Του Κυριάκου Γιαννουκά Πρόεδρος Χημείων Γιαννουκά του Ομίλου ΒΙΟΑΤΡΙΚΗ στην Κύπρο Τα τελευταία χρόνια η βιταμίνη D βρίσκεται κάτω από το μικροσκόπιο της επιστημονικής κοινότητας και του κοινού ευρύτερα. Η σημασία της για τον οργανισμό είναι αδιαμφισβήτητη, ωστόσο, οι έντονες αναφορές γύρω από τη βιταμίνη του ήλιου, όπως συνήθως την αποκαλούμε, έχει συμβάλει στην ανεξέλεγκτη, πολλές φορές, χρήση συμπληρωμάτων. Η βιταμίνη D συντίθεται κυρίως στο δέρμα μέσω της έκθεσης στον ήλιο, ενώ μικρότερες ποσότητες λαμβάνονται από τη διατροφή. Ωστόσο, και παρά την αυξημένη ηλιοφάνεια της χώρας μας, μέσα από τις εξετάσεις που διενεργούνται στα εργαστήριά μας, παρατηρούμε ότι πολλοί εξεταζόμενοι έχουν επίπεδα βιταμίνης D κάτω από τα φυσιολογικά όρια. Η έλλειψη βιταμίνης D μπορεί να εκδηλωθεί με συμπτώματα που συχνά παραβλέπονται καθώς συνδέονται με άλλες αιτίες. Η έντονη κόπωση, η μυϊκή αδυναμία, οι πόνοι στα οστά και στις αρθρώσεις, οι συχνές λοιμώξεις, η μειωμένη αντοχή, αλλά και οι διαταραχές διάθεσης αποτελούν ενδείξεις ανεπάρκειας. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, η χρόνια έλλειψη μπορεί να συμβάλει στην οστεοπενία, την οστεοπόρωση και στην αυξημένη πιθανότητα καταγμάτων, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα άτομα. Τα οφέλη της βιταμίνης D είναι πολλαπλά και επιστημονικά τεκμηριωμένα. Συμβάλλει στην απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου, υποστηρίζοντας τη σωστή ανάπτυξη και διατήρηση των οστών και των δοντιών. Παράλληλα, φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, στη μυϊκή λειτουργία, αλλά και στη ρύθμιση φλεγμονωδών διεργασιών. Τα τελευταία χρόνια, μελετάται εκτενώς και η πιθανή συσχέτισή της με χρόνιες παθήσεις, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης και ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα. Παρά τα σημαντικά οφέλη της, η βιταμίνη D δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «αθώο» συμπλήρωμα που μπορεί να λαμβάνεται χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Η άποψη ότι «λίγη παραπάνω βιταμίνη δεν βλάπτει» είναι λανθασμένη και ενδέχεται να καταστεί επικίνδυνη για την υγεία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο έλεγχος των επιπέδων της μέσω αιματολογικών εξετάσεων είναι απαραίτητος πριν από οποιαδήποτε χορήγηση συμπληρωμάτων. Κάθε οργανισμός έχει διαφορετικές ανάγκες και μόνο η σωστή αξιολόγηση από επαγγελματία υγείας μπορεί να καθορίσει εάν υπάρχει πραγματική ανεπάρκεια και ποια είναι η κατάλληλη δοσολογία. Η βασική εξέταση για τον έλεγχο της βιταμίνης D είναι η μέτρηση της 25-υδροξυβιταμίνης D στο αίμα. Πρόκειται για τον πιο αξιόπιστο δείκτη που δείχνει τα συνολικά αποθέματα βιταμίνης D στον οργανισμό. Για τον εξεταζόμενο η διαδικασία είναι εύκολη και γρήγορη καθώς πρόκειται για μια απλή αιμοληψία η οποία, μάλιστα, δεν απαιτεί κάποια διεργασία προηγουμένως (όπως για παράδειγμα νηστεία). Συχνά, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει και συμπληρωματικές εξετάσεις, ώστε να υπάρχει πιο ολοκληρωμένη εικόνα του μεταβολισμού του ασβεστίου και της λειτουργίας των οστών (ασβέστιο, φώσφορος, μαγνήσιο, ουρία, κρεατίνη κ.ά.), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να ζητηθεί και μέτρηση οστικής πυκνότητας όταν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οστεοπενίας ή οστεοπόρωσης. Γενικά, τα επίπεδα της 25(OH)D ερμηνεύονται περίπου ως εξής: 100 ng/mL: πιθανή τοξικότητα Βεβαίως, η αξιολόγηση δεν πρέπει να γίνεται στη βάση μιας τιμής μέτρησης. Ο γιατρός είναι ο μόνος ειδικός που θα κρίνει εάν κάποιος χρειάζεται συμπλήρωμα, συνδυαστικά με την ηλικία, την έκθεση στον ήλιο, άλλες παθήσεις και άλλους παράγοντες. Η βιταμίνη D αποτελεί πολύτιμο σύμμαχο της υγείας μας, αλλά η χρήση της απαιτεί γνώση, μέτρο και υπευθυνότητα. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διαχέεται γρήγορα και εύκολα και συχνά ανεξέλεγκτα, η επιστημονική ενημέρωση και η εξατομικευμένη ιατρική προσέγγιση παραμένουν το ασφαλέστερο μονοπάτι για την προστασία της υγείας μας. The post Σύμμαχος για καλή υγεία η βιταμίνη D appeared first on AlphaNews .Του Κυριάκου Γιαννουκά Πρόεδρος Χημείων Γιαννουκά του Ομίλου ΒΙΟΑΤΡΙΚΗ στην Κύπρο Τα τελευταία χρόνια η βιταμίνη D βρίσκεται κάτω από το μικροσκόπιο της επιστημονικής κοινότητας και του κοινού ευρύτερα. Η σημασία της για τον οργανισμό είναι αδιαμφισβήτητη, ωστόσο, οι έντονες αναφορές γύρω από τη βιταμίνη του ήλιου, όπως συνήθως την αποκαλούμε, έχει συμβάλει στην ανεξέλεγκτη, πολλές φορές, χρήση συμπληρωμάτων. Η βιταμίνη D συντίθεται κυρίως στο δέρμα μέσω της έκθεσης στον ήλιο, ενώ μικρότερες ποσότητες λαμβάνονται από τη διατροφή. Ωστόσο, και παρά την αυξημένη ηλιοφάνεια της χώρας μας, μέσα από τις εξετάσεις που διενεργούνται στα εργαστήριά μας, παρατηρούμε ότι πολλοί εξεταζόμενοι έχουν επίπεδα βιταμίνης D κάτω από τα φυσιολογικά όρια. Η έλλειψη βιταμίνης D μπορεί να εκδηλωθεί με συμπτώματα που συχνά παραβλέπονται καθώς συνδέονται με άλλες αιτίες. Η έντονη κόπωση, η μυϊκή αδυναμία, οι πόνοι στα οστά και στις αρθρώσεις, οι συχνές λοιμώξεις, η μειωμένη αντοχή, αλλά και οι διαταραχές διάθεσης αποτελούν ενδείξεις ανεπάρκειας. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, η χρόνια έλλειψη μπορεί να συμβάλει στην οστεοπενία, την οστεοπόρωση και στην αυξημένη πιθανότητα καταγμάτων, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα άτομα. Τα οφέλη της βιταμίνης D είναι πολλαπλά και επιστημονικά τεκμηριωμένα. Συμβάλλει στην απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου, υποστηρίζοντας τη σωστή ανάπτυξη και διατήρηση των οστών και των δοντιών. Παράλληλα, φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, στη μυϊκή λειτουργία, αλλά και στη ρύθμιση φλεγμονωδών διεργασιών. Τα τελευταία χρόνια, μελετάται εκτενώς και η πιθανή συσχέτισή της με χρόνιες παθήσεις, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης και ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα. Παρά τα σημαντικά οφέλη της, η βιταμίνη D δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «αθώο» συμπλήρωμα που μπορεί να λαμβάνεται χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Η άποψη ότι «λίγη παραπάνω βιταμίνη δεν βλάπτει» είναι λανθασμένη και ενδέχεται να καταστεί επικίνδυνη για την υγεία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο έλεγχος των επιπέδων της μέσω αιματολογικών εξετάσεων είναι απαραίτητος πριν από οποιαδήποτε χορήγηση συμπληρωμάτων. Κάθε οργανισμός έχει διαφορετικές ανάγκες και μόνο η σωστή αξιολόγηση από επαγγελματία υγείας μπορεί να καθορίσει εάν υπάρχει πραγματική ανεπάρκεια και ποια είναι η κατάλληλη δοσολογία. Η βασική εξέταση για τον έλεγχο της βιταμίνης D είναι η μέτρηση της 25-υδροξυβιταμίνης D στο αίμα. Πρόκειται για τον πιο αξιόπιστο δείκτη που δείχνει τα συνολικά αποθέματα βιταμίνης D στον οργανισμό. Για τον εξεταζόμενο η διαδικασία είναι εύκολη και γρήγορη καθώς πρόκειται για μια απλή αιμοληψία η οποία, μάλιστα, δεν απαιτεί κάποια διεργασία προηγουμένως (όπως για παράδειγμα νηστεία). Συχνά, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει και συμπληρωματικές εξετάσεις, ώστε να υπάρχει πιο ολοκληρωμένη εικόνα του μεταβολισμού του ασβεστίου και της λειτουργίας των οστών (ασβέστιο, φώσφορος, μαγνήσιο, ουρία, κρεατίνη κ.ά.), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να ζητηθεί και μέτρηση οστικής πυκνότητας όταν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οστεοπενίας ή οστεοπόρωσης. Γενικά, τα επίπεδα της 25(OH)D ερμηνεύονται περίπου ως εξής: 100 ng/mL: πιθανή τοξικότητα Βεβαίως, η αξιολόγηση δεν πρέπει να γίνεται στη βάση μιας τιμής μέτρησης. Ο γιατρός είναι ο μόνος ειδικός που θα κρίνει εάν κάποιος χρειάζεται συμπλήρωμα, συνδυαστικά με την ηλικία, την έκθεση στον ήλιο, άλλες παθήσεις και άλλους παράγοντες. Η βιταμίνη D αποτελεί πολύτιμο σύμμαχο της υγείας μας, αλλά η χρήση της απαιτεί γνώση, μέτρο και υπευθυνότητα. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διαχέεται γρήγορα και εύκολα και συχνά ανεξέλεγκτα, η επιστημονική ενημέρωση και η εξατομικευμένη ιατρική προσέγγιση παραμένουν το ασφαλέστερο μονοπάτι για την προστασία της υγείας μας. The post Σύμμαχος για καλή υγεία η βιταμίνη D appeared first on AlphaNews . Read More
