Μέρος Δ’
Επειδή ο Μαρσέλ βλέπει την πηγή της αντίφασης ύπαρξης – ιδιοκτησίας μέσα στο ίδιο το άτομο, στη δυαδική του φύση δηλαδή, γι’ αυτό και αναζητά τη διέξοδο στην αγάπη και στο έλεος, στην «αυτοθυσία» και, τέλος, καταλήγει στη θρησκεία, την τέχνη και τη φιλοσοφία, που υποτίθεται ότι είναι ικανές να εξαλείψουν την αντίφαση ιδιοκτησίας – ύπαρξης, όπου σε κάποιο επίπεδο θα ταυτιστούν. Όμως κάτι τέτοιο είναι απλώς τυπικές θρησκευτικές και ιδεαλιστικές λύσεις που δεν έχουν δώσει απαντήσεις στη διάρκεια χιλιετιών ιστορικής πορείας της ανθρωπότητας, ακριβώς επειδή τέτοιες προσεγγίσεις, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είναι τίποτε περισσότερο από κάποιο καλό ευχολόγιο και συχνά αποτελούν το υποκριτικό κήρυγμα ενός πλουσίου, απευθυνόμενο στους φτωχούς, τους δυσπραγούντες και τους μίζερους.
Ο υπαρξισμός είναι η φιλοσοφία που αντιπροσωπεύει την καθαρή έκφραση του αστικού ατομικισμού. Όμως αυτός ο ατομικισμός ουσιαστικά διαφέρει από τον αντίστοιχο παραδοσιακό ατομικισμό που αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως ένα «κοινωνικό ον», μια αυτάρκη κοινωνική μονάδα. Στην περίοδο άνθησης της υπαρξιακής φιλοσοφίας μια τέτοια αντίληψη είχε θεωρηθεί αναχρονιστική. Η κοινωνική ζωή πλέον αναπόφευκτα και σαφώς έλκυε στην τροχιά της οποιοδήποτε άτομο. Για τον υπαρξισμό ακόμη και η ανεξάρτητη ύπαρξη ενός ατόμου (ή του «κοινωνικού κυττάρου», της οικογένειας), που στο παρελθόν αποτελούσε τη βάση του κοινωνικού ατομικισμού, είναι πλέον αδιανόητη. Γι’ αυτό και ο υπαρξισμός απέδιδε μεγάλη σημασία στις κοινωνικές σχέσεις (τις «άλλες», όπως εκφράζονταν στη γλώσσα της υπαρξιακής φιλοσοφίας), αλλά ερμηνεύονταν αυτές οι σχέσεις με τον δικό του τρόπο. Η ουσία του υπαρξιακού ατομικισμού είναι ότι οι κοινωνικές σχέσεις αντιμετωπίζονται ως συγκρουσιακές σχέσεις, που συνδέουν τους ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή τους διαχωρίζουν. Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με τον Γιάσπερ, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων (η «επικοινωνία», δηλαδή η «ύπαρξη με τους άλλους») αποτελούν επικοινωνία μεταξύ μοναχικών ατόμων. «Κάθε φορά που αίρεται η μοναχικότητα λόγω της επικοινωνίας, προκύπτει μια νέα μοναχικότητα, που δεν μπορεί να αρθεί χωρίς να πάψει να υπάρχει ο εαυτός μου, που αποτελεί προϋπόθεση για την επικοινωνία». Η αρχική δε μορφή τέτοιας επικοινωνίας για τον Γιάσπερ αποδεικνύεται ότι είναι μια σχέση κυριαρχίας και προσφοράς. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, η προσπάθεια για επικοινωνία αναπόφευκτα συνδυάζεται με τον φόβο έναντι αυτής της ίδιας της επικοινωνίας, με την αμφιβολία για τις δυνατότητες που αυτή έχει κ.λπ.
Έτσι, ο υπαρξισμός εκφράζει εκ νέου την πραγματική αντίθεση και τη συγκρουσιακή υφή των κοινωνικών σχέσεων μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία. Την ίδια στιγμή, όμως, όχι τυχαία μεταμφιέζει τη δεδομένη αντίθεση, μετατρέποντάς τη σε ένα από τα εγγενή στοιχεία της «ανθρώπινης ύπαρξης» ως τέτοιας και, γι’ αυτό, ένα τέτοιο στοιχείο θεωρείται άφθαρτο. Ο ανταγωνισμός, που προκαλεί η ίδια η εκμεταλλευτική κοινωνία, αντιμετωπίζεται ως μια καθολική σχέση ανθρώπου προς άνθρωπο, η οποία συνοδεύει την εξελικτική πορεία του ανθρώπου.
Στην αστική φιλοσοφία ο υπαρξισμός ονομάζεται η «φιλοσοφία της ελευθερίας». Πράγματι, τα ζητήματα που σχετίζονται με την ελευθερία κατέχουν στον υπαρξισμό μια σημαντική θέση. Όμως ποια είναι η ουσία της ελευθερίας; Πώς την αντιλαμβάνεται ο υπαρξισμός; Ο Ζαν Πολ Σαρτρ την εξέφρασε ως ακολούθως: «Ο άνθρωπος δεν μπορεί άλλοτε να είναι σκλάβος και άλλοτε ελεύθερος. Πλήρως και πάντα είναι ελεύθερος ή γενικά δεν υπάρχει». Τι σημαίνει όμως αυτό; Σύμφωνα με την άποψη της μαρξιστικής φιλοσοφίας, πραγματική ελευθερία είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ενεργεί στη βάση της γνώσης της αναγκαιότητας, να δρα με «εμπειρογνωμοσύνη». Για τον υπαρξισμό, όμως, η ελευθερία είναι μια παρορμητική, συναισθηματική επιλογή. Γι’ αυτό και οι υπαρξιστές δηλώνουν ότι η πραγματική ελευθερία εκδηλώνεται στον άνθρωπο όταν αυτός βιώνει καταστάσεις αγωνίας, έχει άγχος, νιώθει την εγκατάλειψη. «Το άγχος, η εγκατάλειψη, η υπευθυνότητα αποτελούν την ποιότητα της συνείδησής μας, η οποία αντιπροσωπεύει την αγνή και απλή ελευθερία». Επομένως, η ελευθερία είναι μια ασυνείδητη, ενστικτώδης πράξη, που δεν εμπεριέχει αντικειμενικό περιεχόμενο.
