
Γράφει στον ΕΤ ο Γρηγόρης Ε. Παντελόγλου διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ερευνητής, συγγραφέας
Πώς η σύγχρονη αγυρτεία μετατρέπει τον πόνο και τη ματαιοδοξία σε κερδοφορία και γιατί δεν φταίει μόνο η αφέλεια μας.
Μέσα στα θλιβερά σκιρτήματα των τελευταίων ημερών και τις παράδοξες συμπεριφορές συνανθρώπων μας «επιστημόνων» που ταράζουν τον νου και την ψυχή μας και επαναπροσδιορίζουν τις ψευδαισθήσεις μας, αλλά και αποκαθηλώνουν και τις δικές τους ως αυτοδίδακτων μάγων, γεννώνται ερωτήματα και απορίες που σίγουρα δεν είναι χωρίς νόημα. Αποτελούν μέρος της βασανιστικής σύγχυσης των αξιών στο περιβάλλον του ασθμαίνοντος σημερινού πολιτισμού μας, ιδιαίτερα τώρα που ο τεχνολογικός πολιτισμός αποτελεί και την υπερηφάνεια μας, αλλά και την απειλή μας. Οι πρακτικές αυτών των αυτοδίδακτων ψευδαισθησιοποιών δεν έπεσαν σαν κεραυνός εν αιθρία, που ξαφνικά ήρθε να κλονίσει την εμπιστοσύνη μας και προφανώς, δεν ξεγελάστηκαν «έτσι απλά», οι θεσμοί εποπτείας τους. Η κλασική εικόνα του αγύρτη -του πλανόδιου πωλητή ελιξιρίων-που αντιπαρατίθεται ανοιχτά στην ιατρική, έχει πάψει να περιγράφει το φαινόμενο. Η σύγχρονη ιατρική αγυρτεία δεν αντιπαρατίθεται στην επιστήμη, την μιμείται. Δανείζεται τη μορφολογία της (τυχαιοποιημένες δοκιμές, μετα-αναλύσεις, περιοδικά με κριτές, πανεπιστημιακή στέγη, μοντέρνες ορολογίες μοριακής βιολογίας), χωρίς να δανείζεται τους διορθωτικούς μηχανισμούς της. Η σύγχρονη αγυρτεία επιλέγει τη μορφή της επιστήμης όχι ως περίβλημα, αλλά μέρος του περιεχομένου της. Σε έρευνα που δημοσιεύθηκε στο JAMA, σε ένα από τα πιο αξιόπιστα επιστημονικά περιοδικά στον χώρο της ιατρικής, ερευνητές κατέγραψαν σε πλατφόρμες συλλογικής χρηματοδότησης 1.059 εκστρατείες για πέντε κατηγορίες θεραπειών, που είτε δεν λειτουργούν, είτε είναι επικίνδυνες. Μέσα σε δύο χρόνια συγκέντρωσαν περίπου 6,8 εκατομμύρια δολάρια. Οι 474 αφορούσαν ομοιοπαθητική για καρκίνο. Άλλες 114 ζητούσαν χρήματα για μακροχρόνια αντιβίωση σε μια νόσο που η ιατρική δεν αναγνωρίζει με τη μορφή που περιγράφεται. Και περίπου 1,2 εκατομμύρια μαζεύτηκαν για να χορηγηθούν βλαστοκύτταρα σε 188 ανθρώπους με κάκωση του νευρικού συστήματος, παρέμβαση χωρίς αποδεδειγμένο όφελος και με αποδεδειγμένους κινδύνους. Αυτά τα παραδείγματα επιβεβαιώνουν ότι η κλασική εικόνα του αγύρτη που αντιπαρατίθεται ανοιχτά στους γιατρούς, έχει πάψει προ πολλού να περιγράφει το φαινόμενο. Η σύγχρονη αγυρτεία δανείζεται τη μορφή της επιστήμης και κινείται πάνω σε δύο άξονες, που μοιάζουν άσχετοι μεταξύ τους, αλλά σίγουρα δεν είναι: τον άξονα του πόνου και τον άξονα της ματαιοδοξίας.
Ο Άξονας του Πόνου
Για τον άξονα του πόνου πληθώρα μελετών τεκμηριώνει αρνητικά την επιλογή από τους ασθενείς εναλλακτικών θεωριών, αντί της συμβατικής αγωγής και έχει καταγραφεί ότι ο κίνδυνος θανάτου τους ήταν δυόμισι φορές υψηλότερος. Ας κρατήσουμε από τα πορίσματα των μελετών ό,τι η απουσία θεραπείας λειτουργεί ως δείκτης της αγοράς. Εκεί, που η επιστημονική γνώση δεν είχε τι άλλο να πεί, κάποιος άλλος έχει πάντα κάτι να πουλήσει, παράγοντας ένα δημόσιο αφήγημα αγώνα για την επιβίωση. Η πανδημία το απέδειξε με τρόπο σχεδόν εργαστηριακό. Επιχειρήσεις, που πουλούσαν ήδη «θεραπείες βλαστοκυττάρων» για άλλες παθήσεις, μετέφεραν σχεδόν ακαριαία το μάρκετινγκ στην COVID-19, πριν υπάρξει οποιοδήποτε δεδομένο.
Ο Άξονας της Ματαιοδοξίας
Ο δεύτερος άξονας δεν εκμεταλλεύεται τον φόβο του θανάτου, αλλά τον φόβο της φθοράς και είναι, οικονομικά, περισσότερο επωφελής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο δείκτης της βιολογικής ηλικίας, ενόσω έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά ότι η «βιολογική ηλικία» είναι κατασκεύασμα και έχουν γίνει αποδεκτά από τους σοβαρότερους ερευνητές της βιολογίας της γήρανσης ότι: πρώτο, καμία εμπορικά διαθέσιμη παρέμβαση δεν έχει αποδειχθεί ότι επιβραδύνει ή αναστρέφει τη γήρανση στον άνθρωπο. Δεύτερο , και αυτό είναι το θεμελιώδες, δεν υπάρχει καν αξιόπιστος δείκτης του ρυθμού γήρανσης, με βάση τον οποίο θα μπορούσε να μετρηθεί μια τέτοια επίδραση. Παρόλα αυτά και ενώ ο δείκτης δεν βρέθηκε, αυτός άρχισε να πωλείται. Όλα αυτά δεν είναι αθώα, αν σκεφτούμε ότι η αγορά της ευεξίας λειτουργεί ως χώρος εξοικείωσης. Εκεί, χωρίς ουσιαστικό διακύβευμα, ένα ευρύ και συχνά μορφωμένο κοινό μαθαίνει να δέχεται τη μορφή της επιστήμης, χωρίς τους ελέγχους που της δίνουν αξία. Όταν αργότερα το ίδιο λεξιλόγιο εμφανιστεί για παράδειγμα στο ογκολογικό ιατρείο ή δίπλα σε μια νευροεκφυλιστική διάγνωση, η αντίσταση θα είναι, ήδη, μικρότερη. Οι δύο αγορές δεν είναι ξεχωριστές. Μοιράζονται λεξιλόγιο, διαύλους διανομής και πιθανά τις ίδιες κλινικές.
Τι πωλείται στην πραγματικότητα;
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του ζητήματος και είναι δυσάρεστη. Σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις το πωλούμενο αγαθό δεν είναι η θεραπευτική δράση. Όμως, πωλείται βεβαιότητα, εκεί όπου η σοβαρή ιατρική προσφέρει μόνο πιθανότητες. Πωλείται χρόνος και προσοχή, σε συστήματα όπου η επίσκεψη έχει συμπιεστεί σε λίγα λεπτά. Πωλείται αίσθηση δράσης, εκεί όπου η εναλλακτική είναι η αναμονή. Πωλείται αιτία, σε αρρώστιες που δεν έχουν αιτία ή έχουν μια τυχαία εκδοχή, αφού η ανάγκη για διερεύνηση της αιτίας είναι από τις ισχυρότερες που διαθέτουμε. Πωλείται, τέλος, ένταξη σε μια κοινότητα ανθρώπων που «ξέρουν» και που, να φροντίζουν τον εαυτό τους. Τα ανωτέρω είναι σίγουρα πραγματικές ανάγκες. Κάποτε ικανοποιούνταν μέσα στην ιατρική πράξη. Σήμερα η αγυρτεία δεν ανταγωνίζεται τη βιοϊατρική στο πεδίο της αποτελεσματικότητας, όπου θα έχανε συντριπτικά. Την ανταγωνίζεται στο πεδίο της φροντίδας, όπου, συχνά, φαίνεται να κερδίζει. Προφανώς, όλα αυτά δεν συνιστούν αφέλεια, χώρια που αυτό θα ήταν η πιο βολική εξήγηση.
Γιατί δεν είναι αφέλεια;
Στη φιλοσοφία, εκμετάλλευση υπάρχει όταν κάποιος αντλεί όφελος από την ευάλωτη θέση ενός άλλου, με όρους που ο δεύτερος δεν θα δεχόταν, αν δεν ήταν σε αυτή τη θέση. Οι ανωτέρω συνθήκες που τη συγκροτούν, συντρέχουν εδώ. Ο ένας διαπραγματεύεται υπό την απειλή του θανάτου ή υπό την πίεση της εικόνας του, ο άλλος όχι. Η τιμή δεν καθορίζεται από το περιεχόμενο της έγχυσης, αλλά από την ένταση της ανάγκης. Και το κρισιμότερο, η πληροφορία πάνω στην οποία αποφασίζει ο πελάτης, παράγεται από αυτόν που θα πληρωθεί. Το πρακτικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο άνθρωπος ελπίζει ή φροντίζει τον εαυτό του. Είναι τι θυσιάζεται και ποιος εισπράττει. Όταν θυσιάζεται μια αγωγή που θα έφερνε αποτέλεσμα, η απάντηση έχει ονοματεπώνυμο. Όταν θυσιάζονται οι οικονομίες μιας οικογένειας, το ίδιο. Όταν θυσιάζονται οι τελευταίοι μήνες, ο χρόνος της παρηγορητικής φροντίδας, η δυνατότητα ενός αποχαιρετισμού, τότε αυτό που πουλήθηκε δεν ήταν καν ψεύτικη θεραπεία. Ήταν η άρνηση της πρόγνωσης και το τίμημα δεν μετριέται σε χρήματα. Απέναντι σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, ο ρόλος του κράτους είναι να μην επιτρέπει σε κανέναν να εμπορεύεται την ελπίδα του με ψέματα, και συγχρόνως , να καλύψει το κενό φροντίδας, που έκανε αυτή την αγοραία εκδοχή δυνατή.
Ποιο είναι το αγαθό που καταστρέφεται;
Ας ξεκινήσουμε από μια ταπεινή παραδοχή που έχει εξηγηθεί και με όρους επιστήμης, την λεγόμενη γνωστική εξάρτηση. Στη σύγχρονη γνώση, το μεγαλύτερο μέρος όσων θεωρούμε ότι ξέρουμε, δεν το ξέρουμε, αλλά το εμπιστευόμαστε. Και φαίνεται ορθολογικό να το εμπιστευόμαστε, αρκεί να υπάρχει τρόπος να το ξεχωρίσουμε. Αυτή η διαπίστωση, πιθανά να επιβεβαιώνει ότι η αγυρτεία κάθε τύπου, δεν πουλά κυρίως ψευδή δεδομένα, αλλά πουλά ψευδή διαπιστευτήρια, που κάποιος αρμόδιος έλεγξε για λογαριασμό μας. Γι’ αυτό επενδύει στον τύπο(στην παραπομπή, στο «πρωτόκολλο» κλπ). Και εδώ φαίνεται τι ακριβώς καταστρέφεται. Δεν είναι μόνο η υγεία ή τα χρήματα ενός ανθρώπου. Είναι η ίδια η δυνατότητα της εύλογης εμπιστοσύνης, ένα αγαθό που κανένας δεν παράγει μόνος του και από το οποίο κανείς δεν μπορεί να αποκλειστεί. Κάθε επιχείρηση που δανείζεται το κύρος της επιστήμης χωρίς να υποβληθεί στους ελέγχους της, το εξαντλεί λίγο- λίγο για όλους μας. Και εδώ τίθενται, κυρίως, ζητήματα ηθικής διάστασης. Ο Καντ διατύπωσε την αρχή, που εδώ έχει την πιο κυριολεκτική εφαρμογή: «μη μεταχειρίζεσαι ποτέ τον άλλον αποκλειστικά ως μέσο». Η διατύπωση συχνά ακούγεται αφηρημένη. Σε αυτή την ιατρική αγορά δεν είναι. Όταν μια ιατρική επιχείρηση σχεδιάζει τη διαφήμιση της με κριτήριο ποιες παθήσεις είναι ανίατες, δεν κάνει ιατρική εκτίμηση, αλλά κάνει εντοπισμό ευαλωτότητας. Η αγωνία του ανθρώπου δεν είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει η συναλλαγή, είναι η πρώτη ύλη της. Το ίδιο ισχύει, με πιο κομψό περιτύλιγμα, όταν ένας αλγόριθμος κατασκευάζει έναν αριθμό που λέει σε κάποιον ότι φθείρεται ταχύτερα απ’ ό,τι νόμιζε, και αμέσως μετά του προτείνει το αντίδοτο. Παράγεται ένας φόβος για να πουληθεί η ανακούφιση του. Τι και αν η σχέση μας με τον χρόνο, τη φθορά και το πέρας δεν είναι ελάττωμα για διόρθωση, αλλά κυρίαρχο συστατικό της ανθρώπινης κατάστασης.
Γιατί ο έλεγχος είναι δουλειά της Πολιτείας;
Πρώτα, γιατί καμία φιλελεύθερη παράδοση δεν έχει υποστηρίξει ποτέ το δικαίωμα στην παραπλάνηση, ούτε προστατεύει το ψέμα που την κατασκευάζει. Δεύτερο, η αγορά υγείας δεν πρέπει να λειτουργεί αγοραία. Στην υγεία η ασυμμετρία είναι ακραία , αφού ο ασθενής δεν μπορεί να αξιολογήσει ούτε πριν, ούτε μετά, μιας και η φυσική πορεία της νόσου προκαλεί σύγχυση για το αποτέλεσμα. Η τεκμηριωμένη πιστοποίηση ιατρικών υπηρεσιών δεν αποτελεί εχθρό της αγοράς, αλλά η προϋπόθεση για να υπάρχει αγορά. Να μην ξεχνάμε ότι ο έντιμος επαγγελματίας υγείας είναι το πρώτο θύμα της όποιας ανοχής. Τρίτο, γιατί το κόστος επιστρέφει στον φορολογούμενο, αφού ο ασθενής που δεν έχει αντιμετωπιστεί με όρους ιατρικού πρωτοκόλλου θα εμφανιστεί τελικά στο δημόσιο νοσοκομείο, σε αργοπορημένο στάδιο, με λιγότερη αποτελεσματική αντιμετώπιση. Τέταρτο, η Πολιτεία που ,ήδη, κατέχει το μονοπώλιο της πιστοποίησης έχει αναλάβει την υπόσχεση προς τον πολίτη ότι οι παρεχόμενες εμπορευματοποιημένες υπηρεσίες υγείας, δεν θα παραχαράσσονται χυδαία στο απέναντι «πεζοδρόμιο». Πέμπτο, για να επιβάλλονται κυρώσεις αναλογικές προς τα έσοδα της παράβασης και όχι συμβολικού ύψους. Έκτο, γιατί η ενεργός εποπτεία της διαφήμισης απευθείας προς τον καταναλωτή συρρικνώνει την αγορά. Ο ισχυρισμός ότι το φαινόμενο είναι αρρύθμιστο από τη φύση του, δεν ευσταθεί. Η ανοχή είναι πολιτική επιλογή, όχι τεχνικός περιορισμός. Έβδομο, γιατί η πολιτική ρύθμισης της αγοράς και η πολιτική ερευνητικής ακεραιότητας δεν είναι δύο ατζέντες, αλλά μία.
Επιστημονικοφανής Αγυρτεία
Το αντικείμενο του παρόντος άρθρου ήταν η επιστημονικοφανής αγυρτεία, δηλαδή η εμπορικά ή θεσμικά κινητοποιούμενη παραγωγή ισχυρισμών υγείας που υιοθετούν τη μορφή της επιστήμης, χωρίς τους μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης της. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει αποκληθεί ως «διεισδυτική ψευδοεπιστήμη», που κινητοποιεί ανθρώπινο συναίσθημα και που δεν εκμεταλλεύεται μόνο τον φόβο του θανάτου, αλλά και τον φόβο της φθοράς και ο οποίος είναι σήμερα οικονομικά μεγαλύτερος από τον πρώτο.Σε αυτόν τον άξονα της ματαιοδοξίας, η αγορά αναπτύσσεται με ελάχιστη θεσμική αντίσταση. Ο άξονας αυτός δεν είναι ηθικά ελαφρύτερος. Είναι απλώς λιγότερο ορατός, και λειτουργεί ως δίαυλος εξοικείωσης του κοινού με τη μορφή της επιστήμης, απογυμνωμένη από τους ελέγχους της. Εντάσσεται στην «κοινωνία της διακινδύνευσης» ως συνθήκη, όπου τα άτομα καλούνται να διαχειριστούν ατομικά κινδύνους συστημικής προέλευσης, με γνώση που είναι η ίδια αμφισβητούμενη. Η υγεία μετατρέπεται σε προσωπικό έργο και ηθικό καθήκον του βιολογικού πολίτη. Αυτά τα φαινόμενα οφείλουν να αντιμετωπίζονται με όρους πολιτικής γραμματικής. Τέλος, στην χρησιμοθηρική εποχή μας, η αναζήτηση της αλήθειας πρέπει να φτάσει στην αποθέωση της. Και στην τελική, μόνο «ο Θεός παίζει ζάρια με τον κόσμο».
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος
