Έρευνα EY: Ανεπαρκώς προστατευμένο το 36% των εταιρικών συστημάτων και υποδομών

Έρευνα EY: Ανεπαρκώς προστατευμένο το 36% των εταιρικών συστημάτων και υποδομών

    ​​ ​

Την ίδια στιγμή, πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να μην έχουν πλήρη εικόνα των συστημάτων, των συσκευών και των υποδομών που καλούνται να προστατεύσουν.

Πάνω από το ένα τρίτο των εταιρικών assets βρίσκεται σήμερα στη λεγόμενη «ζώνη ευπάθειας», σύμφωνα με τη νέα παγκόσμια έρευνα της EY. Πρόκειται για συστήματα, υποδομές και άλλα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία οι οργανισμοί διαθέτουν χαμηλότερη από τη μέση ορατότητα και κάλυψη ασφαλείας, με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε κυβερνοαπειλές.

Η 2026 Global Cybersecurity Leadership Insights Study πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2026 και βασίστηκε στις απαντήσεις 840 ανώτατων στελεχών και επικεφαλής κυβερνοασφάλειας από 128 χώρες και 17 κλάδους. Όλοι οι συμμετέχοντες προέρχονταν από οργανισμούς με ετήσια έσοδα άνω του 1 δισ. δολαρίων. Παράλληλα, η EY εξέτασε 475 διαφορετικούς τύπους εταιρικών assets.

Το βασικό εύρημα είναι ότι, κατά μέσο όρο, το 36% των assets ενός οργανισμού βρίσκεται στη «ζώνη ευπάθειας». Η εξέλιξη αυτή αμφισβητεί την παραδοσιακή στρατηγική που επικεντρώνεται κυρίως στην προστασία των σημαντικότερων συστημάτων μιας επιχείρησης.

Τα «τυφλά σημεία» των επιχειρήσεων

Η «ζώνη ευπάθειας» περιλαμβάνει assets για τα οποία οι οργανισμοί έχουν περιορισμένη ορατότητα και ανεπαρκή κάλυψη κυβερνοασφάλειας. Με απλά λόγια, πρόκειται για συστήματα, συσκευές ή υποδομές που οι επιχειρήσεις είτε δεν παρακολουθούν επαρκώς είτε δεν προστατεύουν στον ίδιο βαθμό με τα πιο κρίσιμα περιουσιακά τους στοιχεία.

Όταν ένας οργανισμός δεν γνωρίζει με ακρίβεια ποια assets διαθέτει, πού βρίσκονται, με ποια συστήματα συνδέονται και ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά, δυσκολεύεται να εντοπίσει και να αντιμετωπίσει εγκαίρως τις απειλές.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 70% των στελεχών κυβερνοασφάλειας πιστεύει ότι οι σημαντικότεροι κίνδυνοι βρίσκονται σε τέτοια «τυφλά σημεία».

Παράλληλα, μόνο το 43% χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένες μεθόδους για τον εντοπισμό και την καταγραφή των assets, ενώ μόλις το 45% δηλώνει βέβαιο ότι η σχετική απογραφή του οργανισμού του είναι πλήρης και ενημερωμένη.

Μεγαλύτερη έκθεση στις υποδομές

Τη μεγαλύτερη έκθεση παρουσιάζουν τα φυσικά assets και τα συστήματα λειτουργικής τεχνολογίας, γνωστά ως Operational Technology ή OT. Στην κατηγορία αυτή, το 57% των περιουσιακών στοιχείων βρίσκεται στη ζώνη ευπάθειας.

Ακολουθούν τα οικοσυστήματα και οι τρίτοι συνεργάτες με 49%, τα συστήματα και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης με 47% και οι δικτυακές υποδομές με 38%.

Σε επίπεδο κλάδων, οι υποδομές εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση, με το 71% των assets τους να βρίσκεται στη ζώνη ευπάθειας. Ακολουθούν ο κλάδος εξόρυξης και μετάλλων με 67% και οι βιοεπιστήμες με 64%.

Αντίθετα, οι περισσότερο αυστηρά ρυθμιζόμενοι κλάδοι εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά έκθεσης. Η εικόνα αυτή συνδέεται με τις αυξημένες απαιτήσεις εποπτείας, ελέγχου και επιχειρησιακής ανθεκτικότητας που εφαρμόζουν.

Ιδιαίτερα κρίσιμα θεωρούνται τα συστήματα λειτουργικής τεχνολογίας, τα οποία περιλαμβάνουν εξοπλισμό και υποδομές που συνδέονται με τη φυσική λειτουργία μιας επιχείρησης. Εάν παραβιαστούν, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σημείο εισόδου, επιτρέποντας στους επιτιθέμενους να κινηθούν προς άλλα συστήματα του οργανισμού.

Το AI ως απειλή και ως μέσο προστασίας

Η τεχνητή νοημοσύνη αποκτά διπλό ρόλο στη νέα πραγματικότητα της κυβερνοασφάλειας. Από τη μία πλευρά, μπορεί να επιτρέψει στους επιτιθέμενους να ανακαλύπτουν και να εκμεταλλεύονται γρηγορότερα αδυναμίες σε ανεπαρκώς προστατευμένα συστήματα.

Από την άλλη, τα ίδια τα εργαλεία AI δημιουργούν νέα σημεία κινδύνου. Η γρήγορη ανάπτυξή τους, η χρήση εφαρμογών παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης εκτός των εγκεκριμένων εταιρικών καναλιών και η εξάπλωση των αυτόνομων AI agents δημιουργούν νέες ψηφιακές ταυτότητες, άδειες πρόσβασης και συνδέσεις που είναι δύσκολο να καταγραφούν και να ελεγχθούν.

Το AI μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει και μέρος της άμυνας. Η αξιοποίησή του μπορεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να εντοπίζουν ταχύτερα ευπάθειες, να παρακολουθούν περισσότερα συστήματα και να αυτοματοποιούν μέρος της διαδικασίας ανίχνευσης και αντιμετώπισης απειλών.

Μόλις το 45% αισθάνεται έτοιμο

Παρά την αυξανόμενη ένταση των απειλών, η ετοιμότητα των επιχειρήσεων παραμένει περιορισμένη. Μόλις το 45% των στελεχών κυβερνοασφάλειας δηλώνει ότι αισθάνεται προετοιμασμένο για απειλές που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη.

Ακόμη χαμηλότερη είναι η ετοιμότητα απέναντι στις μελλοντικές απειλές που συνδέονται με την κβαντική τεχνολογία, καθώς μόνο το 21% δηλώνει κατάλληλα προετοιμασμένο.

Η EY διακρίνει, πάντως, μια κατηγορία οργανισμών που εφαρμόζουν πιο προηγμένες πρακτικές κυβερνοασφάλειας. Πρόκειται για τους λεγόμενους «Secure Creators», στους οποίους το 30% των assets βρίσκεται στη ζώνη ευπάθειας, έναντι 42% στις επιχειρήσεις με χαμηλότερες επιδόσεις.

Η διαφορά δείχνει ότι η έκθεση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το μέγεθος ή τον κλάδο μιας επιχείρησης, αλλά και από την ωριμότητα της στρατηγικής κυβερνοασφάλειας που εφαρμόζει.

Δεν αρκεί η προστασία των πιο σημαντικών συστημάτων

Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν την ανάγκη αλλαγής στρατηγικής. Η προστασία μόνο των σημαντικότερων περιουσιακών στοιχείων δεν θεωρείται πλέον αρκετή, καθώς μία επίθεση μπορεί να ξεκινήσει από ένα λιγότερο κρίσιμο ή ανεπαρκώς επιτηρούμενο σύστημα και να εξαπλωθεί στο υπόλοιπο δίκτυο.

Η νέα προσέγγιση απαιτεί συνεχή και αυτοματοποιημένη καταγραφή των assets, κάλυψη των κενών ασφαλείας σε ολόκληρη την επιφάνεια επίθεσης και διαρκή παρακολούθηση των κινδύνων που προέρχονται από προμηθευτές και συνεργάτες.-

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο προσδιορισμός της «ελάχιστης βιώσιμης επιχείρησης». Πρόκειται για τις κρίσιμες λειτουργίες, τα συστήματα και τις υποδομές που πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν ακόμη και κατά τη διάρκεια ενός σοβαρού περιστατικού.

Στις προτεραιότητες εντάσσονται επίσης η επιτάχυνση των επενδύσεων σε σύγχρονες τεχνολογίες προστασίας και η ενίσχυση της ασφάλειας των περιμετρικών συσκευών και των δικτυακών υποδομών.

Όπως επισημαίνει ο Παναγιώτης Παπαγιαννακόπουλος, Εταίρος της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Υπηρεσιών Κυβερνοασφάλειας, η τεχνητή νοημοσύνη αιχμής αλλάζει τις προτεραιότητες των οργανισμών και καθιστά αναγκαία μια συνολική αλλαγή στρατηγικής.

Οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον να αξιοποιήσουν την ίδια την τεχνητή νοημοσύνη για να ενισχύσουν την άμυνά τους, βελτιώνοντας την ορατότητα, την αυτοματοποίηση και την ταχύτητα αντίδρασης. Σε ένα περιβάλλον όπου οι απειλές εξελίσσονται όλο και ταχύτερα, η αποτελεσματική προστασία προϋποθέτει ότι ο οργανισμός γνωρίζει και ελέγχει ολόκληρο το τεχνολογικό του αποτύπωμα.

 ​​ Greece

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *