Ένας «Οδυσσέας» μετράει τ’ άστρα

Ένας «Οδυσσέας» μετράει τ’ άστρα

Ένα κινηματογραφικό αριστούργημα, εμπνευσμένο από τα ομηρικά έπη, εξακολουθεί να μετράει τα άστρα. Και δεν είναι η πολυσυζητημένη «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν.

Έχετε ακόμα ενστάσεις για την πιστότητα της νολανικής «Οδύσσειας» σε σχέση με το ομηρικό έπος; Σας ενοχλούν οι ετεροχρονισμένες πανοπλίες, βγαλμένες θαρρείς από το «Game of Thrones»; Σας λείπει ο Κανένας, ο πιστός Άργος, η Ναυσικά; Σας ξενερώνει ο Οδυσσέας που δείχνει τόσο μίζερος και ενοχικός; Σκεφτείτε πως τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα. Φανταστήκατε, για παράδειγμα, ο Πολύφημος να ήταν γιγάντιος υπολογιστής, με ένα μάτι κόκκινο που αναβοσβήνει; Το καράβι του Οδυσσέα να ήταν διαστημόπλοιο και ο ίδιος ο «άνδρας ο πολύτροπος» να ονομαζόταν… Δαβίδ ο Τοξότης; Σκεφτήκατε, φίλες και φίλοι, οι Ολύμπιοι Θεοί να ήταν φτιαγμένοι από πέτρα; Η θάλασσα να ήταν το αχανές Διάστημα; Και η Ιθάκη, ολόκληρη η Γη μας;

Στους πλείστους, η σκέψη -και μόνο- ακούγεται σαν ύβρις. Μα για τους πιο πιστούς κινηματογραφόφιλους όλα τα πιο πάνω ηχούν μελωδικά, σαν τον «Ωραίο Γαλάζιο Δούναβη» του Γιόχαν Στράους ή σαν το σαγηνευτικό τραγούδι των Σειρήνων. Γιατί αυτοί, οι λίγοι, έχουν ήδη υποψιαστεί σε ποια ταινία αναφέρομαι: στην «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Περιέργως, αυτό το κλασικό, εμβληματικό φιλμ εξακολουθεί να στριφογυρίζει στο μυαλό μου, ένα δεκαπενθήμερο μετά την πρεμιέρα της πολυσυζητημένης «Οδύσσειας» του Νόλαν. Και υπάρχουν μερικοί καλοί λόγοι γι’ αυτό.

Ο βασικότερος είναι η αμφίθυμη στάση μου απέναντι στο εντυπωσιακό δημιούργημα του Κρίστοφερ Νόλαν. Από τη μια -όπως ανέλυσα εκτενώς την περασμένη βδομάδα- το προσλαμβάνω ως ένα εξαίρετο, αλλά και συγκινητικό φιλμ για το σύγχρονο μεταπολεμικό τραύμα, καμουφλαρισμένο σαν αρχαιοπρεπές έπος. Από την άλλη, αισθάνομαι πως δεν είναι η ταινία που θα σταθεί, αψεγάδιαστη και αγέρωχη, απέναντι στο ποιητικό πρότυπο. Γι’ αυτό λοιπόν ανασύρω από τα συρτάρια της μνήμης το μακρινό αριστούργημα του ’68. Γιατί η καλύτερη ταινία, εμπνευσμένη από την «Οδύσσεια», δεν άρθρωσε ούτε λέξη που να παραπέμπει ευθέως σε αυτήν. Ο τρόπος προσέγγισης του ομηρικού έπους ήταν πολύ πιο έμμεσος, σύνθετος και λεπτός.

Αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεχάσει το αριστουργηματικό match cut στο μοντάζ; Το γιγάντιο κινηματογραφικό άλμα, από την προϊστορική εποχή στο μέλλον; Το οστό να φεύγει από τα χέρια του πιθήκου και να γίνεται διαστημικό σκάφος, χαμένο στην αχανή θάλασσα του σύμπαντος; Ο Νόλαν, μας έδωσε χίλιους λόγους να προβληματιστούμε για το πού οδεύουμε ως ανθρωπότητα, υπνοβατώντας ανάμεσα σε αιώνιους πολέμους. Μα δεν μας χάρισε κάποια στιγμή κινηματογραφικής μαγείας, ανάλογη με εκείνο το ανεπανάληπτο match cut. Επέλεξε να παραμείνει πιστός στις δύσκολες και επείγουσες θεματικές του παρόντος χρόνου, εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά από τη διαχρονική παραβολή του «2001: A Space Odyssey». 

Βεβαίως -όπως κάθε ταινία- και η «Οδύσσεια» των Κιούμπρικ και Κλαρκ, ακολουθεί τους βηματισμούς της εποχής της. Οραματίζεται τον δρόμο προς την Ιθάκη κάπου ανάμεσα στον Δία και τον Κρόνο, την ώρα που η ανθρωπότητα προβάρει τη διαστημική στολή της. Στη θέση των ομηρικών στίχων «άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον…», τοποθετεί τα τρομπόνια του Ρίχαρντ Στράους από το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Και αναγγέλλει την αυγή του ανθρώπου πάνω από το πτώμα του πιθήκου, αναζητώντας εναγωνίως το μέλλον μέσα στα αφιλόξενα άστρα. Εκεί παραμονεύουν οι ποσειδώνιες δοκιμασίες, οι γίγαντες και τα τέρατα.

Μα το πιο επικίνδυνο τέρας είναι ανθρώπινο δημιούργημα. Βρίσκεται μέσα εκεί, στη φαινομενικά ασφαλή ζεστασιά του διαστημοπλοίου. Είναι ο υπερυπολογιστής HAL 9000, ο κύκλωπας Πολύφημος της διαστημικής εποχής. Με το κόκκινο λαμπερό του μάτι-κάμερα, στρέφεται εναντίον των συντρόφων, προτού ο αστροναύτης Μπόουμαν τον τυφλώσει. Το επώνυμο Μπόουμαν (δηλαδή Τοξότης) δεν είναι τυχαίο. Αποτελεί αναφορά στον ομηρικό ήρωα, στο τόξο που θα εξολοθρεύσει τους μνηστήρες. Οι τελευταίοι είναι πλέον μηχανικοί, ηλεκτρονικοί – και γι’ αυτό ακόμα πιο τρομακτικοί. Ο Άρθουρ Κλαρκ -στο ομώνυμο μυθιστόρημα- προσθέτει στην ολέθρια συνομοταξία και τις πυρηνικές κεφαλές, το δολοφονικό δόρυ που απειλεί τη Γη μας με εξαφάνιση. 

Αρκετοί διαμαρτυρήθηκαν για τη βροντερή απουσία των θεών στην «Οδύσσεια» του Νόλαν. Στην καλύτερη περίπτωση, περιφέρονται σαν μεταπολεμικά φαντάσματα, σαν τη «γήινη» Αθηνά της Ζεντάγια. Το δημιούργημα των Κιούμπρικ-Κλαρκ είναι ακόμα πιο τολμηρό: ενσωματώνει τους Ολύμπιους Θεούς σε ένα αινιγματικό μονόλιθο. Εκείνος κατευθύνει -υπογείως- τα βήματα του ανθρώπου προς τον ανεξερεύνητο διαστημικό ωκεανό, προκειμένου να ιχνηλατήσει τα όριά του. Σαν τον Οδυσσέα, ολοκληρώνει τις ουράνιες περιπλανήσεις του γερασμένος και σοφός.

Στο τέλος του ταξιδιού -αιχμάλωτος θαρρείς της αστρικής Κίρκης- αντικρύζει το ωραιοποιημένο φάσμα της Ιθάκης. Ψυχρό και αποστειρωμένο, σαν δωμάτιο ξενοδοχείου, ψευδαίσθηση φτιαγμένη από τις τηλεοπτικές εκπομπές της Γης. Μετά από αυτή την τελευταία δοκιμασία συντελείται, επιτέλους, ο επαναπατρισμός στην αγαπημένη Ιθάκη. Ο Οδυσσέας πεθαίνει και ξαναγεννιέται πνευματικά μέσα σε ένα άστρο, σε νέα κατάσταση συνείδησης.

Η τελική σκηνή ανθολογίας ολοκληρώνει τον νέο ομηρικό κύκλο, απλώνοντας το νήμα ανάμεσα στον χιμπαντζή και τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο, κάτω από τους ήχους του Ρίχαρντ Στράους. Το αθώο βλέμμα που μας κοιτάζει μέσα στο «κοσμικό αυγό» είναι ίδιο με του Οδυσσέα. Και βρίσκεται εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά από τη ρομαντική βαρκάδα του ομηρικού ήρωα με την αγαπημένη του Πηνελόπη, στη νολανική «Οδύσσεια». Τόσο απέχει ένα αριστούργημα από μια -όντως- αξιόλογη ταινία. 

Ελεύθερα, 2.8.2026

   ​Read More​Culture

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *