Έλενα Αγαθοκλέους: Ζητούμενο είναι το βίωμα, η σωματική και αισθητηριακή δόνηση

Έλενα Αγαθοκλέους: Ζητούμενο είναι το βίωμα, η σωματική και αισθητηριακή δόνηση

Με αφορμή/ Φωτογραφίες: Παύλος Βρυωνίδης   

Με αφορμἠ … τη περφὀρμανς  Έρκουμαι σαν Καταρράκτης Κάθετα που παρουσιάζεται στο Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας στις 26 και 27 Σεπτεμβρίου και ανοίγει το πρόγραμμα του Studio, του νέου χώρου του Δημοτικού Θεάτρου η Έλενα Αγαθοκλέους μιλά στον Ορίζοντα:   
Festivallefkosias 1
Έλενα αγαθοκλέους: ζητούμενο είναι το βίωμα, η σωματική και αισθητηριακή δόνηση 10

Πώς θα περιγράφατε εσείς το «Έρκουμαι σαν καταρράκτης κάθετα», τι θα συναντήσει το κοινό της Λευκωσίας;

Πρόκειται για ένα ορμητικό μονόλογο που κινείται ανάμεσα στην προσευχή, τον παραισθητικό εφιάλτη και την κοινωνική μαρτυρία  – μια διαδρομή που εκτυλίσσεται ανάμεσα σε μια περφόρμερ και τρεις μουσικούς.

Μέσα από τα ελληνικά κυπριακά, η παράσταση αφηγείται μια κατακόρυφη πτώση: από ένα παγωμένο ξωκλήσι στα έγκατα μιας πόλης που τσιμεντώνεται αχόρταγα, όπου τα «θερκά» σηκώνουν πύργους, ο φόβος επιβάλλει τη σιωπή και ο κάθε ηρωισμός απογυμνώνεται. Μια κατάδυση στην «κοιλιά του κήτους» — εκεί όπου η απώλεια, η έκθεση και η βία δοκιμάζονται σε μια ύστατη χειρονομία μεταμόρφωσης και αντίστασης.

Σας ενδιαφέρει οι παραστάσεις σας να επαναλαμβάνονται και να εξελίσσονται συνεχώς μέσα από τις διαφορετικές παρουσιάσεις τους ή επιδιώκετε κάποια στιγμή να σταθεροποιείται η τελική τους μορφή;

Δεν προτιμώ οι δουλειές μου να βρίσκονται στη συνθήκη «εν εξελίξει». Αναζητώ με επιμονή και βασανίζομαι για να βρω τη συγκεκριμένη θέση των υλικών μέσα σε κάθε παράσταση. Ακολούθως, ξεκινά μια άλλη, εξίσου ουσιαστική διαδικασία στην εκτέλεση: πώς να διατηρώ τα υλικά αυτά ζωντανά κάθε φορά επί σκηνής, χωρίς να μιμούμαι τον εαυτό μου. 
Από την άλλη, υπάρχουν παραστάσεις —όπως συνέβη στο παρελθόν με τον «Λάζαρο», αλλά και με τη συγκεκριμένη δουλειά— που στην αρχή παραμένουν πιο αχαρτογράφητες. Οι δρόμοι τους δεν εμφανίζονται αμέσως· χρειάζονται τον δικό τους χρόνο και έτσι με προκαλούν να τις ξαναπιάσω, ώσπου το έργο να βρει τον απόλυτα αναγκαίο του άξονα.

Πρόκειται για ένα ορμητικό μονόλογο που κινείται ανάμεσα στην προσευχή, τον παραισθητικό εφιάλτη και την κοινωνική μαρτυρία 

Αντί για ανάταση προς τον ουρανό, έχουμε μια κατακόρυφη πτώση από ψηλά στα χώματα και τον φόβο

Η μουσική, ο ρυθμός και η επανάληψη έχουν κεντρικό ρόλο στην περφόρμανς. Τι σημαίνουν για εσάς ως εργαλεία μιας επιτελεστικής, τελετουργικής φόρμας;

Το έργο αποτελεί συνέχεια της παραστατικής μου εργασίας πάνω στην τελετουργική δομή και τα αντιηρωικά αφηγήματα. Αναζητώ τη φόρμα μέσα από «μεταβολές κατάστασης» επί σκηνής, εστιάζοντας όχι στην πλοκή, αλλά στην εσωτερική θερμοκρασία του σώματος, στους όγκους και τις ορμές του.

Η μουσική δεν λειτουργεί συνοδευτικά, αλλά αποτελεί τον ίδιο τον παλμό και τη δόνηση της σκηνικής πράξης, είναι ο κύριος φορέας του τελετουργικού της παράστασης. Για αυτό και μαζί με τους μουσικούς, τη Μαριάννα Μιχαήλ, τον Αλέξανδρο Παπαδόπουλο και τον Κάλακα, χτίσαμε μαζί όλα τα βήματα της παράστασης.

Ο ρυθμός, η επανάληψη και οι ήχοι (ακόμα και οι λέξεις  απομακρυσμένες από το περιεχόμενο τους) ανοίγουν μια φυσική είσοδο σε μια ρωγμή, σε μια πτώση, στο κατώφλι προς το άγνωστο. Εκεί όπου τα σώματα —δρώντων και κοινού— επιτρέπεται να συντονιστούν. Έστω για μια στιγμή.

Ποια ήταν η αρχική αφορμή και πώς οδηγηθήκατε στη σημερινή «αντίστροφη λιτανεία»;

Το έργο ξεκίνησε στα τέλη του 2023 να σχεδιάζεται και να στηρίζεται δραματουργικά πάνω στον «κύκλο του ήρωα» του Κάμπελ —ένα αρχετυπικό μοντέλο αφήγησης που περιγράφει το παγκόσμιο ταξίδι ενός χαρακτήρα προς την αυτογνωσία. Μέσα από σκληρές δοκιμασίες, ο ήρωας βιώνει έναν συμβολικό θάνατο και αναγεννάται. Το ταξίδι ολοκληρώνεται με την επιστροφή του, όπου μεταφέρει τη νέα του γνώση πίσω στην κοινότητα, ριζικά μεταμορφωμένος. Στην παράσταση η διαδρομή παραμένει ανολοκλήρωτη, σταματά λίγο πριν τη μεγάλη δοκιμασία. Δεν υπάρχει δηλαδή το «ηρωικό κλείσιμο», με το κατόρθωμα και την επιστροφή. Ο χώρος αφήνεται μετέωρος και δημιουργείται μια συνθήκη προσδοκίας· βαθιά και ευάλωτα ανθρώπινη.

Έτσι συγκροτήσαμε με λέξεις, με τον Μάριο Παύλου, την «αντίστροφη λιτανεία»: μια πορεία αποκαθήλωσης που ξεκινά από το άγιο —τα λιβάνια και τα κεριά— και κατρακυλά στο βέβηλο, σε μια πόλη που βρωμά και αλαζονεύεται. Αντί για ανάταση προς τον ουρανό, έχουμε μια κατακόρυφη πτώση από ψηλά στα χώματα και τον φόβο.

Ποια σχέση θέλετε να δημιουργείται με το κοινό: να κατανοήσει, να ακολουθήσει την  αφήγηση ή κυρίως να βιώσει την παράσταση;

Το ζητούμενο είναι το βίωμα, η σωματική και αισθητηριακή δόνηση. Δεν επιδιώκω μια εγκεφαλική πρόσληψη όπου ο θεατής παρακολουθεί αποστασιοποιημένος μια γραμμική πλοκή. Το κείμενο και η σκηνική πράξη λειτουργούν περισσότερο σαν ψίθυρος στο αυτί, σαν μια πρόσκληση στην οποία ο θεατής καλείται να συμπορευτεί. Αν το κοινό νιώσει τη δική του ευαλωτότητα μέσα από τη δική μας, τότε η κατανόηση προκύπτει οργανικά —όχι ως διανοητικό συμπέρασμα, αλλά ως κοινή εμπειρία ενός τόπου και μιας κοινής απώλειας.

Katarachtis. 3jpg
@παύλος βρυωνίδης
Katarachtis
@παύλος βρυωνίδης
Katarachtis. 2jpg
@παύλος βρυωνίδης

   ​​ ​​​ΠΗΓΗ:

Πηγή – Διάλογος

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *