Στον αστερισμό της Λίλιπαντ

Στον αστερισμό της Λίλιπαντ

   ​​ ​

Το «Toy Story 5» υπενθυμίζει την ανάγκη μας για λίγο ανθρωπισμό, σε μια εποχή που τα μωρά μεγαλώνουν παρέα με ένα τάμπλετ.

Η σκηνή δεν είναι ασυνήθιστη στην εποχή μας: κάποιο βιβλίο πέφτει στα χέρια ενός μωρού. Εκείνο δεν ανοίγει το βιβλίο, ούτε το φυλλομετρά. Σχεδόν ενστικτωδώς, πατάει με τα δαχτυλάκια του το εξώφυλλο, έτσι για να «ξυπνήσουν» οι εικόνες.

Η συγκεκριμένη κίνηση θα ήταν χαριτωμένη, σχεδόν μαγική, αν δεν καταμαρτυρούσε την αυξανόμενη εξάρτηση από τις οθόνες, μια συνήθεια καθημερινή που δε γνωρίζει ηλικία. Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Θυμάμαι σχετικό κριτικό μου σημείωμα, από τις αρχές του ’90, με τον ενδεικτικό τίτλο «Η μαμά μας η TV». Σήμερα η «μαμά» έχει αντικατασταθεί από μια άλλη, μικρότερη τι-βι.

Τα παιδιά καταναλώνουν από το πρωί ως το βράδυ, παθητικά και αμίλητα, τις εικόνες που τους σερβίρει. Λογικό, αφού οι γονείς συνήθισαν να εξαγοράζουν τη σιωπή τους μ’ ένα τάμπλετ, από τότε που έβγαζαν δοντάκια. Σχεδόν αναπόφευκτα, τα μισά εντεκάχρονα διαθέτουν από ένα smartphone και πλέον όλοι αντιλαμβάνονται τον ελέφαντα στο δωμάτιο: την ανάγκη για περιορισμένη χρήση των οθονών στις μικρότερες ηλικίες.

Όχι τυχαία, ο εν λόγω «ελέφαντας» πρωταγωνιστεί και στο πέμπτο «Toy Story» που προβάλλεται αυτές τις μέρες τους κινηματογράφους. Στην πραγματικότητα, φέρνει περισσότερο σε βάτραχο και το όνομά του/της είναι Λίλιπαντ.

Κατά κάποιο τρόπο, το «Toy Story 5» ανταποκρίνεται στο επίσημο κάλεσμα των καιρών: φοράει το ταγιέρ της συντηρητικής δασκάλας, καλώντας τα μαθητούδια να απομακρύνουν τα τάμπλετ από το δωμάτιο. Η πράξη είναι βαθιά ειρωνική, αφού η σειρά δεν έχει απλώς αγκαλιάσει την ψηφιακή τεχνολογία: την έχει περιλούσει σε νοσταλγική χρυσόσκονη.

Πίσω στο 1995, φύσηξε για πρώτη φορά ο αέρας της ψηφιακής επανάστασης στο κλασικό animation. Μέσα από το ειδικά κατασκευασμένο λογισμικό της Pixar, οι πήλινες φιγούρες του «Toy Story 1» μπήκαν στο μίξερ του κομπιούτερ για να υποκλιθούν στις χάρες του C.G.I. Τις θαυμάσαμε στη συνέχεια στο σινεμά, τελειοποιημένες, λαμπερές και τρισδιάστατες, με όλα τα πίξελ και τον απαραίτητο φωτισμό τους.

Από τεχνική άποψη, το συγκεκριμένο franchise είναι η αποθέωση της βιομηχανοποιημένης διαδικασίας στο σινεμά. Για να φτιαχτεί ένα καρέ (από τα 24 που αποτελούν ένα δευτερόλεπτο κινούμενης εικόνας) μπορεί να χρειαστούν άλλες 24 ώρες εργασίας. Τα ρούχα, τα μαλλιά και οι υφές των παιχνιδιών κατασκευάζονται μεν στο χέρι, βοηθώντας στη ρεαλιστική απεικόνιση. Υπάρχει όμως μονάχα ένας τρόπος για να ζωντανέψουν: το «μαγικό άγγιγμα» του υπολογιστή.

Ο σκηνοθέτης Τζον Λάσιτερ και τα αφεντικά της Pixar γνώριζαν αυτό τον εγγενή δυισμό, φαινόμενο μιας ιλιγγιωδώς μεταβαλλόμενης εποχής. Έτσι, αποφάσισαν να τον ενσωματώσουν στην ταινία.

Ο κεντρικός της ήρωας είναι ο Γούντι, ένας λιλιπούτειος σερίφης βγαλμένος από τη δεκαετία του ’50, με μοναδικό όπλο το λάσο του. Απομεινάρι των παλιών οικογενειακών αξιών και του παραδοσιακού stop-motion animation, θα βρεθεί από νωρίς απέναντι σ’ ένα πολυσύνθετο ανταγωνιστή.

Ο αστροναύτης Buzz Lightyear θέτει το ζήτημα της λεγόμενης «ψηφιακής μετάβασης» στον κόσμο των παιχνιδιών – αλλά και στην ίδια την πραγματικότητα. Ο Γούντι είναι η νοσταλγία για το παλιό. Ο Μπαζ είναι η ασταμάτητη αγωνία για το νέο που ολοένα αλλάζει.

Η γοητεία των ταινιών «Toy Story» βρίσκεται ακριβώς σε αυτό τον συμβολικό χαρακτήρα των μικρών πλαστικών φιγούρων. Έτσι, το πιρουνάκι Forky, ταπεινό χειροποίητο παιχνίδι, φτιαγμένο από ανακυκλώσιμα υλικά, παλεύει να αποδεχτεί τον εαυτό του και να ενηλικιωθεί.

Η καουμπόισσα Τζέσι ζει με την φοβία της εγκατάλειψης, ενώ το πλαστικό δεινοσαυράκι Ρεξ, με εκείνη της εξαφάνισης. Αλλά, ίσως η πιο αντιπροσωπευτική φιγούρα της εποχής μας είναι ο κύριος Πατατοκέφαλος: ευμετάβλητος και εύπλαστος, «φοράει» τα μάτια, τα αυτιά και το στόμα του, κατά πώς τον βολεύει.

Το νέο «Toy Story» είναι η απόπειρα του franchise να επιδείξει την προσαρμοστικότητα του Πατατοκέφαλου, μετά από 31 χρόνια ζωής. Χωρίς το όνομα του Λάσιτερ στους τίτλους, θέλει να εναρμονιστεί με την εποχή του Α.Ι., προσπαθώντας ταυτόχρονα να ισορροπήσει με το συναίσθημα. Και κάπου εδώ εισέρχεται στην ιστορία μας ο νέος ανταγωνιστής: το τάμπλετ Λίλιπαντ.

Το σχήμα του είναι ένα τρισχαριτωμένο πράσινο βατραχάκι, η καρδιά του όμως είναι παγερή και μηχανική. Οι πολύχρωμες εικόνες και οι απεριόριστές του δυνατότητες κάνουν τα υπόλοιπα παιχνίδια να ωχριούν. Διασκεδάζει τη μικρή Μπόνι περισσότερο από όλους: τη νταντεύει, της χαρίζει ψηφιακούς φίλους κι αφήνει τους παλιούς να παλεύουν με τα υπαρξιακά τους.

Η ατάκα της ταινίας προέρχεται από τον δεινόσαυρο Ρεξ: «Αφανισμός! Όχι πάλι…». Δυστυχώς αγαπητέ Ρεξ, αυτά συμβαίνουν στην εξέλιξη των -τεχνολογικών- ειδών: το παλιό «ζωάκι» φεύγει για να το διαδεχτεί το νέο. Ή μήπως δεν ισχύει -ολοκληρωτικά- αυτό; Υπάρχει, άραγε, ακόμα χώρος για συνύπαρξη, για συμπερίληψη και… ανοχή;

Η ταινία θέτει και αυτά τα ερωτήματα. Παντρεύει τα πίξελ και τους αλγόριθμους με τη μυρωδιά του ξύλου και την αφή του ρούχου. Τονίζει την επιθυμία για αληθινές περιπέτειες, πέρα από τις ψηφιακές. Την ανάγκη για πραγματική αγκαλιά, μακριά από την εικονική παρέα της οθόνης.

Μοιάζει σαν ένα παιχνιδιάρικο, ψηφιακό σημείωμα που λέει: μέσα στο σύμπαν του τεχνοκαπιταλισμού τα πάντα εξελίσσονται, μα υπάρχει πάντα χώρος για λίγο ανθρωπισμό.

Ελεύθερα, 28.06.2026

 

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *