Μα εκείνα τα καλοκαίρια, γύρω στο 1970, η μαγεία ερχόταν αλλιώς. Ηταν μια εποχή που η τηλεόραση δεν είχε ακόμη κατακτήσει τα σπίτια·δεν υπήρχε το γνώριμο μπλε φως στα παράθυρα τα βράδια, ούτε η συνήθεια να μαζεύεται η οικογένεια γύρω από μια οθόνη. Αντί γι’ αυτό, υπήρχε η προσμονή. Και η προσμονή αυτή είχε ήχο, είχε φωνή, είχε ενθουσιασμό:
«Ηρθαν τα ΤΕΑ, ήρθαν τα ΤΕΑ!»
Μόλις μαθευόταν πως φάνηκε το στρατιωτικό φορτηγό με τη μηχανή προβολής, εμείς τα παιδιά ξεχυνόμασταν στα σοκάκια σαν αγγελιαφόροι μιας μεγάλης γιορτής. Χτυπούσαμε πόρτες, φωνάζαμε από γωνία σε γωνία, τρέχαμε ξυπόλητοι στα χώματα και στις πέτρες. Δεν ξέραμε τι ακριβώς σήμαιναν αυτά τα αρχικά – ΤΕΑ.* Δεν είχε σημασία. Για εμάς ήταν συνώνυμα του θαύματος. Ηταν το φως που θα έπεφτε πάνω σε έναν τοίχο και θα τον έκανε να ζωντανέψει.

Ο Γιάννης Η. Παππάς
Για όλους μας, εκείνες οι προβολές ήταν κάτι περισσότερο από διασκέδαση. Το «κινητό συνεργείο» του στρατού δεν έφερνε μόνο ταινίες, έφερνε εικόνες από έναν κόσμο μακρινό, άγνωστο, σχεδόν μυθικό. Η άφιξή του μεταμόρφωνε το χωριό. Ηταν ένα κοινωνικό γεγονός, μια μικρή γιορτή που ένωνε τους πάντες.
Στο κέντρο του χωριού, στο παλιό υδραγωγείο, με τα καφενεία γύρω γύρω ξεκινούσε η προετοιμασία. Εκεί, πάνω στον γυμνό, κρύο τοίχο, κρεμιόταν ένα μεγάλο λευκό πανί. Κι εκείνο το πανί, όσο απλό κι αν φαινόταν τη μέρα, το βράδυ μετατρεπόταν σε παράθυρο προς έναν άλλον κόσμο.
Οι μεγάλοι έφταναν σιγά σιγά, κουβαλώντας καρέκλες και καρεκλάκια από τα σπίτια. Οι γυναίκες σιγοκουβέντιαζαν, οι άντρες άναβαν τσιγάρα. Εμείς τρέχαμε μπροστά μπροστά και καθόμασταν καταγής, πάνω στο χώμα, σχεδόν κολλημένοι στο πανί.
Και ύστερα… ερχόταν ο ήχος. Το γνώριμο «κλακ-κλακ-κλακ» της μηχανής προβολής.
Μια φωτεινή δέσμη ξεκινούσε από πίσω μας και έσκιζε το σκοτάδι. Μέσα της αιωρούνταν κόκκοι σκόνης και καπνός από τσιγάρα. Αν γύριζες το κεφάλι, έβλεπες το φως να ταξιδεύει. Αν κοιτούσες μπροστά, έβλεπες το θαύμα.
Πριν αρχίσει η ταινία, έρχονταν τα Επίκαιρα. Παρελάσεις, στρατιωτικές επιδείξεις, εγκαίνια έργων, πρόσωπα σοβαρά και λόγια επίσημα. Μια άλλη Ελλάδα, μακρινή από τη δική μας καθημερινότητα.
Η μυρωδιά του νυχτολούλουδου απλωνόταν στον αέρα, ανακατευόταν με το χώμα και τον καπνό. Το χωριό βυθιζόταν σε μια παράξενη συλλογική σιωπή. Οταν η ταινία είχε δράμα, μπορούσες να ακούσεις μέχρι και την ανάσα του διπλανού σου. Κάποια στιγμή, ένας λυγμός.
Μα όταν ερχόταν η κωμωδία, όλα άλλαζαν. Το γέλιο ξεσπούσε ξαφνικά, δυνατό, αυθόρμητο.
Ο Χατζηχρήστος εμφανιζόταν ως Ζήκος ή ως αφελής επαρχιώτης και το κοινό τον αγκάλιαζε αμέσως. Ο Αυλωνίτης με τον Ρίζο και τη Βασιλειάδου, μόνο που τους έβλεπες, πριν καν μιλήσουν, ένιωθες το γέλιο να έρχεται.
Και ύστερα… ο Βέγγος. Μόλις εμφανιζόταν, κάτι άλλαζε στην ατμόσφαιρα. Η κίνησή του, το ασταμάτητο τρέξιμό του, η καλοσύνη που εξέπεμπε, όλα αυτά τον έκαναν να μοιάζει με άνθρωπο του χωριού.

Δεν έλειπαν όμως και τα απρόοπτα. Ξαφνικά, η εικόνα κοβόταν. Το πανί άσπριζε. Η μηχανή συνέχιζε για λίγο και μετά σταματούσε. Οι φαντάροι έτρεχαν να διορθώσουν το φιλμ, κι εμείς ξεσπούσαμε σε σφυρίγματα και φωνές. Ηταν κι αυτό μέρος της εμπειρίας.
Κάποιες φορές πηγαίναμε πίσω, κοντά στη μηχανή. Εκεί, στο ημίφως, βλέπαμε το μυστικό. Ή τουλάχιστον νομίζαμε πως το βλέπαμε. Προσπαθούσαμε να καταλάβουμε πώς γινόταν αυτό το φως να μετατρέπεται σε ανθρώπους, σε σπίτια, σε ιστορίες.
Βάζαμε τα χέρια μας μπροστά στη δέσμη και βλέπαμε τις σκιές μας να γιγαντώνονται πάνω στο πανί. Γινόμασταν κι εμείς, για μια στιγμή, μέρος της ταινίας.
Η μυρωδιά από το ζεστό μέταλλο και τη λάμπα της μηχανής χαραζόταν στη μνήμη. Οι φαντάροι δεν ήταν απλώς χειριστές· για μας ήταν οι φύλακες της μαγείας.
Οταν η προβολή τελείωνε ο χώρος άδειαζε αργά. Εμείς τα παιδιά μέναμε λίγο ακόμη. Κοιτούσαμε το πανί που είχε πια αδειάσει από τις εικόνες και είχε γίνει πάλι ο λευκός ψυχρός τοίχος.
Τις επόμενες μέρες, περνώντας από το υδραγωγείο, ρίχναμε πάντα μια ματιά. Σαν να περιμέναμε να ξαναρχίσει μόνο του. Ηταν μια εποχή που η ψυχαγωγία δεν ήταν αυτονόητη. Δεν υπήρχε ευκολία, δεν υπήρχε αφθονία. Υπήρχε όμως κάτι πιο σπάνιο: η κοινή εμπειρία.
Και κάπου μέσα σ’ εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες, κάτω από τον έναστρο ουρανό, μπροστά σε ένα λευκό πανί που έμοιαζε να ανασαίνει και πίσω από τη θορυβώδη μηχανή που έδινε ζωή στο φως, ένα ολόκληρο χωριό μάθαινε να γελά, να συγκινείται και -ίσως το πιο σημαντικό- να ονειρεύεται μαζί.
Κι όταν τα φώτα έσβηναν, κάτι από εκείνη τη μαγεία έμενε πίσω, στις κουβέντες, στα χαμόγελα, στα παιδικά μάτια που αρνούνταν να κοιμηθούν. Γιατί εκείνες οι νύχτες δεν ήταν απλώς προβολές. Ηταν μνήμες που ρίζωσαν βαθιά και συνέχισαν να φωτίζουν, σιωπηλά, μια ολόκληρη ζωή.
*Τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ) ήταν ένα ειδικό παραστρατιωτικό σώμα που συγκροτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1948, κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου με απόφαση του ΓΕΣ.
Live
