Έγκλημα στο Κολωνάκι: 97 σφυριές, η κραυγή “Μη Θανάση, έλεος” και ένα δικαστικό θρίλερ 10 ετών – Η δολοφονία που συγκλόνισε την Αθήνα πριν από 42 χρόνια

Έγκλημα στο Κολωνάκι: 97 σφυριές, η κραυγή “Μη Θανάση, έλεος” και ένα δικαστικό θρίλερ 10 ετών – Η δολοφονία που συγκλόνισε την Αθήνα πριν από 42 χρόνια

      Σαν σήμερα, πριν από 42 χρόνια, στις 24 Σεπτεμβρίου 1984, έναάγριο έγκλημαστην καρδιά της Αθήνας συγκλονίζει την κοινή γνώμη και εξελίσσεται σε μία από τις πλέον πολύκροτες ποινικές υποθέσεις της εποχής. Θύμα είναι ο έμπορος και λογοτέχνηςΘανάσης Διαμαντόπουλος, ο οποίος βρίσκεται δολοφονημένος μέσα στο διαμέρισμά του, στην οδό Διδότου 3, στοΚολωνάκι.
Διαβάστε: “Τρεις μέρες ούρλιαζε, νομίζω ότι ο άνδρας είχε μαχαίρι”: Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες από τη Νίκαια – Η στιγμή που αστυνομικοί σώζουν τη γυναίκα (Εικόνες & Βίντεο)

Η εικόνα που αντικρίζουν οι Αρχές αποτυπώνει τη βιαιότητα της επίθεσης.Ο Διαμαντόπουλος έχει δεχθεί συνολικά 97 χτυπήματα με σφυρί, από το στήθος και πάνω. Το όπλο του εγκλήματος, ένα σφυρί με κόκκινη λαβή, βρίσκεται δίπλα στη σορό του, μέσα στο μπάνιο του σπιτιού.

Σύμφωνα με όσα αποδόθηκαν στον ιατροδικαστή Χαράλαμπο Σταμούλη, τα πρώτα 16 χτυπήματα καταφέρθηκαν ενώ ο Διαμαντόπουλος βρισκόταν ακόμη όρθιος. Στη συνέχεια κατέρρευσε και, ενώ βρισκόταν πλέον στο έδαφος, δέχθηκε άλλα 81 χτυπήματα. Υπήρχε όμως και μία σύμπτωση που έκανε την υπόθεση ακόμη πιο ανατριχιαστική. Στο ίδιο διαμέρισμα είχαν γυριστεί, το 1959, σκηνές της ελληνικής ταινίας «Έγκλημα στο Κολωνάκι». Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, η κινηματογραφική μυθοπλασία και η πραγματικότητα θα συναντιόνταν με έναν τρόπο που κανείς δεν θα μπορούσε να έχει φανταστεί.


“Μη Θανάση, έλεος, μην το κάνεις”

Αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας δεν υπάρχει. Οι αστυνομικοί που αναλαμβάνουν την έρευνα δεν έχουν αρχικά στα χέρια τους κάποιο στοιχείο που να οδηγεί με βεβαιότητα σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Ένα δεδομένο, ωστόσο, τους προβληματίζει: η πόρτα του διαμερίσματος δεν είχε παραβιαστεί. Το ενδεχόμενο ο Διαμαντόπουλος να γνώριζε τον άνθρωπο που μπήκε στο σπίτι του βρίσκεται πλέον ανάμεσα στα σενάρια που εξετάζουν οι Αρχές. Και τότε αποκτά ιδιαίτερη σημασία η μαρτυρία μιας γυναίκας που βρισκόταν πολύ κοντά στη σκηνή του εγκλήματος.
Η δημοσιογράφος Βένια Γονατοπούλου, η οποία έμενε στον κάτω όροφο, αναφέρει ότι άκουσε από το διαμέρισμα μία ανδρική φωνή να εκλιπαρεί: «Μη Θανάση, έλεος, μην το κάνεις». Το όνομα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Γιατί Θανάσης λεγόταν και ο ίδιος ο Διαμαντόπουλος.

Αργότερα, καταθέτοντας στο δικαστήριο, η Γονατοπούλου θα αναφέρει ότι είχε ακούσει και μία δεύτερη φωνή, διαφορετική από εκείνη του θύματος, να λέει: «Εσύ φταις για όλα». Η υπεράσπιση θα δώσει διαφορετική ερμηνεία στη μαρτυρία. Θα υποστηρίξει ότι η φωνή που εκλιπαρούσε ενδεχομένως δεν ανήκε στον Διαμαντόπουλο, αλλά στον άνθρωπο που βρισκόταν μαζί του και απευθυνόταν στο θύμα – αφού και εκείνο ονομαζόταν Θανάσης. Ένα στοιχείο που αντί να λύσει το μυστήριο, θα αποτελέσει αργότερα πεδίο αντιπαράθεσης μέσα στη δικαστική αίθουσα.


Η έρευνα και το όνομα του Νάσιουτζικ

Τις πρώτες ημέρες η έρευνα δεν οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα. Αξιωματικός της Γενικής Ασφάλειας εμφανίζεται τότε στον Τύπο να παραδέχεται τη δυσκολία της υπόθεσης, χαρακτηρίζοντας τη δολοφονία «μυστήριο». Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η έρευνα παίρνει διαφορετική τροπή. Ο γιος του θύματος, Παντελής Διαμαντόπουλος, στρέφει τις υποψίες προς τον Θανάση Νάσιουτζικ, μία γνωστή προσωπικότητα των λογοτεχνικών κύκλων και τότε πρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Το όνομά του μπαίνει πλέον στο επίκεντρο της δικαστικής έρευνας.
Ο Νάσιουτζικ αρνείται κατηγορηματικά ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με τη δολοφονία. Και αποφασίζει να υπερασπιστεί δημόσια τον εαυτό του με έναν τρόπο που θα μείνει χαρακτηριστικός της υπόθεσης.


“Με αυτά τα χέρια μπορώ εγώ να σκοτώσω άνθρωπο;”

Ο Νάσιουτζικ καλεί δημοσιογράφους στο σπίτι του. Μπροστά τους απλώνει τα χέρια του, τα οποία τρέμουν, και επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη φυσική του κατάσταση ως επιχείρημα υπέρ της αθωότητάς του. «Με αυτά τα χέρια μπορώ εγώ να σκοτώσω άνθρωπο;», φέρεται να τους λέει. Η απάντηση που παίρνει είναι απρόσμενη. Οι δημοσιογράφοι τού επισημαίνουν ότι η εκτίμηση που αποδιδόταν τότε στους ερευνητές ήταν πως τα χτυπήματα στον Διαμαντόπουλο είχαν καταφερθεί από ένα χέρι που δεν ήταν ιδιαίτερα δυνατό και σταθερό.

Ο Νάσιουτζικ, πάντως, δεν θα παραδεχθεί ποτέ ότι σκότωσε τον Διαμαντόπουλο. Μέχρι το τέλος θα επιμένει στην αθωότητά του.


Η απόπειρα αυτοκτονίας και η προφυλάκιση

Ενώ η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ο Νάσιουτζικ προχωρά σε απόπειρα αυτοκτονίας λαμβάνοντας μεγάλη ποσότητα χαπιών. Το περιστατικό θα αποτελέσει ακόμη ένα σημείο αντιπαράθεσης. Η πολιτική αγωγή θα αμφισβητήσει τα κίνητρα πίσω από την ενέργειά του. Από την άλλη πλευρά, οι συνήγοροί του θα υποστηρίξουν ότι δεν επρόκειτο για αντίδραση ενός ενόχου, αλλά για αποτέλεσμα της τεράστιας ψυχολογικής πίεσης και του αισθήματος αδικίας που, όπως έλεγαν, βίωνε.

Την 1η Απριλίου 1985, περίπου έξι μήνες μετά τη δολοφονία, ο Θανάσης Νάσιουτζικ οδηγείται στον ανακριτή. Η πρώτη φάση της δικαστικής διερεύνησης ολοκληρώνεται με την προφυλάκισή του στον Κορυδαλλό. Η υπόθεση του «Εγκλήματος στο Κολωνάκι» περνά πλέον από τα γραφεία των αστυνομικών στις δικαστικές αίθουσες.


“Στον χαρακτήρα μου μπορείτε να βρείτε λάθη, αλλά όχι βιαιότητες”

Η δίκη αρχίζει τον Απρίλιο του 1986 και το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης είναι τεράστιο. Στο πλευρό του κατηγορουμένου βρίσκονται η σύζυγός του και οι δύο κόρες του, Αρετή και Παυλίνα. Στη δικαστική αντιπαράθεση συμμετέχουν μερικά από τα γνωστότερα ονόματα της ελληνικής δικηγορίας. Στην πολιτική αγωγή βρίσκεται ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, ενώ στην υπεράσπιση του Νάσιουτζικ ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος.

Ο Νάσιουτζικ επαναλαμβάνει ενώπιον του δικαστηρίου ότι είναι αθώος. Στην απολογία του θα πει μία φράση που θα μείνει συνδεδεμένη με την υπόθεση: «Στον χαρακτήρα μου μπορείτε να βρείτε λάθη, αλλά όχι βιαιότητες». Η πρώτη δικαστική απόφαση είναι καταδικαστική. Θα ακολουθήσει, όμως, ένα δικαστικό θρίλερ που θα διαρκέσει χρόνια.


Η πρώτη μεγάλη ανατροπή

Ο Νάσιουτζικ παραμένει κρατούμενος και η υπόθεση φτάνει στο Εφετείο. Στις 27 Μαΐου 1988 έρχεται η πρώτη μεγάλη ανατροπή. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται λόγω αμφιβολιών.

Για τον Νάσιουτζικ η απόφαση αποτελεί δικαίωση της θέσης που υποστήριζε από την αρχή. Για την οικογένεια του Διαμαντόπουλου, όμως, η υπόθεση δεν έχει τελειώσει. Η αθωωτική απόφαση οδηγείται στον Άρειο Πάγο, ο οποίος την αναιρεί. Ο Νάσιουτζικ θα πρέπει να δικαστεί ξανά.


Αθώος για δεύτερη φορά

Τον Ιούνιο του 1990 η υπόθεση επιστρέφει στο Εφετείο. Και ακολουθεί ακόμη μία ανατροπή. Ο Θανάσης Νάσιουτζικ αθωώνεται για δεύτερη φορά, αυτή τη φορά με οριακή πλειοψηφία τεσσάρων ψήφων έναντι τριών.

Θα μπορούσε να είναι το τέλος μιας υπόθεσης που ήδη είχε διαρκέσει έξι χρόνια. Δεν ήταν. Η υπόθεση οδηγείται για δεύτερη φορά στον Άρειο Πάγο. Και για δεύτερη φορά η αθωωτική απόφαση αναιρείται. Ο Νάσιουτζικ, έχοντας ήδη αθωωθεί δύο φορές, καλείται να καθίσει για ακόμη μία φορά στο εδώλιο για τη δολοφονία του Διαμαντόπουλου.


Η τελική καταδίκη

Σχεδόν εννέα χρόνια έχουν περάσει από το πρωινό της 24ης Σεπτεμβρίου 1984 όταν γράφεται το τελευταίο κεφάλαιο της πολύκροτης δικαστικής διαδρομής. Στις 28 Απριλίου 1993, ο Θανάσης Νάσιουτζικ κρίνεται ένοχος με ψήφους 6 έναντι 1 για τη δολοφονία του Θανάση Διαμαντόπουλου. Του επιβάλλεται κάθειρξη 15 ετών. Η πολυετής δικαστική διαδρομή, που περιλάμβανε δύο αθωωτικές αποφάσεις και δύο αναιρέσεις από τον Άρειο Πάγο, καταλήγει έτσι στην καταδίκη του.

Ο Νάσιουτζικ δεν θα εκτίσει ολόκληρη την ποινή. Έχοντας ήδη περάσει σημαντικό διάστημα κρατούμενος και κάνοντας χρήση των ευνοϊκών διατάξεων που ίσχυαν λόγω ηλικίας, αποφυλακίζεται τον Απρίλιο του 1995.


Το πραγματικό “Έγκλημα στο Κολωνάκι”

Σαράντα δύο χρόνια μετά, η δολοφονία του Θανάση Διαμαντόπουλου παραμένει μία από τις πλέον πολυσυζητημένες εγκληματικές και δικαστικές υποθέσεις της μεταπολεμικής Αθήνας.

Ενενήντα επτά χτυπήματα με σφυρί. Μία πόρτα χωρίς ίχνη παραβίασης. Μία κραυγή από τον επάνω όροφο: «Μη Θανάση, έλεος». Ένας κατηγορούμενος που επέμενε μέχρι τέλους ότι ήταν αθώος. Δύο αθωώσεις, δύο αναιρέσεις και μία καταδίκη σχεδόν εννέα χρόνια μετά το έγκλημα. Και πάνω απ’ όλα, μία σύμπτωση που μοιάζει περισσότερο με σενάριο παρά με πραγματικό γεγονός.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1984, το πραγματικό «Έγκλημα στο Κολωνάκι» γράφτηκε στο ίδιο διαμέρισμα όπου, 25 χρόνια νωρίτερα, είχαν γυριστεί σκηνές μιας ταινίας με ακριβώς τον ίδιο τίτλο.

    ​​​ΠΗΓΗ:

Πηγή – Παραπολιτικά

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *