Αρχαία Ελληνικά: η γλώσσα που γέννησε την Αναγέννηση

Αρχαία Ελληνικά: η γλώσσα που γέννησε την Αναγέννηση

Με αυτή τη φράση, Graeca sunt, non leguntur, γραφείς και λόγιοι της λατινικής Δύσης σημείωναν κάποτε την αμηχανία τους μπροστά σε ελληνικά χωρία που συναντούσαν σε χειρόγραφα και αδυνατούσαν να αποκρυπτογραφήσουν. Η έκθεση της Βουλής των Ελλήνων «Άλφα Βήτα: Τα Ελληνικά Γράμματα στη Δύση. Βυζάντιο – Ιταλία – Ευρώπη» αντιστρέφει ευφυώς εκείνη την παλαιά αδυναμία με το λατινικό ρητό Graeca sunt, sed tamen leguntur, «Είναι ελληνικά, κι όμως διαβάζονται». Σε αυτή την αντιστροφή συμπυκνώνεται μία από τις μεγάλες περιπέτειες της ευρωπαϊκής παιδείας: η Αναγέννηση γεννήθηκε όταν η Ευρώπη θέλησε να διαβάσει ξανά τα ελληνικά κείμενα στη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν.

Στο Περιστύλιο της Βουλής παρουσιάζεται, με επιστημονική ακρίβεια και αισθητική ευγένεια, η πορεία της ελληνικής γλώσσας από το Βυζάντιο στην Ιταλία και από εκεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η έκθεση δείχνει ότι η αγάπη για τον ελληνικό πολιτισμό, η οποία διαμόρφωσε τον ευρωπαϊκό ουμανισμό, στηρίχθηκε πρωτίστως στη γλώσσα. Ο Όμηρος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι τραγικοί, οι ιστορικοί και οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν τεράστιο κύρος για τη Δύση, ενώ η ουσιαστική πρόσβαση στα έργα τους περνούσε μέσα από τη γνώση της ελληνικής γλώσσας.

Τη δίψα αυτή αποτυπώνει ο Πετράρχης, ο μεγάλος Ιταλός λόγιος και ποιητής του 14ου αιώνα, όταν έλαβε ελληνικό χειρόγραφο του Ομήρου και στάθηκε μπροστά του με δέος, έχοντας στα χέρια του έναν θησαυρό που ποθούσε να ακούσει, χωρίς ακόμη να κατέχει τη γλώσσα που θα τον έκανε να τον κατανοήσει. Homerus tuus apud me mutus, imo vero ego apud illum surdus sum, γράφει. «Ο Όμηρός σου είναι βωβός για μένα, ή μάλλον εγώ είμαι κουφός απέναντί του». Η φράση φανερώνει το μέγεθος του πόθου. Ο Όμηρος υπήρχε, το χειρόγραφο υπήρχε, η φήμη του ποιητή είχε διασχίσει τους αιώνες, όμως η απόσταση της γλώσσας κρατούσε κλειστή την ουσία του έργου.

Στο μεταίχμιο του 14ου προς τον 15ο αιώνα, οι Βυζαντινοί λόγιοι, φορείς μιας αδιάλειπτης φιλολογικής παραδόσεως, συνάντησαν τους Ιταλούς ουμανιστές και έδωσαν στη Δύση το μέσο για να ξαναπλησιάσει τις πνευματικές της ρίζες. Ο Μανουήλ Χρυσολωράς, που το 1397 εγκαινίασε τη διδασκαλία των ελληνικών γραμμάτων στη Φλωρεντία, καλλιέργησε στους μαθητές του την επιθυμία να γνωρίσουν τα κείμενα από το πρωτότυπο. Γύρω από αυτή τη μαθητεία συγκροτήθηκαν κύκλοι σπουδαστών, μεταφραστικά εργαστήρια, βιβλιοθήκες, σχολές, έδρες Ελληνικών, ένα ολόκληρο πνευματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η ελληνική γλώσσα έγινε όργανο παιδείας, φιλολογικής εργασίας, θεολογικού στοχασμού, πολιτικής και επιστημονικής σκέψεως.

Η τυπογραφία έδωσε σε αυτή την κίνηση ιστορική ορμή. Στη Βενετία, ο Άλδος Μανούτιος, με τη συνεργασία λογίων όπως ο Μάρκος Μουσούρος, αφιερώθηκε στην έκδοση ελληνικών κειμένων και κατέστησε την αρχαία ελληνική γραμματεία προσιτή στο ευρύτερο κοινό. Οι εκδόσεις του Αριστοτέλους, του Αριστοφάνους, του Πλάτωνος και τόσων ακόμη συγγραφέων υπήρξαν πράξεις πολιτισμικής μεταδόσεως. Μέσα από το έντυπο βιβλίο, η ελληνική γλώσσα απέκτησε νέα κυκλοφορία, νέα αναγνωστική κοινότητα, νέα θέση στο ευρωπαϊκό σχολείο και στο πανεπιστήμιο.

Ανάμεσα στα τεκμήρια της εκθέσεως, υπάρχει και ένα σημείο πολύ συγκινητικό. Οι μαθητές του ιστορικού κλασικού λυκείου Marco Foscarini της Βενετίας, του σχολείου όπου φοίτησε ο Διονύσιος Σολωμός, έφεραν στη Βουλή τα βιβλία με τα οποία διδάσκονται σήμερα αρχαία ελληνικά – υπενθυμίζω ότι στην Ιταλία λειτουργούν ακόμη περίπου 800 κλασικά λύκεια. Σε αυτή την προθήκη γίνεται ορατή η δύναμη της παιδείας να ενώνει γενιές που τις χωρίζουν αιώνες. Ο Πετράρχης που λαχταρούσε να ακούσει τον Όμηρο, οι Βυζαντινοί λόγιοι που δίδαξαν τη γλώσσα στη Δύση, ο Σολωμός που σπούδασε στην Ιταλία, οι σημερινοί μαθητές που ανοίγουν τα ελληνικά τους βιβλία στη Βενετία, συναντώνται μέσα στον ίδιο πνευματικό χρόνο.

Αυτή είναι η ουσία της σοβαρής παιδείας: να συνδέει όσα ο χρόνος διασπείρει. Να φέρνει κοντά το χειρόγραφο και το σχολικό εγχειρίδιο, τον δάσκαλο και τον μαθητή, το Βυζάντιο και την Ιταλία, τη Βενετία και την Αθήνα, τον Όμηρο και το σημερινό παιδί που δοκιμάζει να διαβάσει την πρώτη του αρχαία ελληνική φράση. Από τέτοιες ενώσεις γεννώνται τα μεγάλα πνευματικά κινήματα. Η Αναγέννηση υπήρξε ακριβώς μία τέτοια συνάντηση γλωσσών, κειμένων, δασκάλων, μαθητών, βιβλιοθηκών, τυπογραφείων και σχολών, μέσα από την οποία η Ευρώπη ανανέωσε την εικόνα της για τον άνθρωπο και τον κόσμο.

Εδώ αρχίζει η δική μας ευθύνη. Εκεί όπου ο Πετράρχης στεκόταν «κουφός» μπροστά στον Όμηρο, εμείς, οι σύγχρονοι Έλληνες, βρισκόμαστε σε ασύγκριτα ευνοϊκότερη θέση. Η αρχαία ελληνική γλώσσα, με όλη τη δυσκολία, την πυκνότητα και την ακρίβειά της, αποτελεί υψηλή και απαιτητική μορφή της ίδιας μακραίωνης γλωσσικής συνέχειας. Με συστηματική προσπάθεια, σωστή καθοδήγηση και μέθοδο που ξεκινά από τη βιωματική σχέση με τη λέξη και το κείμενο, ο σημερινός Έλληνας μαθητής μπορεί να πλησιάσει έργα που για αιώνες αποτέλεσαν αντικείμενο πόθου, κόπου και θαυμασμού για ολόκληρη την Ευρώπη, με ασύγκριτη ευκολία.

Καμία μετάφραση, όσο πιστή και ευσυνείδητη και αν είναι, δεν μεταφέρει πλήρως τον ρυθμό, την μνήμη, την εσωτερική ένταση και τον σημασιολογικό πλούτο της γλώσσας στην οποία γεννήθηκε ένα σπουδαίο κείμενο. Αυτό ισχύει για κάθε λογοτεχνικό έργο. Ισχύει ακόμη περισσότερο για την ελληνική γραμματεία, όπου η λέξη, η σκέψη, η ετυμολογία και η πολιτιστική ταυτότητα συγκροτούν αδιάσπαστη ενότητα. Ο Όμηρος σε μετάφραση συγκινεί. Ο Όμηρος στο πρωτότυπο συγκλονίζει.

Το προνόμιο αυτό, το οποίο κληρονομήσαμε χωρίς να το κατακτήσουμε, παραμένει ανενεργό. Η ελληνική εκπαίδευση οφείλει να ξανασκεφθεί τη μέθοδο με την οποία φέρνει τα παιδιά σε επαφή με τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Η γραμματική και το συντακτικό έχουν τη θέση τους, μέσα όμως σε μια διδασκαλία που οδηγεί τον μαθητή από τη λέξη στο κείμενο, από το κείμενο στη σκέψη, από τη νεοελληνική οικειότητα στην αρχαία ρίζα, από την ανάλυση στην κατανόηση και από την κατανόηση στην απόλαυση της ανάγνωσης.

Η έκθεση της Βουλής μάς υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη αγάπησε τον ελληνικό πολιτισμό επειδή αγωνίστηκε να τον διαβάσει. Εμείς, ως αποδέκτες αυτής της κληρονομιάς, έχουμε το ανεκτίμητο προνόμιο να προσεγγίζουμε τα αρχαία κείμενα μέσα από τη συνέχεια της ίδιας μας της γλώσσας. Το ζητούμενο είναι να αξιοποιήσουμε αυτό το προνόμιο ώστε τα παιδιά μας να αποκτήσουν τη μέθοδο και την εσωτερική προετοιμασία για να «ακούσουν» ξανά τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη στη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν έργα που ανήκουν στα αριστουργήματα της ανθρωπότητας.

Θερμά συγχαρητήρια αξίζουν στη Βουλή των Ελλήνων, στη Βιβλιοθήκη της Βουλής και σε όλους τους συντελεστές της εκθέσεως, ιδιαιτέρως στη Σοφία Χηνιάδου – Καμπάνη, για μία πρωτοβουλία που τιμά την ελληνική γλώσσα ως δύναμη παιδείας, φορέα μνήμης, γέφυρα ανάμεσα στους αιώνες και θεμέλιο της ευρωπαϊκής πνευματικής ταυτότητας.

Η έκθεση συνεχίζεται στο Μέγαρο της Βουλής έως τις αρχές Σεπτεμβρίου 2026.

 «Είναι ελληνικά, δεν διαβάζονται»  

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *