Ο πόλεμος έχει πλήξει ιδιαίτερα σκληρά τα κράτη του Κόλπου, καθώς οι εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου –ο στυλοβάτης των οικονομιών τους– έχουν διαταραχθεί, προκαλώντας παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Οι συνομιλίες του Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη χθεσινή συνάντησή του με τις μοναρχίες του Κόλπου, πραγματοποιήθηκαν σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική συγκυρία. Ο Αμερικανός πρόεδρος απειλεί με «αφανισμό» την Τεχεράνη, χωρίς ωστόσο να αποκλείει περαιτέρω επαφές –φανερές ή παρασκηνιακές– με το Ιράν. Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν βρίσκονται επίσης στη Νέα Υόρκη για την ετήσια Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.
Τι βρίσκεται, λοιπόν, στο τραπέζι και τι μπορεί να προκύψει από αυτές τις συνομιλίες;
Ο Τραμπ συναντήθηκε με τους ηγέτες του Μπαχρέιν, του Κουβέιτ, του Ομάν, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, των χωρών δηλαδή που συγκροτούν το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ), επιδιώκοντας να συνομιλήσει απευθείας μαζί τους.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι στο επίκεντρο βρίσκονται δύο αλληλένδετα ζητήματα: ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν και η σύγκρουση μεταξύ των ανταρτών Χούθι και των υποστηριζόμενων από τη Σαουδική Αραβία κυβερνητικών δυνάμεων στην Υεμένη.
Οι χώρες του ΣΣΚ μοιράζονται κοινές θέσεις ως προς τις βασικές αρχές της περιφερειακής ασφάλειας και της αποκλιμάκωσης. Τα περισσότερα κράτη αναμένεται να μετέφεραν στον Τραμπ τις σοβαρές ανησυχίες τους για τις πιθανές συνέπειες ενός νέου γύρου έντονων αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων στο Ιράν.
Πιθανότατα επιδίωξαν να υπογραμμίσουν τις δικές τους ευπάθειες σε έναν νέο κύκλο γενικευμένων συγκρούσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, επιχειρώντας παράλληλα να πείσουν τον Τραμπ να προχωρήσει σε ορισμένες παραχωρήσεις προς την Τεχεράνη.
Πρωταρχική θέση μεταξύ των κοινών ανησυχιών τους κατέχει η ελευθερία της ναυσιπλοΐας μέσω του Στενού του Ορμούζ και της Ερυθράς Θάλασσας.
Παρά τους κοινούς στόχους, τα κράτη του Κόλπου έχουν βιώσει διαφορετικές συνέπειες από τον πόλεμο και επιδίωξαν να πείσουν τον Τραμπ να αντιμετωπίσει και τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάθε χώρα.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, για παράδειγμα, κατάφεραν να συνεχίσουν να εξάγουν πετρέλαιο μέσω αγωγού προς το λιμάνι της Φουτζάιρα, παρακάμπτοντας το Στενό του Ορμούζ, αν και όχι στους όγκους που θα επιθυμούσαν.
Αντίθετα, το Κατάρ, του οποίου οι εξαγωγές φυσικού αερίου εξαρτώνται από το Στενό του Ορμούζ, έχει δει τις αποστολές LNG να περιορίζονται σημαντικά και επιδιώκει να αποφύγει οποιαδήποτε νέα κλιμάκωση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα πλήγματα κατά των ενεργειακών υποδομών του.
Μιλώντας προχθές σε εκδήλωση στη Νέα Υόρκη, ο πρωθυπουργός του Κατάρ, σεΐχης μπιν Τζασίμ Αλ Θάνι, χαρακτήρισε τις οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν ως «σεισμό».
Η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό πρόβλημα, καθώς βρίσκεται πλέον υπό «τεράστια πίεση», την ώρα που οι Χούθι κερδίζουν έδαφος στην Υεμένη.
Οι ΗΠΑ αναμένουν μια πιο άμεση δέσμευση του ΣΣΚ απέναντι στο Ιράν, με αντάλλαγμα μια άμεση παρέμβασή τους προκειμένου να σταματήσουν οι επιθέσεις των Χούθι εναντίον της Σαουδικής Αραβίας.
Όσον αφορά το Ιράν, ο Τραμπ δεν έχει αποκλείσει μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση τον προσεχή Νοέμβριο, χωρίς παράλληλα να αποκλείει και διπλωματικές «εκπλήξεις», παρά την έντονη αντίδραση του Ισραήλ.
Την ίδια στιγμή, η προσοχή της αμερικανικής κυβέρνησης στρέφεται και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές απέχουν μόλις λίγες εβδομάδες και τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Υπό αυτές τις συνθήκες, εντείνεται και η πίεση για αποκλιμάκωση των τιμών της βενζίνης.
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος
