Γιάννης Μπαλαμπανίδης στον ΕΤ: Η ευτυχία σήμερα είναι καταναγκαστική

Γιάννης Μπαλαμπανίδης στον ΕΤ: Η ευτυχία σήμερα είναι καταναγκαστική

    ​​ ​

Στήνοντας μια γέφυρα ανάμεσα σε έναν γυάλινο εταιρικό πύργο της Αθήνας και στις εργατικές πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης, ο συγγραφέας ψηλαφίζει το συλλογικό μας ασυνείδητο. Δεν μιλά απλώς για μια οικογενειακή διαδοχή, αλλά για το μεταπολεμικό ελληνικό όνειρο, την ψευδαίσθηση της «ευτυχιοκρατίας» και το βαρύ ταξικό αποτύπωμα.

Στο βιβλίο σας αντιπαραβάλλετε με σχεδόν γεωμετρική ακρίβεια δύο κόσμους: έναν εταιρικό πύργο στην Αθήνα και τις δίδυμες εργατικές πολυκατοικίες στα δυτικά της Θεσσαλονίκης. Αυτή η γεωγραφική και κοινωνική απόσταση είναι τελικά αγεφύρωτη στην Ελλάδα;

Οι δίδυμες εργατικές πολυκατοικίες είναι υπαρκτές, στις δυτικές γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Ο εταιρικός πύργος της Αθήνας είναι προϊόν της φαντασίας μου αλλά και μια ανάμνηση από τις δεκαετίες της ανάπτυξης και των «καλών εποχών» πριν την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία. Η αντιδιαστολή τους στο βιβλίο είναι ένα τρικ που θέλει να δείξει μια απόσταση η οποία ολοένα μεγαλώνει. Απόσταση την οποία τονίζει απλώς η γεωγραφία και τα 500 χιλιόμετρα που χωρίζουν τις δύο πόλεις, ουσιαστικά όμως είναι η απόσταση ανάμεσα στις εμπειρίες και τον βίο των ανθρώπων, των πολλών από τους λίγους – και μαζί, σημάδι του εγκλωβισμού όλων εκείνων των ματαιωμένων παιδιών της μεσαίας τάξης που περνούν τη ζωή τους μέσα σε κάτι τέτοιους εταιρικούς πύργους. Υπήρξαν εποχές, τις θυμάμαι, που πιστεύαμε ότι η απόσταση ανάμεσα στα δύο «τοπόσημα» μπορούσε να καλυφθεί, με λίγη τύχη και σκληρή δουλειά. Σήμερα δεν το πιστεύουμε και τόσο, τα υπόγεια ρεύματα έχουν στενέψει, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον δυτικό κόσμο γενικά. Η εποχή έγινε πιο ωμή και κυνική. Και αυτό, νομίζω, είναι κάτι που πρέπει να το δείχνει η λογοτεχνία.

Στην πλοκή κυρίαρχο ρόλο παίζει μια αλυσίδα από λέσχες ευεξίας. Στις μέρες μας, η αναζήτηση της ευτυχίας έχει γίνει σχεδόν υποχρεωτική, ένα εμπόρευμα με συγκεκριμένο αντίτιμο. Ποιος πληρώνει τελικά το τίμημα αυτής της σύγχρονης «ευτυχιοκρατίας» που πουλάνε οι εταιρίες και τα life coaches;

Υπήρξαν εποχές όπου οι άνθρωποι φαντάστηκαν συλλογικές μορφές ευτυχίας. Σήμερα, νομίζω, η ευτυχία είναι εξατομικευμένη, εμπορευματική και καταναγκαστική. Και είναι άπειρες οι διατιθέμενες υπηρεσίες που υποστηρίζουν αυτό το σύστημα της «ευτυχιοκρατίας», για να αναφερθώ στο ομώνυμο δοκίμιο της Eva Illouz και του Edgar Cabanas που αποτελεί και αναφορά του βιβλίου. Η αναζήτηση της ευτυχίας είναι ένας βασικός αφηγηματικός άξονας στο Τραγούδι των κληρονόμων. Οι ήρωές μου είναι θύματα της καταναγκαστικής επιδίωξης της ευτυχίας και ταυτόχρονα ενσαρκώσεις της ιδέας ότι μπορεί και να μην πρέπει να είμαστε διαρκώς ευτυχισμένοι. Κάπου στις σελίδες του βιβλίου έχει παρεισφρήσει επίσης η φράση: «Η ευτυχία είναι μια καινούργια ιδέα στην Ευρώπη». Δεν είναι δική μου, αλλά βρίσκω εξαιρετικά εύστοχη την ειρωνεία και την επικαιρότητά της.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

 Ο τίτλος του βιβλίου μιλάει για «κληρονόμους». Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης και της κρίσης, τι είναι αυτό που κληρονομήσαμε τελικά ως γενιά;

Αυτό είναι ένα ερώτημα που βρίσκεται στην αφετηρία του βιβλίου: τι κληρονομήσαμε τελικά εμείς, τα παιδιά της Μεταπολίτευσης, δηλαδή πάνω-κάτω η δική μου γενιά; Υπό μία έννοια, πρόκειται για μια μυθοπλασία που αντλεί το υλικό της από την εμπειρία των συνομηλίκων, άλλοτε ατομική και άλλοτε συλλογική. Εχουμε, βέβαια, τις μικροϊστορίες μας, πολλές από αυτές τις έχω ακούσει, τις έχω σημειώσει, και τις έχω μετασχηματίσει σε υλικό μυθιστορηματικό. Υπάρχει όμως και η μεγάλη ιστορία, οι στιγμές εκείνες που διαμορφώνουν ένα κοινό υπόστρωμα εμπειρίας: μπορεί να είναι η νίκη της Γαλλίας στο Μουντιάλ του 1998, μπορεί να είναι οι εθνικοί μας θρίαμβοι στις αρχές της νέας χιλιετίας, μπορεί να είναι η χρεοκοπία και τα μετέπειτα. Η λέξη-κλειδί, για μένα, είναι η ματαίωση. Το πέρασμα από την ανέφελη και happy εποχή των προσδοκιών, στην εποχή όπου χιλιάδες ζωές έπεσαν σε έναν αδιαπέραστο τοίχο. Δεν ξέρω αν μας αναλογούν, πάντως αυτά μας έτυχαν.

Η μουσική διατρέχει το βιβλίο σαν soundtrack, την ώρα που η μεγάλη Ιστορία εισβάλλει ως θραύσμα στις ζωές των ηρώων. Πώς λειτουργεί η μουσική για εσάς κατά τη συγγραφή; Είναι καταφύγιο ή ένας άλλος τρόπος να ερμηνεύσουμε τον κόσμο;

Είναι αλήθεια ότι το βιβλίο αυτό έχει ένα «soundtrack» που εκτείνεται από το Αλεγκρέτο της έβδομης συμφωνίας του Μπετόβεν μέχρι τους Pulp και τις διάφορες εκτελέσεις του «My way», από τον Φρανκ Σινάτρα ή τη Νίνα Σιμόν. Δεν είναι όμως απλώς μια μουσική επένδυση, αλλά επιτελεί κάποιες λειτουργίες στο βιβλίο. Η μουσική εδώ λειτουργεί, ή επιδιώκω τουλάχιστον να λειτουργεί, ως ένα στοιχείο που δίνει δομή στην αφήγηση, που οργανώνει τα μέρη του μυθιστορήματος σαν τα μέρη μιας σονάτας, ή συμπλέκει τις ιστορίες των ηρώων του σαν τις φωνές ενός πολυφωνικού κομματιού, όπου οι διαφορετικές φωνές συνηχούν και εναρμονίζονται, παρότι τραγουδούν διαφορετικές μελωδίες.

ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η κοινή εμπειρία του Μάνου και της Λουκίας σε μια συναυλία δείχνει πόσο βαθιά ταξική παραμένει η σχέση μας με την τέχνη. Το σώμα και η αίσθηση μπορούν να ξεπεράσουν αυτό που ο Πιερ Μπουρντιέ ονόμαζε «πολιτισμικό κεφάλαιο»;

Αναφέρεστε σε σκηνή του βιβλίου όπου δύο πρόσωπα διαφορετικής κοινωνικής καταγωγής, ο Μάνος και η Λουκία, παρακολουθούν κάποια συναυλία συμφωνικής μουσικής σε μια ζεστή αίθουσα συναυλιών. Η Λουκία, εκ της ανατροφής της, είναι εξασκημένη σε αυτή τη «γλώσσα», ενώ ο Μάνος προσπαθεί να τη μάθει όπως την μαθαίνει ένα παιδί. Επειδή η μουσική είναι μια «αφηρημένη» τέχνη, σωματική όσο και διανοητική, μπορεί ίσως να έχει διόδους ακόμη και για τους περισσότερο απαίδευτους ή έστω τους αυτοδίδακτους. Ωστόσο, κι έτσι ακόμη, οι ανισότητες, όχι μόνο στο υλικό αλλά και στο πολιτισμικό κεφάλαιο όπως αυτές που περιγράφει ο Μπουρντιέ (δηλαδή, στις προτιμήσεις, στις γνώσεις και την καλλιέργεια), αποτελούν βαθύ υπόστρωμα διάκρισης και διαφοροποίησης μεταξύ των ανθρώπων. Αλλοι ξεκινούν από τους ψηλούς ορόφους και άλλοι από τα υπόγεια, κι αυτό ισχύει στα πάντα.

Πηγή – Ελεύθερος Τύπος

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *