Ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών επέβαλε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού σε προπονητή και ιδιοκτήτη ποδοσφαιρικής ομάδας, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος δύο ανήλικων παιδιών.
Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε έξι κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, άγρα παιδιού για σεξουαλικούς σκοπούς και απόκτηση πρόσβασης σε υλικό κακοποίησης παιδιού. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας άλλαξε την απάντησή του από μη παραδοχή σε παραδοχή.
Η υπόθεση εκδικάστηκε κεκλεισμένων των θυρών, λόγω της ηλικίας των θυμάτων και της φύσης των αδικημάτων.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο καταδικασθείς είχε προηγούμενη καταδίκη για σεξουαλικά αδικήματα εναντίον ενήλικου προσώπου στην Ολλανδία.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο προπονητής ενήργησε με μεθόδευση και προσχεδιασμό, εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί με τους ανήλικους μέσα από το αγαπημένο τους άθλημα.
Όπως σημειώθηκε, αντί να προστατεύει, να στηρίζει και να καθοδηγεί τα παιδιά, ενήργησε με μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση των σεξουαλικών του ορέξεων.
Το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι τέτοιες συμπεριφορές, ιδιαίτερα όταν διαπράττονται από πρόσωπα εμπιστοσύνης, δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές και πως προέχει η αυστηρή τιμωρία και η αποτροπή.
Πέραν της ποινής φυλάκισης, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον καταδικασθέντα, για τρία χρόνια μετά την αποφυλάκισή του, να προσφέρει υπηρεσίες σε παιδιά, να εργάζεται σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, καθώς και να διαμένει κοντά σε οργανωμένους χώρους όπου διαμένουν ή συχνάζουν παιδιά.
Παράλληλα, παραπέμφθηκε στην Αρχή Εποπτείας για όλη τη διάρκεια της κράτησής του στις Κεντρικές Φυλακές, αλλά και για περίοδο τριών ετών μετά την αποφυλάκισή του.
Ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών επέβαλε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού σε προπονητή και ιδιοκτήτη ποδοσφαιρικής ομάδας, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για
