Μέσω του δικτύου όμβριων υδάτων, τα λύματα κατέληγαν στον ποταμό και από εκεί στη θάλασσα του παραλιακού μετώπου της Αθήνας.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από πολυήμερη έρευνα και διακριτική παρακολούθηση του πρατηρίου από τις αρμόδιες αστυνομικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, μέσα σε διάστημα μόλις 20 ημερών είχαν καταγραφεί τουλάχιστον τέσσερις απορρίψεις υγρών βιομηχανικών αποβλήτων.

Η στιγμή που επενέβη η Αστυνομία
Οι αστυνομικοί παρακολουθούσαν τις κινήσεις του βυτιοφόρου και το πρωί της Τρίτης επενέβησαν την ώρα που, σύμφωνα με τις Αρχές, ο 41χρονος οδηγός άδειαζε το φορτίο σε φρεάτιο στον χώρο του πρατηρίου.
Σε βίντεο που δημοσιοποίησε η ΕΛ.ΑΣ. έχει καταγραφεί η διαδικασία απόρριψης.
Από την έρευνα προέκυψε ότι το βυτιοφόρο παραλάμβανε απόβλητα από βιομηχανικές εγκαταστάσεις, τα οποία αντί να οδηγούνται στον προβλεπόμενο χώρο επεξεργασίας φέρεται να απορρίπτονταν στο συγκεκριμένο σημείο.
Πώς έφταναν τα απόβλητα από το Αιγάλεω στη θάλασσα
Καθοριστικό για την έρευνα ήταν να εξακριβωθεί πού κατέληγε ο αγωγός του πρατηρίου.
Με ειδικό εξοπλισμό διαπιστώθηκε ότι το φρεάτιο συνδεόταν με το δίκτυο όμβριων υδάτων και, μέσω αυτού, με τον Κηφισό. Έτσι, τα απόβλητα ακολουθούσαν μια διαδρομή που κατέληγε τελικά στη θάλασσα.
Αυτοψία περιβαλλοντολόγου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατέληξε, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρουσιάστηκαν, ότι επρόκειτο για υγρά βιομηχανικά απόβλητα υψηλής οξύτητας.
Ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής Δημοσθένης Σαρηγιάννης επισήμανε ότι η αλλαγή του χημικού περιβάλλοντος του νερού και η αύξηση της οξύτητας μπορεί να κινητοποιήσει μέταλλα που βρίσκονται ήδη στον βυθό του Κηφισού, ενισχύοντας τις αρνητικές περιβαλλοντικές συνέπειες.
Τι απαντά η βιομηχανία
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, την ημέρα της αστυνομικής επιχείρησης το βυτιοφόρο φέρεται να είχε παραλάβει απόβλητα από γνωστή βιομηχανία μπισκότων.

Η εταιρεία διευκρίνισε με ανακοίνωσή της ότι το συγκεκριμένο όχημα δεν ανήκει στον ιδιόκτητο στόλο της, αλλά σε τρίτη εταιρεία η οποία έχει αναλάβει συμβατικά τη συλλογή και τη μεταφορά λυμάτων από το εργοστάσιο.
Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Περιβάλλοντος Πέτρος Βαρελίδης ανέφερε ότι η ευθύνη του εργολάβου θεωρείται δεδομένη, ενώ διερευνάται εάν υπήρχε γνώση της παράνομης διαχείρισης και από την εταιρεία.
Για την υπόθεση συνελήφθησαν ο 41χρονος οδηγός του βυτιοφόρου και ο 63χρονος προσωρινά υπεύθυνος του πρατηρίου, ενώ δικογραφία σχηματίστηκε και σε βάρος ακόμη δύο προσώπων για παραβάσεις της νομοθεσίας σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαχείριση αποβλήτων.
Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντία Δημογλίδου άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η έρευνα να επεκταθεί, καθώς, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να αποκλειστεί ανάλογη πρακτική με άλλα βυτιοφόρα, εταιρείες ή σε διαφορετικά σημεία.
Κατά την Αστυνομία, η συγκεκριμένη πρακτική προκάλεσε ρύπανση και υποβάθμιση των επιφανειακών υδάτων και ενείχε άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
Στο μικροσκόπιο ολόκληρη η διαδρομή των αποβλήτων
Η αποκάλυψη της υπόθεσης επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του ελέγχου της διαχείρισης των βιομηχανικών αποβλήτων.
Οι βιομηχανίες οφείλουν να καταγράφουν στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Αποβλήτων στοιχεία που αφορούν τις ποσότητες, τη σύσταση, τη μεταφορά και τον τελικό προορισμό τους, μαζί με τα αντίστοιχα παραστατικά.
Τα υγρά βιομηχανικά απόβλητα πρέπει να μεταφέρονται από αδειοδοτημένους φορείς στις προβλεπόμενες εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Στην επίμαχη περίπτωση, το βυτιοφόρο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, επρόκειτο να μεταβεί στο Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων της ΕΥΔΑΠ στη Μεταμόρφωση, κάτι που φέρεται να μην συνέβη.

Στο Κέντρο Επεξεργασίας καταγράφεται ηλεκτρονικά η είσοδος των οχημάτων, γίνεται ζύγιση και ελέγχεται η σύσταση του φορτίου. Εφόσον διαπιστωθεί ότι ένα φορτίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό, απαιτείται διαφορετική νόμιμη διαδικασία διαχείρισής του.
Μετά τις αποκαλύψεις, στο επίκεντρο μπαίνει πλέον η ενίσχυση των ελέγχων σε όλη την αλυσίδα μεταφοράς και διάθεσης των αποβλήτων.
Μεταξύ των μέτρων που εξετάζονται είναι περισσότερες αυτοψίες στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, εντατικότεροι έλεγχοι στα παραστατικά μεταφοράς, αλλά και αξιοποίηση συστημάτων GPS στα αδειοδοτημένα βυτιοφόρα.
Μέσω της τεχνολογίας θα μπορεί να παρακολουθείται η διαδρομή ενός οχήματος από τη στιγμή που παραλαμβάνει τα απόβλητα μέχρι την άφιξή του στην αδειοδοτημένη εγκατάσταση επεξεργασίας, ώστε να εντοπίζονται ύποπτες στάσεις ή αποκλίσεις από την προβλεπόμενη πορεία.
Η δικαστική και αστυνομική διερεύνηση συνεχίζεται, με τις Αρχές να εξετάζουν πλέον όχι μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά και το ενδεχόμενο να πρόκειται για πρακτική με ευρύτερες διαστάσεις.
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος
