Ανεξάρτητη διερεύνηση και θεσμικές αλλαγές ζητούν οι νομικοί για το «Κράτος Μαφία»

​  ​

Του Μιχάλη Μιχαήλ

Η επόμενη ημέρα μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς και τη δημόσια παρέμβαση του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη φέρνει στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα για τη συνέχεια της διαδικασίας, τον ρόλο των θεσμών και τις αναγκαίες ενέργειες ώστε να διασφαλιστεί μια αξιόπιστη και ανεξάρτητη ποινική διερεύνηση. Οι δικηγόροι Αχιλλέας Δημητριάδης και Χριστόφορος Χριστοφή, σχολιάζοντας τις τελευταίες εξελίξεις, συγκλίνουν στην ανάγκη λήψης συγκεκριμένων μέτρων για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της θεσμικής αξιοπιστίας. Και οι δύο υπογραμμίζουν την ανάγκη διορισμού ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών και ανεξάρτητου κατηγόρου, ενώ παράλληλα εκφράζουν προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται μέχρι στιγμής η ποινική διερεύνηση. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης στον ρόλο του Γενικού Εισαγγελέα, στις αρμοδιότητες της Αρχής κατά της Διαφθοράς, αλλά και στις θεσμικές αλλαγές που, κατά την άποψή τους, απαιτούνται ώστε να αποφευχθούν ανάλογα προβλήματα στο μέλλον.

Αχιλλέας Δημητριάδης: Τρεις προτεραιότητες για την επόμενη ημέρα της έρευνας

Από νομικής πλευράς, θεωρώ ότι η δημόσια παρέμβαση του Νίκου Αναστασιάδη δεν προσέθεσε οτιδήποτε στην προσπάθειά του να αποκρούσει το αποτέλεσμα του πορίσματος. Από πλευράς δημοσίων σχέσεων, ο καθένας μπορεί να κρίνει το αποτέλεσμα. Εκείνο που έχει σημασία τώρα είναι να δούμε πώς προχωρεί η διαδικασία.

Κατά την άποψή μου, πρέπει να γίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, να διοριστεί ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής. Δεύτερον, να διοριστεί ανεξάρτητος δημόσιος κατήγορος ή εισαγγελέας. Τρίτον, να τροποποιηθεί ο νόμος για την Αρχή κατά της Διαφθοράς, ώστε να της δοθούν πραγματικές εξουσίες, και μαζί με αυτό να τροποποιηθεί και το Σύνταγμα όσον αφορά τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα.

Ήδη έχουμε φτάσει στο σημείο να εξαιρεθεί ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και οι προϊστάμενοι των ποινικών υποθέσεων της Νομικής Υπηρεσίας. Ο διορισμός ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή είναι μονόδρομος. Δεν είναι, όμως, αρκετός από μόνος του για να διασφαλιστεί μια πραγματικά ανεξάρτητη διαδικασία.

Όπως σε μια κανονική ποινική υπόθεση, η Αστυνομία διεξάγει την ανάκριση και η Νομική Υπηρεσία παρουσιάζει την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου, ετοιμάζοντας τα κατηγορητήρια, έτσι και εδώ ο ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής πρέπει να συντονιστεί με έναν ανεξάρτητο εισαγγελέα ή κατήγορο. Αυτόν πρέπει να τον διορίσει ο Γενικός Εισαγγελέας.

Ο Γενικός Εισαγγελέας, σύμφωνα με το Σύνταγμα, είναι το πρόσωπο στο όνομα του οποίου διεξάγονται οι ποινικές υποθέσεις. Όταν κατηγορείται κάποιος, είναι ο Γενικός Εισαγγελέας που τον κατηγορεί. Επειδή, όμως, ο ίδιος έχει εξαιρεθεί, χρειάζεται να διορίσει ανεξάρτητο εισαγγελέα ή ανεξάρτητο κατήγορο, ο οποίος θα αναλάβει τον συντονισμό, τις νομικές γνωματεύσεις και, εφόσον κριθεί ότι στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα, τη σύνταξη του κατηγορητηρίου.

Αυτό δεν είναι επιστημονική φαντασία. Είναι πεπατημένη. Έγινε και στην υπόθεση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Ρίκκου Ερωτοκρίτου, όπου διορίστηκαν ιδιώτες δικηγόροι για να ενεργήσουν ως κατήγοροι και να παρουσιάσουν την υπόθεση στο δικαστήριο. Άρα μπορεί να γίνει και τώρα.

Το τρίτο ζήτημα είναι εξίσου σοβαρό. Η Αρχή κατά της Διαφθοράς πρέπει να αποκτήσει «δόντια». Από το 2022, όταν δημιουργήθηκε, ήταν ουσιαστικά ξεδοντιασμένη, αφού δεν είχε εξουσία να διεξάγει ανακρίσεις. Αυτό σημαίνει διπλάσιο χρόνο, διπλά χρήματα και διπλή φαιά ουσία. Το υλικό των τριών χιλιάδων σελίδων, ο χρόνος που αναλώθηκε και τα χρήματα που δαπανήθηκαν -πέραν του ενός εκατομμυρίου ευρώ- θα πρέπει να επαναληφθούν με τρόπο που να παράγει αποδεικτικό υλικό αποδεκτό από ποινικό δικαστήριο.

Παράλληλα, θεωρώ ότι το πόρισμα θα έπρεπε να είχε δοθεί στη δημοσιότητα, έστω υπό μορφή περίληψης, πριν από τις προεδρικές εκλογές, ώστε οι πολίτες να έχουν πλήρη εικόνα πριν προσέλθουν στις κάλπες. Η συγκεκριμένη υπόθεση προέκυψε μέσα στην προεκλογική περίοδο και είναι εύλογο να διερωτάται κανείς γιατί δεν δημοσιοποιήθηκαν εγκαίρως τα σχετικά ευρήματα.

Αν υπάρχει επιχείρημα ότι η παραχώρηση τέτοιων εξουσιών στην Αρχή είναι αντισυνταγματική, τότε να αλλάξουμε το Σύνταγμα. Άλλωστε, έπρεπε ήδη να είχε τροποποιηθεί το άρθρο 113, που αφορά τις υπερεξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα.

Το πάθημα πρέπει να μας γίνει μάθημα. Χρειάζεται ανεξάρτητη ποινική διερεύνηση, ανεξάρτητος κατήγορος και ουσιαστική μεταρρύθμιση της Αρχής, ώστε να μη βρεθούμε ξανά μπροστά στα ίδια προβλήματα.

Χριστόφορος Χριστοφή: Ανεπαρκής η μέχρι τώρα διαχείριση της ποινικής διερεύνησης

Θεωρώ ότι η δημοσιογραφική διάσκεψη του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη είχε πρωτίστως επικοινωνιακό χαρακτήρα και απευθυνόταν κυρίως στο κομματικό ακροατήριο του ΔΗΣΥ και όχι στο σύνολο της κοινωνίας. Αυτό, κατά την άποψή μου, επιβεβαιώθηκε και από το γεγονός ότι τις αμέσως επόμενες ημέρες μέρος των όσων λέχθηκαν αξιοποιήθηκε πολιτικά από πλευράς ΔΗΣΥ.

Εκτιμώ ότι επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί η εντύπωση πως τα ζητήματα που καταγράφονται στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς είναι εντελώς διαφορετικά από όσα αναφέρει ο Μακάριος Δρουσιώτης στο βιβλίο «Κράτος Μαφία». Θεωρώ, όμως, ότι αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη. Από τη στιγμή που η Αρχή ολοκλήρωσε το έργο της και παρέδωσε το πόρισμά της, ο Μ. Δρουσιώτης παύει να αποτελεί τον βασικό συνομιλητή στην υπόθεση. Πλέον, το ζήτημα είναι ο τέως Πρόεδρος απέναντι στα ευρήματα και τα συμπεράσματα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Συνεπώς, οι απαντήσεις πρέπει να δίνονται στα συγκεκριμένα ζητήματα που εγείρονται από το πόρισμα και όχι σε ισχυρισμούς που δεν έχουν αποδειχθεί.

Παράλληλα, θεωρώ ότι η παρουσία δύο δικηγόρων στη δημοσιογραφική διάσκεψη προσέδωσε σε αυτήν έντονη νομική διάσταση, θυμίζοντας περισσότερο κατηγορούμενο που επιχειρεί να τεκμηριώσει την αθωότητά του παρά πολιτικό πρόσωπο που τελεί υπό διερεύνηση. Επί της ουσίας, δεν δόθηκαν σαφείς απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα των δημοσιογράφων, ιδιαίτερα σε σχέση με το ταξίδι με το ιδιωτικό αεροσκάφος του Ριμπολόβλεφ και την απουσία αποδείξεων πληρωμής.

Σε ό,τι αφορά τα επόμενα βήματα, θεωρώ απολύτως αναγκαίο να διοριστούν ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές εγνωσμένου κύρους. Αν αυτό δεν είναι εφικτό στην Κύπρο, λόγω προηγούμενων σχέσεων ή πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων, τότε θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο διορισμού ανακριτών από το εξωτερικό, ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης ανεξαρτησία και αξιοπιστία της διαδικασίας.

Εξίσου σημαντικό θεωρώ τον διορισμό ανεξάρτητου ιδιώτη κατήγορου από τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος θα έχει την ευθύνη εποπτείας της υπόθεσης, θα συντονίζει την Αστυνομία, θα παρέχει οδηγίες στους ανακριτές και θα αξιολογεί τα ευρήματα της έρευνας.

Η μέχρι στιγμής διαχείριση της υπόθεσης προκαλεί έντονο προβληματισμό. Το γεγονός ότι ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας εξαιρέθηκαν και στη συνέχεια ανέθεσαν την υπόθεση στο Εισαγγελικό Συμβούλιο, το οποίο περιορίστηκε ουσιαστικά στη διαβίβαση του πορίσματος στην Αστυνομία χωρίς να ασκήσει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση, είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό. Κατά την άποψή μου, το Συμβούλιο όφειλε να μελετήσει σε βάθος το πόρισμα, να δώσει συγκεκριμένες οδηγίες προς την Αστυνομία και να καθορίσει σαφές χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση των ανακρίσεων.

Στην πρώτη φάση της διαδικασίας δηλώνω ικανοποιημένος από τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε η Αρχή κατά της Διαφθοράς. Ωστόσο, στη δεύτερη φάση, που αφορά την ποινική διερεύνηση, αναδεικνύεται ένα σοβαρό θεσμικό πρόβλημα, το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα.

Θεωρώ ορθή την εξαίρεση του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα λόγω της προηγούμενης σχέσης τους με τον τέως Πρόεδρο. Δεν θεωρώ, όμως, ότι τίθεται θέμα παραίτησής τους. Εκείνο που οφείλουν να πράξουν είναι να διασφαλίσουν ότι η διαδικασία θα διεξαχθεί με απόλυτη διαφάνεια, ανεξαρτησία και θεσμική επάρκεια.

Τέλος, δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι η δημόσια συζήτηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε μια μελλοντική δίκη. Άλλωστε, ο ίδιος ο κ. Αναστασιάδης ήταν εκείνος που άνοιξε τη δημόσια συζήτηση και προκάλεσε τον σχετικό δημόσιο διάλογο.

 

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *