Η Αθήνα είχε επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις με το Βρετανικό Μουσείο το 2021, επιδιώκοντας την επιστροφή των αρχαίων γλυπτών που μεταφέρθηκαν στη Βρετανία στις αρχές του 19ου αιώνα. Έπειτα από χρόνια επαφών και αναζήτησης μιας συμβιβαστικής φόρμουλας, ωστόσο, η πρόοδος που αναμενόταν δεν επετεύχθη.
Σύμφωνα με το βρετανικό δημοσίευμα, στην ελληνική πλευρά επικρατεί απογοήτευση για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων. Πηγή που επικαλείται η Telegraph αναφέρει ότι δεν διεξάγονται πλέον «συνομιλίες», ενώ εκτιμάται ότι, με τα σημερινά δεδομένα, είναι δύσκολο να επαναληφθούν. Τα κανάλια επικοινωνίας, πάντως, φέρονται να παραμένουν ανοιχτά, γεγονός που αφήνει περιθώριο για αλλαγή της κατάστασης στο μέλλον.
Το «αγκάθι» του μακροχρόνιου δανεισμού
Στην καρδιά της διαφωνίας βρίσκεται το καθεστώς υπό το οποίο θα μπορούσαν να επιστρέψουν τα Γλυπτά στην Αθήνα.
Το Βρετανικό Μουσείο υποστηρίζει ότι μπορεί να προχωρήσει μόνο σε δανεισμό των αρχαιοτήτων, καθώς το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο δεν του επιτρέπει να παραχωρήσει οριστικά αντικείμενα της συλλογής του.
Η ελληνική θέση είναι διαφορετική. Η Αθήνα διεκδικεί τη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών, θεωρώντας ότι ανήκουν στην Ελλάδα. Μια τυπική συμφωνία δανεισμού θα δημιουργούσε ένα κρίσιμο πρόβλημα, καθώς θα απαιτούσε την αναγνώριση του Βρετανικού Μουσείου ως νόμιμου ιδιοκτήτη των αρχαιοτήτων.
Η ελληνική κυβέρνηση, αντίθετα, υποστηρίζει ότι τα Γλυπτά αφαιρέθηκαν από τον Τόμας Μπρους, έβδομο κόμη του Έλγιν, υπό συνθήκες που δεν θεμελιώνουν νόμιμη κυριότητα.
Ο Λόρδος Έλγιν αφαίρεσε από τον Παρθενώνα, την περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία, γλυπτά από τα αετώματα, μαρμάρινες πλάκες και τμήματα της ζωφόρου του ναού. Στη συνέχεια τα μετέφερε στη Βρετανία και το 1816 τα πούλησε στη βρετανική κυβέρνηση.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι δύο πλευρές αναζητούσαν μια φόρμουλα που θα μπορούσε να παρακάμψει τις νομικές και πολιτικές «κόκκινες γραμμές».
Στο τραπέζι είχε βρεθεί ακόμη και η προοπτική μιας λεγόμενης «υβριδικής συμφωνίας», η οποία δεν θα χαρακτηριζόταν ούτε ως οριστική παραχώρηση ούτε ως συμβατικός δανεισμός.
Το 2024, μάλιστα, είχαν δημιουργηθεί προσδοκίες ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν κοντά στην επίτευξη συμφωνίας.
Παρά τις προσπάθειες, όμως, σύμφωνα με την Telegraph, δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση και η τακτική επικοινωνία ανάμεσα στην Αθήνα και το Βρετανικό Μουσείο σταμάτησε.
Η εξέλιξη έρχεται παρά τις προηγούμενες δηλώσεις του προέδρου του Βρετανικού Μουσείου και πρώην υπουργού Οικονομικών Τζορτζ Όσμπορν, ο οποίος είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι υπήρχε περιθώριο για την επίτευξη συμφωνίας.
Το σχέδιο ανταλλαγής αρχαιοτήτων
Μεταξύ των σεναρίων που είχαν εξεταστεί ήταν και μια ευρύτερη πολιτιστική συνεργασία ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, είχε συζητηθεί η δυνατότητα η Ελλάδα να στέλνει εκ περιτροπής σημαντικές αρχαιότητες στη Βρετανία, οι οποίες θα εκτίθεντο στο Βρετανικό Μουσείο.
Η συγκεκριμένη φόρμουλα θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο ως κίνητρο για μια συμφωνία όσο και ως μορφή «εξασφάλισης» ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα θα επέστρεφαν τελικά στη Βρετανία, χωρίς η Αθήνα να χρειαστεί να παράσχει τις τυπικές διαβεβαιώσεις περί κυριότητας που συνοδεύουν μια συμβατική συμφωνία δανεισμού.
Ούτε αυτή η λύση, ωστόσο, φαίνεται να κατάφερε να γεφυρώσει τη βασική διαφωνία.
Τα Γλυπτά του Παρθενώνα εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα του Βρετανικού Μουσείου και ταυτόχρονα το επίκεντρο μιας πολιτιστικής και διπλωματικής διεκδίκησης που διαρκεί δεκαετίες.
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος
