ΑθλητισμόςΟι διορισμοί δεν είναι μόνο εξετάσεις και κατάλογοι
Μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου φωτίζει τη συζήτηση στην Κύπρο και βάζει στο επίκεντρο τη διατήρηση έμπειρου προσωπικού, τη σταθερή επαγγελματική προοπτική, τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των αναγκών μετά το…
27 Σεπτεμβρίου 2026 · 08:00
Μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου φωτίζει τη συζήτηση στην Κύπρο και βάζει στο επίκεντρο τη διατήρηση έμπειρου προσωπικού, τη σταθερή επαγγελματική προοπτική, τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των αναγκών μετά το 2027.
Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου
Την ώρα που η αντιπαράθεση γύρω από το νέο σύστημα διορισμών στην Κύπρο εισέρχεται σε κρίσιμη φάση, με τις εκπαιδευτικές οργανώσεις ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ και ΟΛΤΕΚ να εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για το εργασιακό μέλλον εκπαιδευτικών που υπηρετούν επί σειρά ετών στα δημόσια σχολεία, νέα μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου φωτίζει τη συζήτηση από ευρύτερη ευρωπαϊκή σκοπιά.
Η μελέτη «Κρίση έλλειψης εκπαιδευτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση» («Teacher Shortage Crisis in the European Union»), η οποία εκπονήθηκε για την Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν εξετάζει ειδικά το κυπριακό σύστημα διορισμών ούτε προτείνει συγκεκριμένο μοντέλο για την Κύπρο. Θέτει, ωστόσο, αρχές που αγγίζουν άμεσα τη συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η πολιτική για το εκπαιδευτικό προσωπικό δεν μπορεί να περιορίζεται στον τρόπο πρόσληψης. Ένα σύστημα πρέπει να κρίνεται και από το κατά πόσο μπορεί να κρατά καταρτισμένους και έμπειρους εκπαιδευτικούς, να τους προσφέρει σταθερή επαγγελματική προοπτική και να δημιουργεί συνθήκες που ενισχύουν τη βιωσιμότητα του επαγγέλματος.
Η μελέτη καταγράφει ότι σε αρκετές χώρες το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη διαθέσιμων υποψηφίων, αλλά η αδυναμία του συστήματος να διατηρήσει το προσωπικό του. Περιγράφει μάλιστα περιπτώσεις «περιστρεφόμενης πόρτας», όπου εκπαιδευτικοί εισέρχονται στο επάγγελμα αλλά στη συνέχεια αποχωρούν λόγω εργασιακής δυσαρέσκειας, πίεσης, περιορισμένων προοπτικών ή καλύτερων επιλογών αλλού.
Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο. Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις έχουν επανειλημμένα υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο σύστημα διορισμών πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους εκπαιδευτικούς που ήδη υπηρετούν στα σχολεία και έχουν αποκτήσει σημαντική εμπειρία.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή μελέτη δίνει έμφαση στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Οι κυβερνήσεις, επισημαίνει, πρέπει να γνωρίζουν όχι μόνο πόσους εκπαιδευτικούς χρειάζονται σήμερα, αλλά και ποιες θα είναι οι ανάγκες τα επόμενα χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη συνταξιοδοτήσεις, αποχωρήσεις, νέες εισδόχους, αριθμό μαθητών και ανάγκες ανά ειδικότητα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για το 2027 δεν αφορά μόνο την αλλαγή ενός καταλόγου ή ενός μηχανισμού εξέτασης. Αφορά συνολικά το κατά πόσο το νέο σύστημα θα εξασφαλίζει ομαλή στελέχωση, θα αξιοποιεί τη συσσωρευμένη εμπειρία και θα διατηρεί την εμπιστοσύνη εκείνων που έχουν ήδη επενδύσει επαγγελματικά στη δημόσια εκπαίδευση.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της ευρωπαϊκής μελέτης αφορά την ελκυστικότητα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος στην Κύπρο.
Σύμφωνα με στοιχεία του TALIS 2024, το 71% των εκπαιδευτικών με λιγότερα από πέντε χρόνια υπηρεσίας δήλωσαν ότι η διδασκαλία ήταν η πρώτη επαγγελματική τους επιλογή. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με τη Σλοβενία, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται περίπου στο 52,4%.
Το στοιχείο δείχνει ότι πολλοί νέοι εκπαιδευτικοί στην Κύπρο επιλέγουν συνειδητά τη διδασκαλία. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο η επιλογή αυτή μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή επαγγελματική προοπτική.
Η μελέτη συνδέει την ελκυστικότητα του επαγγέλματος με τις απολαβές, τις συνθήκες εργασίας, τις δυνατότητες εξέλιξης, την αναγνώριση και την εργασιακή σταθερότητα. Ζητούμενο, επομένως, είναι και η διατήρηση της εμπιστοσύνης όσων επιλέγουν τη δημόσια εκπαίδευση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συγκριτική εικόνα της Κύπρου σε ό,τι αφορά τις ελλείψεις εκπαιδευτικών.
Στην αξιολόγηση για την περίοδο 2012–2021, η Κύπρος δεν κατατάσσεται στις χώρες όπου καταγράφεται έλλειψη εκπαιδευτικών με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο -0,97.
Η μελέτη διευκρινίζει, ωστόσο, ότι αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχει πλεόνασμα. Σημαίνει ότι, με βάση τους συγκεκριμένους δείκτες και τη συγκεκριμένη περίοδο, δεν εντοπίστηκε πρόβλημα έλλειψης αντίστοιχο με εκείνο άλλων κρατών-μελών. Για το 2025 η εικόνα είναι λιγότερο σαφής. Σε μέρος των στοιχείων της European Labour Authority για την Κύπρο αναφέρεται «severity not reported», δηλαδή δεν καταγράφεται συγκεκριμένος βαθμός σοβαρότητας. Το γεγονός αυτό περιορίζει τα ασφαλή συμπεράσματα για τη σημερινή κατάσταση και αναδεικνύει την ανάγκη για αξιόπιστα εθνικά δεδομένα. Η ευρωπαϊκή εμπειρία καταδεικνύει ότι οι αλλαγές στη στελέχωση πρέπει να στηρίζονται στις πραγματικές ανάγκες και σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Η μελέτη αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συμμετοχή των ίδιων των εκπαιδευτικών στη χάραξη πολιτικής. Στις συστάσεις της ζητά τακτικό συντονισμό και συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, υπογραμμίζοντας ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουν ουσιαστικό λόγο στη διαμόρφωση πολιτικών που επηρεάζουν τόσο την εργασία τους όσο και τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος. Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην Κύπρο, όπου μέρος της αντιπαράθεσης για το νέο σύστημα διορισμών αφορά και το κατά πόσο οι ανησυχίες των ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ και ΟΛΤΕΚ λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψη. Ανάλυση του TALIS 2024 δείχνει ότι όσο περισσότερο οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται πως η φωνή τους μετρά στη χάραξη πολιτικής, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να επέλεγαν ξανά το επάγγελμα. Θετική σχέση καταγράφεται επίσης με την ικανοποίηση από τον μισθό και το εργασιακό περιβάλλον, ενώ το αυξημένο στρες λειτουργεί αντίστροφα. Η διαβούλευση, επομένως, δεν αποτελεί τυπική διαδικασία, αλλά παράγοντα που επηρεάζει τη μακροχρόνια ελκυστικότητα του επαγγέλματος.

Η ευρωπαϊκή μελέτη καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει ενιαίος τρόπος πρόσληψης εκπαιδευτικών στα κράτη-μέλη. Σε ορισμένες χώρες οι απόφοιτοι αποκτούν τα απαιτούμενα προσόντα και υποβάλλουν απευθείας αιτήσεις σε σχολεία ή αρμόδιες Αρχές. Σε άλλες, όπως η Γαλλία, η Ρουμανία και η Ισπανία, εφαρμόζονται ανταγωνιστικές εξετάσεις και ακολουθεί διαδικασία τοποθέτησης. Οι εξετάσεις, συνεπώς, αποτελούν μία από τις πρακτικές που εφαρμόζονται στην Ευρώπη και όχι καθολικό ευρωπαϊκό κανόνα. Η μελέτη δεν τοποθετείται υπέρ ή κατά κάποιου συγκεκριμένου μοντέλου. Μεταφέρει, ωστόσο, το βάρος από τον μηχανισμό εισόδου στο αποτέλεσμα που παράγει συνολικά το σύστημα. Το κρίσιμο είναι κατά πόσο μπορεί να προσελκύει ικανούς υποψηφίους, να διατηρεί καταρτισμένο προσωπικό, να προσφέρει προοπτική εξέλιξης και να καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων. Υπό αυτό το πρίσμα, η κυπριακή συζήτηση δεν περιορίζεται στο δίλημμα «εξετάσεις ή κατάλογοι», αλλά στο ποιο σύστημα διασφαλίζει ποιότητα, σταθερότητα και προοπτική.
Πηγή – Διάλογος








