Στην ακύρωση καταδικαστικής απόφασης και ποινής φυλάκισης 18 ετών σε βάρος Ελληνοκύπριου για υπόθεση 72 κιλών κάνναβης προχώρησε το Εφετείο, εντοπίζοντας ουσιώδες πρόβλημα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την πρωτόδικη δίκη.
Οπως αναφέρει ο Φιλελευθερος, η υπόθεση δεν κλείνει, καθώς το Εφετείο διέταξε την επανεκδίκασή της από Κακουργιοδικείο με διαφορετική σύνθεση, κρίνοντας ότι η προηγούμενη διαδικασία δεν ήταν έγκυρη.
Η ομόφωνη απόφαση εκδόθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 από τους δικαστές Μ. Αμπιζά, Στ. Χριστοδουλίδου-Μεσσιού και Ι. Στυλιανίδου.
Ο άνδρας είχε καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στις 22 Αυγούστου 2022 για πέντε από τις έξι κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
Η υπόθεση αφορούσε συνολικά 72 κιλά κάνναβης, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη.
Μεταξύ των κατηγοριών περιλαμβάνονταν συνωμοσία για παράνομη κατοχή, παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτους, εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, καθώς και κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια.
Για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια είχε καταδικαστεί σε 18 χρόνια φυλάκιση, ενώ για την εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τού είχε επιβληθεί ποινή τεσσάρων ετών.
Ο καταδικασθείς προσέφυγε στο Εφετείο προβάλλοντας συνολικά 11 λόγους έφεσης κατά της καταδίκης και άλλους τέσσερις κατά της ποινής.
Το Εφετείο, ωστόσο, επικεντρώθηκε σε ζήτημα που αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο είχε ενημερωθεί ο κατηγορούμενος για τα δικαιώματά του κατά την υπεράσπισή του.
Στις 14 Ιουνίου 2022, όταν διαπιστώθηκε η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το Κακουργιοδικείο τον ενημέρωσε ότι μπορούσε είτε να καταθέσει ενόρκως είτε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής.
Δεν τον ενημέρωσε, όμως, ότι είχε και τρίτη επιλογή: να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου, χωρίς να υποβληθεί σε αντεξέταση.
Το ζήτημα προέκυψε λόγω τροποποίησης του Άρθρου 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 29 Απριλίου 2022 και κατήργησε το δικαίωμα των κατηγορουμένων να καταθέτουν χωρίς όρκο.
Το Εφετείο έκρινε, ωστόσο, ότι η αλλαγή αυτή δεν είχε αναδρομική ισχύ.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, τα αδικήματα, η καταχώριση του κατηγορητηρίου και η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είχαν προηγηθεί της νομοθετικής τροποποίησης.
Συνεπώς, σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να έχει το δικαίωμα να επιλέξει την ανώμοτη δήλωση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και ένα ακόμη στοιχείο.
Αφού ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος είχε ήδη επιλέξει να καταθέσει ενόρκως, το ίδιο Κακουργιοδικείο επέτρεψε σε άλλο κατηγορούμενο της ίδιας υπόθεσης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση.
Μάλιστα, είχε απορρίψει σχετική ένσταση της Κατηγορούσας Αρχής, αναγνωρίζοντας ότι η νομοθετική αλλαγή δεν μπορούσε να στερήσει αναδρομικά το συγκεκριμένο δικαίωμα.
Το Εφετείο έκρινε ότι η ενημέρωση που είχε δοθεί στον πρώτο κατηγορούμενο ήταν ελλιπής και ότι επρόκειτο για απόκλιση από επιτακτική υποχρέωση του Δικαστηρίου.
Το Εφετείο κατέληξε ότι η παράλειψη επηρέαζε την εγκυρότητα της ίδιας της δίκης.
Ως αποτέλεσμα, δεν κρίθηκε αναγκαίο να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης που αφορούσαν είτε την καταδίκη είτε τις ποινές.
Η καταδικαστική απόφαση για τις πέντε κατηγορίες ακυρώθηκε, όπως και οι ποινές που είχαν επιβληθεί.
Αυτό, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με αθώωση του κατηγορουμένου, αφού το Εφετείο διέταξε να πραγματοποιηθεί νέα δίκη.
Η υπόθεση θα οδηγηθεί το συντομότερο δυνατό ενώπιον Κακουργιοδικείου με διαφορετική σύνθεση, όπου θα διεξαχθεί εκ νέου η δίκη.
Ο κατηγορούμενος θα παρουσιαστεί ενώπιον του νέου Κακουργιοδικείου σε ημερομηνία που θα καθοριστεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή.
Μέχρι τότε θα παραμείνει υπό το ίδιο καθεστώς εγγυήσεων ή κράτησης που ίσχυε κατά την πρωτόδικη διαδικασία.
Πηγή – Διάλογος
