Read More
Στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Μεταφορών επιστρέφει το ζήτημα της εγκατάστασης χρονομέτρων αντίστροφης μέτρησης στα φωτοελεγχόμενα φώτα τροχαίας, λίγες εβδομάδες μετά την απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου που έκρινε αντισυνταγματική τη σχετική νομοθεσία.
Πρώτο θέμα στην ημερήσια διάταξη αποτελεί η ενημέρωση των βουλευτών για το κατά πόσο μπορεί να προχωρήσει η τοποθέτηση χρονομέτρων στις διασταυρώσεις όπου λειτουργεί το σύστημα φωτοεπισήμανσης.
Η επαναφορά του θέματος θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς έρχεται μετά την απόφαση του Ανώτατου, η οποία έβαλε τέλος στην προηγούμενη νομοθετική προσπάθεια.
Παρά τη δικαστική εξέλιξη, η Βουλή φαίνεται αποφασισμένη να εξετάσει εναλλακτικούς τρόπους εφαρμογής του μέτρου, είτε μέσα από νέα νομοθετική πρωτοβουλία είτε σε συνεργασία με την εκτελεστική εξουσία.
Υπενθυμίζεται ότι τον Μάρτιο του 2025 η Ολομέλεια της Βουλής είχε εγκρίνει νόμο που υποχρέωνε το κράτος να εγκαταστήσει χρονόμετρα αντίστροφης μέτρησης σε φωτοελεγχόμενες διασταυρώσεις.
Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της πρότασης, τα χρονόμετρα θα βοηθούσαν τους οδηγούς να γνωρίζουν πότε αλλάζει η φωτοσήμανση, θα ενίσχυαν την οδική ασφάλεια και θα περιόριζαν τα πρόστιμα που επιβάλλονται κατά τη μετάβαση από το πορτοκαλί στο κόκκινο.
Η νομοθεσία προνοούσε επίσης ότι, εάν τα χρονόμετρα δεν εγκαθίσταντο μέσα σε έξι μήνες, θα αναστελλόταν η καταγραφή παραβάσεων για παραβίαση κόκκινου σηματοδότη στις συγκεκριμένες διασταυρώσεις.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, ανέπεμψε τον νόμο, επικαλούμενος τόσο συνταγματικά όσο και τεχνικά ζητήματα.
Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα χρονόμετρα δεν μπορούν να συνυπάρξουν με το νέο σύστημα «έξυπνων» φώτων τροχαίας, το οποίο προσαρμόζει δυναμικά τη λειτουργία του ανάλογα με την κυκλοφοριακή κίνηση και όχι βάσει προκαθορισμένων χρόνων.
Παράλληλα, εκφράστηκαν ανησυχίες ότι η ταυτόχρονη λειτουργία των δύο συστημάτων θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στους οδηγούς, ενώ επισημάνθηκε και το σημαντικό οικονομικό κόστος που θα απαιτούσαν οι απαραίτητες τεχνικές παρεμβάσεις και οι αλλαγές στη σύμβαση του κράτους με την ανάδοχο εταιρεία.
Μετά την απόρριψη της αναπομπής από τη Βουλή, η υπόθεση οδηγήθηκε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός, καθώς επιβάλλει νέες κρατικές δαπάνες χωρίς αυτές να προβλέπονται στον εγκεκριμένο κρατικό προϋπολογισμό, παραβιάζοντας το άρθρο 82 του Συντάγματος.
Σύμφωνα με την απόφαση, η εφαρμογή του μέτρου θα απαιτούσε εκτεταμένες τεχνικές παρεμβάσεις στα φώτα τροχαίας, τροποποιήσεις στο λογισμικό και πρόσθετες δαπάνες για το κράτος.
