυρίως το έλλειμμα βούλησης και ίσως της πρόθεσης σε ηγετικό επίπεδο για κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από αυτό που ενν. τέλει. μελετήθηκε.
Η επανάληψη της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ ως φάρσα;
Οι σημαντικές αυξήσεις και η αναδιανομή και οι αλλαγές της πρώτης περιόδου κατά του αναχρονιστικού «Κράτους της Δεξιάς», για πρώτη φορά από τον εμφύλιο, εδραίωσε το ΠΑΣΟΚ του ’80 και την εικόνα του.
Η κάλυψη δυόμισι εκ. ανασφάλιστων, η ρύθμιση των εκατό δόσεων, η διεύρυνση του Νόμου Κατσέλη το 2015 από τον ΣΥΡΙΖΑ, ήταν πολύ λίγα μπροστά σε όσα έρχονταν με την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου. Η εικόνα της διαχείρισης ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2015 κατέληξε να έχει περισσότερα στοιχεία «φάρσας» συγκριτικά με το ΠΑΣΟΚ του ’80.
Ωστόσο, οι πολιτικοί όροι, καταναγκασμοί, περιθώρια κινήσεων και περιβάλλον, διεθνώς και εσωτερικά, ήταν τόσο διαφορετικά το 1981 και το 2015 ώστε κάθε σύγκριση του τι έπραξαν ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ που αδικούσε τον δεύτερο.
Προστίθεται εδώ η διαμετρική αντίθεση στάση το 2015 και το 1981 της υπόλοιπης παραδοσιακής Αριστεράς που είχε τότε συνδράμει το ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο του «μπλοκ των δημοκρατικών δυνάμεων». Επιπλέον, το αντί-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο πέτυχε να χρεώσει σχεδόν όλες τις μνημονιακές ρυθμίσεις από το 2010 στην περίοδο ΣΥΡΙΖΑ. Και παρ΄ όλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ άντεξε στις εκλογές του 2019.
Το 1989-90 το ΠΑΣΟΚ έχει τις εκλογές. Επέδειξε όμως και εκείνο ισχυρή αντοχή (39% από 46%) στην ολομέτωπη επίθεση που δέχτηκε με αφορμή το σκάνδαλο Κοσκωτά. Μάλιστα, ο δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας ζητούσε τότε την παραπομπή των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ σε ψυχίατρο, σαν πρόδρομος του αντιΣΥΡΙΖΑ μένους τριάντα χρόνια μετά. Το ΠΑΣΟΚ έφυγε από την κυβέρνηση αλλά δεν είχε «ηττηθεί» και μπορούσε να επανέλθει.
Όμως η «ευκαιρία» ΠΑΣΟΚ για τη χώρα είχε οριστικά κριθεί μέχρι το 1989. Δεν είχε εκπληρώσει βαθύτερες προσδοκίες, δεν είχε ανοίξει ούτε θα ανοιχθεί μια άλλη προοπτική για τον τόπο. Λίγο αργότερα, με την επικράτηση, θα εμπεδώσει έναν δικομματισμό που λίγο διέφερε τα δυο του συστατικά.
Δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι οι οπαδοί του ΠΑΣΟΚ που απομακρύνθηκαν προς τα αριστερά απογοητευμένοι από την περίοδο Α. Ο Παπανδρέου είδαν θετικά την δεξιόστροφη, τεχνοκρατική ανάδειξη Σημίτη, βλέποντας το δέντρο της απαλλαγής από μια «δήθεν» του παρελθόντος αλλά χάνοντας το δάσος.
Οι όρκοι πίστης σε ένα κοινό πλαίσιο άσκησης πολιτικής από Δεξιά και Κεντροαριστερά (ΤΙΝΑ), όπως και σε όλη την Ευρώπη που οδηγείται σε αδιέξοδο, θεωρούνται μέχρι σήμερα λυδία λίθος σωφροσύνης και ρεαλισμού.
Η ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη κριθεί μέχρι το 2019…
(*) («Το πρόβλημα δεν ήταν η «κωλοτούμπα» αλλά το μετά», Slpress 07/08/2025)
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούν από το … κράτος. Το tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Με μια συνδρομή, από 2,9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.

