Τάσος Κοφοδήμος: Η δύναμη της μουσικής εμπειρίας δεν μπορεί ν’ αντικατασταθεί από καμία οθόνη

Τάσος Κοφοδήμος: Η δύναμη της μουσικής εμπειρίας δεν μπορεί ν’ αντικατασταθεί από καμία οθόνη

Από τα καφενεία και πανηγύρια οι Γκιντίκι βρέθηκαν στις μεγάλες συναυλιακές σκηνές, μεταφέροντας την εμπειρία του γλεντιού σε ένα νέο, πολυσυλλεκτικό κοινό και συμβάλλοντας στην πολύ ενδιαφέρουσα ανανέωση της σχέσης με την παραδοσιακή μουσική.

Ο τραγουδιστής και δεξιοτέχνης του στεριανού λαούτου Τάσος Κοφοδήμος, με παράλληλη δημιουργική παρουσία σε διαφορετικά μουσικά εγχειρήματα (Λάργκο, Transidelia, συνεργασίες με Ρος Ντέιλι, Βασίλη Ρακόπουλο, τη βιολονίστα Υβόννη Μέλισσα κ.ά.), βλέπει την παράδοση ως ανοιχτή και αδιάκοπη διαδικασία διαρκούς μετασχηματισμού. Με αφορμή τη συναυλία των Γκιντίκι με τους Θραξ Πανκc στα Λύμπια μιλά στον «Φ» για την ανάγκη η μουσική, πέρα από ακροατές, να εξακολουθεί να γεννά κοινότητες.

Οι Γκιντίκι εμφανίστηκαν σε μια εποχή που η παραδοσιακή μουσική έπαψε να θεωρείται παλαιική κι έγινε ξανά ελκυστική για πολύ νέο κόσμο. Πώς εξηγείς αυτή την αναθέρμανση; Πιστεύω ότι η παραδοσιακή µουσική δεν σταμάτησε ποτέ να έχει δύναμη. Απλώς για αρκετά χρόνια αντιμετωπίστηκε σαν κάτι που ανήκει κυρίως στο παρελθόν. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι άνθρωποι την προσεγγίζουν χωρίς προκαταλήψεις και ανακαλύπτουν ότι μιλά για πράγματα πανανθρώπινα και σημερινά, όπως την κοινότητα, τη συλλογική εμπειρία, τη χαρά, την απώλεια, την ανάγκη να ανήκεις κάπου. Ίσως μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο που γίνεται όλο και πιο γρήγορος και ψηφιακός, να ανθίζει κι η ανάγκη για κάτι πιο άμεσο και βιωματικό.

Είναι η νοσταλγία ή η περιέργεια που οδήγησε το σχήμα σ’ αυτά τα μονοπάτια; Στην περίπτωσή µας ήταν σίγουρα η περιέργεια. Όταν αρχίσαμε, δεν είχαμε την πρόθεση ν’ αναβιώσουμε κάτι, ήταν για εμάς ένα άγνωστο αλλά συνάμα οικείο πεδίο, καθώς όλοι µας λίγο- πολύ είχαμε κάποια ακούσματα από το σπίτι µας. Μας ενδιέφερε να γνωρίσουμε αυτή τη μουσική, να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί και τι μπορεί να µας πει σήμερα. Η νοσταλγία, από την άλλη, συνδέεται συχνά µε κάτι που έχει χαθεί και δεν πρόκειται να υπάρξει ξανά. Εμείς συναντήσαμε μια παράδοση που είναι ακόμα ζωντανή και συνεχίζει να μεταπλάθεται στο διηνεκές. Επίσης, μάς μαγνήτισε η ενέργεια αυτής της μουσικής και η σχέση που δημιουργεί ανάμεσα στους ανθρώπους μέσα από τους χορούς και τα πανηγύρια. Μέσα απ’ αυτή την αναζήτηση γνωρίσαμε τόπους, ανθρώπους, μουσικούς, ιστορίες, γεννήθηκαν νέες εμπειρίες κι εντέλει µ’ αυτό τον τρόπο γνωρίζεις καλύτερα τον εαυτό σου.

Ποια η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη δημιουργική συνέχεια και στην αλλοίωση μιας παράδοσης; Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη γραμμή. Οι παραδόσεις ανά τους αιώνες δεν έμειναν ζωντανές μέσα στην ακινησία, αλλά επειδή μετασχηματίζονταν συνεχώς. Αυτό το εύπλαστο στοιχείο της παράδοσης, καθώς και το στοιχείο της ανώνυμης δημιουργίας, την καθιστούν συλλογικό κεκτημένο, προσδίδοντάς της μια οικουμενικότητα στον πυρήνα της. Η διαφορά ίσως να βρίσκεται καθαρά στον τρόπο προσέγγισης της παράδοσης, δηλαδή στην πρόθεση. Όταν προσπαθείς πραγματικά να κατανοήσεις ένα υλικό, τότε μπορείς να συνομιλήσεις μαζί του και να το πας ένα βήμα παραπέρα. Όταν όμως το χρησιμοποιείς ως ένα αποστειρωμένο στοιχείο, επιφορτισμένο µ’ έναν άγονο «φολκλορισμό», υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η ουσία και να γίνει ένα αντικείμενο αναπαράστασης και αναβίωσης.

Φωτ. © Γιάννης Μαργετουσάκης

Ποιο είναι το πιο επίμονο στερεότυπο που συναντάμε ακόμη γύρω από την παραδοσιακή μουσική; Ότι αφορά µόνο μεγαλύτερες ηλικίες ή ανθρώπους που έχουν κάποια ιδιαίτερη σχέση µε τον τόπο καταγωγής τους. Η σημερινή πραγματικότητα είναι διαφορετική, καθώς βλέπουμε συνεχώς νέους ανθρώπους να έρχονται σε επαφή µ’ αυτή τη μουσική χωρίς να κουβαλούν τέτοιες αναφορές. Τους αγγίζει για τους ίδιους λόγους που μπορεί να τους αγγίξει οποιαδήποτε καλή μουσική.

Η λέξη «αυθεντικότητα» είναι παραπλανητική μέσα σ’ ένα πλαίσιο ενασχόλησης με παραδοσιακά υλικά; Μπορεί να γίνει παραπλανητική και περιοριστική, θα έλεγα. Η αυθεντικότητα συχνά παρουσιάζεται ως κάτι αμετακίνητο, µε τη σφραγίδα μιας δήθεν «εγκυρότητας», ενώ η παράδοση είναι από τη φύση της αποτέλεσμα συνεχών αλλαγών. Προσωπικά, µ’ ενδιαφέρει περισσότερο η ειλικρίνεια, δηλαδή να ξέρεις το λόγο που παίζεις κάτι και ποια είναι η σχέση σου μαζί του. Αυτό µου φαίνεται πιο ουσιαστικό και γόνιμο από οποιαδήποτε ταμπέλα αυθεντικότητας.

-Οι Γκιντίκι ξεκίνησαν από καφενεία και γλέντια και σήμερα παίζουν σε μεγάλα φεστιβάλ και συναυλιακούς χώρους. Τι κερδίζει και τι χάνει η μουσική όταν μεταφέρεται από έναν στενό κύκλο ανθρώπων σε μια σκηνή; Κάθε χώρος γεννά και διαφορετικές δυνατότητες. Σ’ ένα γλέντι η μουσική είναι μέρος μιας κοινής συνθήκης, είναι μια άτυπη συμφωνία θα έλεγα ανάμεσα στους μουσικούς και τους ακροατές. Μια σκηνή δίνει τη δυνατότητα να φτάσει αυτή η μουσική σε ανθρώπους που ίσως δεν θα τη συναντούσαν ποτέ αλλιώς. Το ζητούμενο για εμάς είναι να µη χαθεί η αίσθηση της συμμετοχής και της επικοινωνίας που υπάρχει στον πυρήνα αυτής της μουσικής, ανεξαρτήτως του μεγέθους του εκάστοτε χώρου.

Πόσο χώρο αφήνουν ακόμη στο τυχαίο και στον αυτοσχεδιασμό; Αρκετό. Με τα χρόνια έχουμε αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία και η συνεννόηση την ώρα του λάιβ γίνεται πλέον στα τυφλά! Επίσης, υπάρχει και το στοιχείο του «λάθους», όπου μπορεί να κοιταχτούμε και να γελάσουμε μεταξύ µας, το οποίο δείχνει ότι τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο. Εξάλλου, η ουσία βρίσκεται σε αυτά που συμβαίνουν εκείνη την ώρα και δεν είχαν σχεδιαστεί. Αυτή η αίσθηση ζωντάνιας είναι πολύ σημαντική για εμάς.

Φωτ. © Γιάννης Μαργετουσάκης

-Τι μπορεί να σημαίνει μια κοινή μουσική εμπειρία σήμερα, στην εποχή της ατομικής κατανάλωσης μουσικής από το κινητό; Ίσως ακριβώς γι’ αυτό να είναι πιο σημαντική από ποτέ. Πλέον η μουσική σήμερα είναι παντού, αλλά συχνά τη βιώνουμε µόνοι µας. Μια συναυλία, ένα γλέντι μάς θυμίζει αυτό: ότι η μουσική κι ο ήχος εν γένει μπορεί να γίνει η αφορμή για να βρεθούμε μαζί στον ίδιο χωροχρόνο. Αυτή είναι και η δύναμη της μουσικής εμπειρίας, η οποία δεν μπορεί ν’ αντικατασταθεί από καμία οθόνη κι από κανένα κινητό.

Ως Τάσος εμπλέκεσαι σε αρκετά διαφορετικά σχήματα και καλλιτεχνικές διαδρομές. Υπάρχει κάτι που αναζητάς σταθερά σε όλες αυτές τις αναζητήσεις; Καταρχάς, πέρα από τη συμμετοχή στους Γκιντίκι ως τραγουδιστής και παίκτης στεριανού λαούτου, έχω υπάρξει βασικό µέλος στα συγκροτήματα Λάργκο και Transidelia. Επίσης, θα ήθελα να αναφερθώ και στις δισκογραφικές συνεργασίες που έκανα μέχρι τώρα, όπως µε την Ναταλία Κωτσάνη, τον Ρος Ντέιλι και τον Βασίλη Ρακόπουλο στον «Απόκοπο» του Μπεργαδή, μια μελοποίηση πάνω στο γνωστό έργο της κρητικής λογοτεχνίας του 16ου αιώνα, καθώς και µε τη βιολονίστα Υβόννη Μέλισσα όπου μαζί έχουμε κυκλοφορήσει τη «Μύρρα» και αναμένεται μέσα στο φθινόπωρο να κυκλοφορήσουμε και τον δεύτερο δίσκο µας µε τίτλο «Κορµός». Νομίζω πως µ’ ενδιαφέρει η αναζήτηση τρόπων σύνδεσης διαφορετικών κόσμων δημιουργώντας νέες ιστορίες και μονοπάτια. Μ’ ενδιαφέρει η συνάντηση της παράδοσης µε το σήμερα, της σύνθεσης µέσω του αυτοσχεδιασμού και φυσικά η δημιουργία συνεργασιών µε ανθρώπους που εκτιμώ, καθιστώντας τη δημιουργία μια συλλογική εμπειρία, καθώς για μένα η ουσία βρίσκεται στο μοίρασμα και στον πυρήνα της ομάδας. Κάθε σχήμα και καθεμία μουσική απόπειρα είναι και μια διαφορετική αφορμή να εξερευνήσω αυτές τις σχέσεις από άλλο πρίσμα κάθε φορά.

Τι έψαχνες στη μουσική στην αρχή της διαδρομής σου και τι σ’ αυτή τη φάση; Στην αρχή µε απασχολούσε κυρίως η ανακάλυψη. Ήθελα να μάθω, να ακούσω, να συνομιλήσω, να γνωρίσω όσο περισσότερα πράγματα μπορούσα. Σήμερα, εξακολουθώ να θέλω να ανακαλύψω νέα πράγματα, αλλά περισσότερο από το πρίσμα της δημιουργίας. Με απασχολεί το πώς όλα αυτά τα βιώματα, οι ιστορίες, οι επιρροές και οι εμπειρίες μπορούν να μεταπλαστούν σε κάτι προσωπικό και να δημιουργήσουν μέσα µου ένα άλλο σύμπαν. Βρίσκω ενδιαφέρον στο πώς μπορείς να φτιάξεις κάτι ουσιαστικό, κάτι που να εκφράζει τον εαυτό σου πραγματικά και να δημιουργεί μια αληθινή σύνδεση µε τους ανθρώπους που το ακούνε.

Ελεύθερα, 26.6.2026

  Από τα καφενεία και πανηγύρια οι Γκιντίκι βρέθηκαν στις μεγάλες συναυλιακές σκηνές, μεταφέροντας την εμπειρία του γλεντιού σε ένα νέο, πολυσυλλεκτικό κοινό και συμβάλλοντας στην πολύ ενδιαφέρουσα ανανέωση της σχέσης με την παραδοσιακή μουσική.

Ο τραγουδιστής και δεξιοτέχνης του στεριανού λαούτου Τάσος Κοφοδήμος, με παράλληλη δημιουργική παρουσία σε διαφορετικά μουσικά εγχειρήματα (Λάργκο, Transidelia, συνεργασίες με Ρος Ντέιλι, Βασίλη Ρακόπουλο, τη βιολονίστα Υβόννη Μέλισσα κ.ά.), βλέπει την παράδοση ως ανοιχτή και αδιάκοπη διαδικασία διαρκούς μετασχηματισμού. Με αφορμή τη συναυλία των Γκιντίκι με τους Θραξ Πανκc στα Λύμπια μιλά στον «Φ» για την ανάγκη η μουσική, πέρα από ακροατές, να εξακολουθεί να γεννά κοινότητες.

–Οι Γκιντίκι εμφανίστηκαν σε μια εποχή που η παραδοσιακή μουσική έπαψε να θεωρείται παλαιική κι έγινε ξανά ελκυστική για πολύ νέο κόσμο. Πώς εξηγείς αυτή την αναθέρμανση; Πιστεύω ότι η παραδοσιακή µουσική δεν σταμάτησε ποτέ να έχει δύναμη. Απλώς για αρκετά χρόνια αντιμετωπίστηκε σαν κάτι που ανήκει κυρίως στο παρελθόν. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι άνθρωποι την προσεγγίζουν χωρίς προκαταλήψεις και ανακαλύπτουν ότι μιλά για πράγματα πανανθρώπινα και σημερινά, όπως την κοινότητα, τη συλλογική εμπειρία, τη χαρά, την απώλεια, την ανάγκη να ανήκεις κάπου. Ίσως μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο που γίνεται όλο και πιο γρήγορος και ψηφιακός, να ανθίζει κι η ανάγκη για κάτι πιο άμεσο και βιωματικό.

–Είναι η νοσταλγία ή η περιέργεια που οδήγησε το σχήμα σ’ αυτά τα μονοπάτια; Στην περίπτωσή µας ήταν σίγουρα η περιέργεια. Όταν αρχίσαμε, δεν είχαμε την πρόθεση ν’ αναβιώσουμε κάτι, ήταν για εμάς ένα άγνωστο αλλά συνάμα οικείο πεδίο, καθώς όλοι µας λίγο- πολύ είχαμε κάποια ακούσματα από το σπίτι µας. Μας ενδιέφερε να γνωρίσουμε αυτή τη μουσική, να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί και τι μπορεί να µας πει σήμερα. Η νοσταλγία, από την άλλη, συνδέεται συχνά µε κάτι που έχει χαθεί και δεν πρόκειται να υπάρξει ξανά. Εμείς συναντήσαμε μια παράδοση που είναι ακόμα ζωντανή και συνεχίζει να μεταπλάθεται στο διηνεκές. Επίσης, μάς μαγνήτισε η ενέργεια αυτής της μουσικής και η σχέση που δημιουργεί ανάμεσα στους ανθρώπους μέσα από τους χορούς και τα πανηγύρια. Μέσα απ’ αυτή την αναζήτηση γνωρίσαμε τόπους, ανθρώπους, μουσικούς, ιστορίες, γεννήθηκαν νέες εμπειρίες κι εντέλει µ’ αυτό τον τρόπο γνωρίζεις καλύτερα τον εαυτό σου.

–Ποια η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη δημιουργική συνέχεια και στην αλλοίωση μιας παράδοσης; Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη γραμμή. Οι παραδόσεις ανά τους αιώνες δεν έμειναν ζωντανές μέσα στην ακινησία, αλλά επειδή μετασχηματίζονταν συνεχώς. Αυτό το εύπλαστο στοιχείο της παράδοσης, καθώς και το στοιχείο της ανώνυμης δημιουργίας, την καθιστούν συλλογικό κεκτημένο, προσδίδοντάς της μια οικουμενικότητα στον πυρήνα της. Η διαφορά ίσως να βρίσκεται καθαρά στον τρόπο προσέγγισης της παράδοσης, δηλαδή στην πρόθεση. Όταν προσπαθείς πραγματικά να κατανοήσεις ένα υλικό, τότε μπορείς να συνομιλήσεις μαζί του και να το πας ένα βήμα παραπέρα. Όταν όμως το χρησιμοποιείς ως ένα αποστειρωμένο στοιχείο, επιφορτισμένο µ’ έναν άγονο «φολκλορισμό», υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η ουσία και να γίνει ένα αντικείμενο αναπαράστασης και αναβίωσης.

Φωτ. © Γιάννης Μαργετουσάκης

–Ποιο είναι το πιο επίμονο στερεότυπο που συναντάμε ακόμη γύρω από την παραδοσιακή μουσική; Ότι αφορά µόνο μεγαλύτερες ηλικίες ή ανθρώπους που έχουν κάποια ιδιαίτερη σχέση µε τον τόπο καταγωγής τους. Η σημερινή πραγματικότητα είναι διαφορετική, καθώς βλέπουμε συνεχώς νέους ανθρώπους να έρχονται σε επαφή µ’ αυτή τη μουσική χωρίς να κουβαλούν τέτοιες αναφορές. Τους αγγίζει για τους ίδιους λόγους που μπορεί να τους αγγίξει οποιαδήποτε καλή μουσική.

–Η λέξη «αυθεντικότητα» είναι παραπλανητική μέσα σ’ ένα πλαίσιο ενασχόλησης με παραδοσιακά υλικά; Μπορεί να γίνει παραπλανητική και περιοριστική, θα έλεγα. Η αυθεντικότητα συχνά παρουσιάζεται ως κάτι αμετακίνητο, µε τη σφραγίδα μιας δήθεν «εγκυρότητας», ενώ η παράδοση είναι από τη φύση της αποτέλεσμα συνεχών αλλαγών. Προσωπικά, µ’ ενδιαφέρει περισσότερο η ειλικρίνεια, δηλαδή να ξέρεις το λόγο που παίζεις κάτι και ποια είναι η σχέση σου μαζί του. Αυτό µου φαίνεται πιο ουσιαστικό και γόνιμο από οποιαδήποτε ταμπέλα αυθεντικότητας.

-Οι Γκιντίκι ξεκίνησαν από καφενεία και γλέντια και σήμερα παίζουν σε μεγάλα φεστιβάλ και συναυλιακούς χώρους. Τι κερδίζει και τι χάνει η μουσική όταν μεταφέρεται από έναν στενό κύκλο ανθρώπων σε μια σκηνή; Κάθε χώρος γεννά και διαφορετικές δυνατότητες. Σ’ ένα γλέντι η μουσική είναι μέρος μιας κοινής συνθήκης, είναι μια άτυπη συμφωνία θα έλεγα ανάμεσα στους μουσικούς και τους ακροατές. Μια σκηνή δίνει τη δυνατότητα να φτάσει αυτή η μουσική σε ανθρώπους που ίσως δεν θα τη συναντούσαν ποτέ αλλιώς. Το ζητούμενο για εμάς είναι να µη χαθεί η αίσθηση της συμμετοχής και της επικοινωνίας που υπάρχει στον πυρήνα αυτής της μουσικής, ανεξαρτήτως του μεγέθους του εκάστοτε χώρου.

–Πόσο χώρο αφήνουν ακόμη στο τυχαίο και στον αυτοσχεδιασμό; Αρκετό. Με τα χρόνια έχουμε αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία και η συνεννόηση την ώρα του λάιβ γίνεται πλέον στα τυφλά! Επίσης, υπάρχει και το στοιχείο του «λάθους», όπου μπορεί να κοιταχτούμε και να γελάσουμε μεταξύ µας, το οποίο δείχνει ότι τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο. Εξάλλου, η ουσία βρίσκεται σε αυτά που συμβαίνουν εκείνη την ώρα και δεν είχαν σχεδιαστεί. Αυτή η αίσθηση ζωντάνιας είναι πολύ σημαντική για εμάς.

Φωτ. © Γιάννης Μαργετουσάκης

-Τι μπορεί να σημαίνει μια κοινή μουσική εμπειρία σήμερα, στην εποχή της ατομικής κατανάλωσης μουσικής από το κινητό; Ίσως ακριβώς γι’ αυτό να είναι πιο σημαντική από ποτέ. Πλέον η μουσική σήμερα είναι παντού, αλλά συχνά τη βιώνουμε µόνοι µας. Μια συναυλία, ένα γλέντι μάς θυμίζει αυτό: ότι η μουσική κι ο ήχος εν γένει μπορεί να γίνει η αφορμή για να βρεθούμε μαζί στον ίδιο χωροχρόνο. Αυτή είναι και η δύναμη της μουσικής εμπειρίας, η οποία δεν μπορεί ν’ αντικατασταθεί από καμία οθόνη κι από κανένα κινητό.

–Ως Τάσος εμπλέκεσαι σε αρκετά διαφορετικά σχήματα και καλλιτεχνικές διαδρομές. Υπάρχει κάτι που αναζητάς σταθερά σε όλες αυτές τις αναζητήσεις; Καταρχάς, πέρα από τη συμμετοχή στους Γκιντίκι ως τραγουδιστής και παίκτης στεριανού λαούτου, έχω υπάρξει βασικό µέλος στα συγκροτήματα Λάργκο και Transidelia. Επίσης, θα ήθελα να αναφερθώ και στις δισκογραφικές συνεργασίες που έκανα μέχρι τώρα, όπως µε την Ναταλία Κωτσάνη, τον Ρος Ντέιλι και τον Βασίλη Ρακόπουλο στον «Απόκοπο» του Μπεργαδή, μια μελοποίηση πάνω στο γνωστό έργο της κρητικής λογοτεχνίας του 16ου αιώνα, καθώς και µε τη βιολονίστα Υβόννη Μέλισσα όπου μαζί έχουμε κυκλοφορήσει τη «Μύρρα» και αναμένεται μέσα στο φθινόπωρο να κυκλοφορήσουμε και τον δεύτερο δίσκο µας µε τίτλο «Κορµός». Νομίζω πως µ’ ενδιαφέρει η αναζήτηση τρόπων σύνδεσης διαφορετικών κόσμων δημιουργώντας νέες ιστορίες και μονοπάτια. Μ’ ενδιαφέρει η συνάντηση της παράδοσης µε το σήμερα, της σύνθεσης µέσω του αυτοσχεδιασμού και φυσικά η δημιουργία συνεργασιών µε ανθρώπους που εκτιμώ, καθιστώντας τη δημιουργία μια συλλογική εμπειρία, καθώς για μένα η ουσία βρίσκεται στο μοίρασμα και στον πυρήνα της ομάδας. Κάθε σχήμα και καθεμία μουσική απόπειρα είναι και μια διαφορετική αφορμή να εξερευνήσω αυτές τις σχέσεις από άλλο πρίσμα κάθε φορά.

–Τι έψαχνες στη μουσική στην αρχή της διαδρομής σου και τι σ’ αυτή τη φάση; Στην αρχή µε απασχολούσε κυρίως η ανακάλυψη. Ήθελα να μάθω, να ακούσω, να συνομιλήσω, να γνωρίσω όσο περισσότερα πράγματα μπορούσα. Σήμερα, εξακολουθώ να θέλω να ανακαλύψω νέα πράγματα, αλλά περισσότερο από το πρίσμα της δημιουργίας. Με απασχολεί το πώς όλα αυτά τα βιώματα, οι ιστορίες, οι επιρροές και οι εμπειρίες μπορούν να μεταπλαστούν σε κάτι προσωπικό και να δημιουργήσουν μέσα µου ένα άλλο σύμπαν. Βρίσκω ενδιαφέρον στο πώς μπορείς να φτιάξεις κάτι ουσιαστικό, κάτι που να εκφράζει τον εαυτό σου πραγματικά και να δημιουργεί μια αληθινή σύνδεση µε τους ανθρώπους που το ακούνε.

INFO Οι Γκιντίκι εμφανίζονται μαζί με τους Θραξ Πανκc στο Θεατράκι Κοινοτικού Πάρκου Λυμπιών την Πέμπτη 2 Ιουλίου, 9μ.μ. Εισιτήρια: more.com  99810011

Ελεύθερα, 26.6.2026
Το άρθρο Τάσος Κοφοδήμος: Η δύναμη της μουσικής εμπειρίας δεν μπορεί ν’ αντικατασταθεί από καμία οθόνη εμφανίστηκε πρώτα στο Philenews. 

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *