
Η Γεωργία Ξανθοπούλου είχε γράψει μια επιστολή προς τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, το 2019, όταν εκείνη παρακολουθούνταν στην αιματολογική μονάδα «Στοργή» του νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης «Παπανικολάου».Σύμφωνα με την αφήγησή της, εκείνη την ημέρα η αίθουσα αναμονής ήταν τόσο γεμάτη, ώστε δεν υπήρχε ούτε μία καρέκλα για να καθίσει. Πήγε στο αυτοκίνητό της, εξαντλημένη και απογοητευμένη, και έγραψε από το κινητό της ένα γράμμα στον πρωθυπουργό, περιγράφοντας τις συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι ασθενείς, αλλά και τις ελλείψεις της κλινικής. Το επόμενο πρωί χτύπησε το τηλέφωνό της και στην άλλη άκρη ήταν ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης.Η Γεωργία Ξανθοπούλου μιλά σήμερα αποκλειστικά στο «S», λίγες ημέρες μετά τη συγκλονιστική ομιλία της, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων του νέου κτιρίου της εμβληματικής αιματολογικής κλινικής του «Παπανικολάου».
Υπήρξε μια μεγάλη περιπέτεια η συνολική θεραπεία σας, από τη στιγμή που νοσήσατε, ή θα λέγατε ότι είστε από τις τυχερές ασθενείς που βρέθηκαν από την αρχή στα χέρια λαμπρών γιατρών και νοσηλευτών του ΕΣΥ;
Ήταν αναμφίβολα η μεγαλύτερη και πιο δύσκολη περιπέτεια της ζωής μου. Η λευχαιμία ήρθε ξαφνικά το 2015 και μέσα σε μία στιγμή άλλαξε τα πάντα. Τα παιδιά μου ήταν τότε μόλις 5 ετών και ο μεγαλύτερος φόβος μου δεν ήταν τόσο τι θα συμβεί σε μένα, αλλά αν θα είμαι εκεί για να τα δω να μεγαλώνουν. Ακολούθησαν θεραπείες, πολύμηνες νοσηλείες, μια υποτροπή και τελικά, το 2018, η μεταμόσχευση μυελού των οστών.
Εκείνη την ημέρα τη θεωρώ τη δεύτερη ημερομηνία γέννησής μου. Μέσα σε όλο αυτό στάθηκα τυχερή για πολλούς λόγους. Το πιο σημαντικό είναι ότι βρέθηκε ο άνθρωπος που μου χάρισε το μόσχευμα και μαζί του μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Επίσης ότι νοσηλευόμουν στη «Στοργή», το καλύτερο κέντρο αιματολογίας στη χώρα μας, και είχα δίπλα μου εξαιρετικούς γιατρούς και νοσηλευτές. Και τέλος, χρόνια μετά, μπορώ να κοιτάζω τα παιδιά μου που μεγάλωσαν και να σκέφτομαι: «Ήμουν εδώ». Για μένα, δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο.
Ποιες ήταν οι πλέον σημαντικές δυσκολίες που συναντήσατε κατά τη διάρκεια των θεραπειών σας και με ποιους τρόπους αντιδράσατε για να τις αντιμετωπίσετε;
Υπήρξαν πολλές δύσκολες στιγμές. Θεραπείες, εξάντληση, παρενέργειες, πόνος, φόβος και αβεβαιότητα για το αύριο. Υπήρχαν ημέρες που ένιωθα δυνατή και άλλες που δεν είχα καμία δύναμη. Αυτό που έμαθα είναι να μη σκέφτομαι όλη τη διαδρομή μαζί. Έλεγα «σήμερα». Να περάσει αυτή η μέρα, αυτή η θεραπεία, αυτή η δυσκολία. Και μετά η επόμενη. Δεν πιστεύω πια ότι δυνατός είναι εκείνος που δεν φοβάται ή δεν λυγίζει. Δυνατός είναι εκείνος που, ακόμα κι όταν λυγίσει, βρίσκει έναν λόγο να σηκωθεί ξανά. Κι εγώ είχα πάντα έναν πολύ μεγάλο λόγο: Ήθελα να ζήσω.
Υπάρχει ακόμη κοινωνικός στιγματισμός για τους ασθενείς με διάφορους τύπους καρκίνου ή η κοινωνία μας έχει προχωρήσει μπροστά σε ικανοποιητικό βαθμό;
Πιστεύω ότι ο καρκίνος εξακολουθεί να είναι μια λέξη που φοβίζει. Κι αυτό πολλές φορές κάνει τους ανθρώπους να κοιτούν διαφορετικά εκείνον που νοσεί: με αμηχανία, φόβο ή λύπηση. Εγώ θα ήθελα να υπάρχει περισσότερη κανονικότητα. Ο άνθρωπος που νοσεί δεν θέλει να βλέπει στα μάτια των άλλων συνεχώς την ασθένειά του. Δεν θέλει να νιώθει τα έντονα βλέμματα πάνω του επειδή δεν έχει μαλλιά. Θέλει να συνεχίσει να είναι μητέρα, φίλη, σύντροφος, επαγγελματίας. Να συνεχίσει, όσο μπορεί, να είναι ο εαυτός του. Και όταν όλα τελειώσουν, τα σημάδια που μένουν δεν πρέπει να μας κάνουν να ντρεπόμαστε. Είναι κομμάτι της ιστορίας μας. Ο καρκίνος πέρασε από τη ζωή μου, αλλά δεν έγινε ποτέ η ταυτότητά μου.
Μιλήσατε συγκλονιστικά κατά τη διάρκεια των εγκαινίων της νέας, εμβληματικής αιματολογικής κλινικής του νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης «Παπανικολάου». Ποιες προσμονές και ποιες ελπίδες γεννά στους ογκολογικούς αιματολογικούς ασθενείς αυτή η νέα υποδομή;
Για μένα δεν είναι απλώς ένα καινούργιο κτίριο. Ξέρω τι σημαίνει να περνάς μήνες, ακόμα και χρόνια, μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Όταν ο κόσμος σου περιορίζεται σε τέσσερις τοίχους, οι συνθήκες μέσα σε αυτούς έχουν τεράστια σημασία.
Γι’ αυτό συγκινούμαι όταν σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι που θα βρεθούν αύριο σε αυτήν τη θέση θα νοσηλεύονται σε ένα καλύτερο, πιο ανθρώπινο περιβάλλον. Και αν μέσα σε αυτή την προσπάθεια κατάφερα κι εγώ να βάλω ένα μικρό πετραδάκι, με το γράμμα μου στον πρωθυπουργό, αυτό με συγκινεί βαθιά. Ίσως γιατί ξέρω πολύ καλά πόσο πολύτιμη είναι κάθε προσπάθεια που γίνεται για την υγεία. Γιατί, τελικά, η υγεία είναι το πολυτιμότερο αγαθό που έχουμε.
Ποιο νομίζετε ότι πρέπει να είναι το επόμενο βήμα για να επιτύχουμε επιτέλους την ολιστική αντιμετώπιση και θεραπεία των ογκολογικών ασθενών στη χώρα μας;
Χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε όχι μόνο την ασθένεια, αλλά και τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από αυτήν. Ο ογκολογικός ασθενής χρειάζεται ιατρική φροντίδα και τις καλύτερες συνθήκες νοσηλείας χωρίς ταλαιπωρίες. Σημαντική, όμως, είναι και η ψυχολογική στήριξη, η σωστή ενημέρωση και βοήθεια για την επιστροφή του στην καθημερινότητα. Χρειάζεται, επίσης, στήριξη η οικογένεια, γιατί, όταν νοσεί ένας άνθρωπος, κατά κάποιον τρόπο νοσεί μαζί του ολόκληρο το σπίτι. Έχοντας βρεθεί για χρόνια στην πλευρά του ασθενούς, έμαθα κάτι που δεν ξεχνώ: Μερικές φορές, μια κουβέντα, ένα βλέμμα, ένα χέρι που θα σε κρατήσει τη στιγμή που φοβάσαι αποκτούν τεράστια δύναμη. Η Ιατρική θεραπεύει το σώμα. Η ανθρώπινη παρουσία, πολλές φορές, βοηθά να αντέξει και η ψυχή.
*Δημοσιεύθηκε στο Secret των Παραπολιτικών
ΠΗΓΗ:
Πηγή – Παραπολιτικά


