Στη σημασία του έργου του ιστορικού Ρολάνδου Κατσιαούνη για την κατανόηση της κυπριακής κοινωνίας, της ιστορίας της εργατικής τάξης και των κοινωνικών αγώνων αναφέρθηκε ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ Στέφανος Στεφάνου, μιλώντας στην παρουσίαση του βιβλίου «Εργασία, Κοινωνία και Πολιτική στην Κύπρο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα».
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026 στο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αμμοχώστου, με τον Στέφανο Στεφάνου να χαρακτηρίζει τον Ρολάνδο Κατσιαούνη σημαντική προσωπικότητα για το ΑΚΕΛ και την ιστοριογραφία της Κύπρου. Όπως ανέφερε, το έργο του φωτίζει την κυπριακή κοινωνία του 19ου αιώνα, τους ανθρώπους του μόχθου και τους αγώνες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σύγχρονης ιστορίας του νησιού.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην πολιτική και κομματική διαδρομή του Κατσιαούνη, ο οποίος εντάχθηκε στο ΑΚΕΛ το 1976 και υπηρέτησε ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής. Παράλληλα, ανέπτυξε δράση στο φοιτητικό κίνημα στην Αγγλία, στην Επιτροπή του ΑΚΕΛ Βρετανίας και στην Επαρχιακή Επιτροπή Λεμεσού.
Τον περιέγραψε ως ακούραστο στέλεχος του Λαϊκού Κινήματος και ως διανοούμενο που έθεσε τις επιστημονικές του δυνατότητες στην υπηρεσία της ιστορικής γνώσης και της κοινωνικής προόδου. Όπως σημείωσε, ο Κατσιαούνης διακρινόταν για τη σοβαρότητα των παρεμβάσεών του, την προετοιμασία και την αφοσίωσή του.
Κεντρικό σημείο της ομιλίας του Στέφανου Στεφάνου αποτέλεσε η προσέγγιση του Κατσιαούνη στην ιστορία της Κύπρου μέσα από τη ζωή των απλών ανθρώπων.
Όπως ανέφερε, το έργο του φέρνει στο προσκήνιο τους αγρότες, τους εργάτες, τους τεχνίτες και τους μικροέμπορους, δηλαδή ανθρώπους που εργάζονταν καθημερινά και αντιμετώπιζαν χρέη, φτώχεια και κοινωνικές δυσκολίες. Η «ιστορία από τα κάτω», όπως την υπηρέτησε ο Κατσιαούνης, αποκαθιστά τη θέση αυτών των ανθρώπων ως δημιουργών του κοινωνικού πλούτου και ενεργών παραγόντων της ιστορικής εξέλιξης.
Ο Στέφανος Στεφάνου συνέδεσε αυτή την προσέγγιση με τη μαρξιστική κοινωνική επιστήμη, υπογραμμίζοντας τη σημασία των υλικών συνθηκών της ζωής, της παραγωγής, των κοινωνικών σχέσεων και των ταξικών αντιθέσεων στην κατανόηση μιας κοινωνίας. Αναφέρθηκε επίσης στην επιρροή ιστορικών όπως ο Έρικ Χόμπσμπαουμ και ο Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον στο έργο του Κατσιαούνη.

Το βιβλίο εξετάζει, σύμφωνα με τον Στέφανο Στεφάνου, μια κρίσιμη περίοδο κοινωνικού μετασχηματισμού, από τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας μέχρι τις πρώτες δεκαετίες της βρετανικής διοίκησης.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι αλλαγές στην αγροτική ιδιοκτησία, η διεύρυνση της μισθωτής εργασίας, η φθορά παλαιότερων σχέσεων εξάρτησης και η ανάπτυξη της λαϊκής κινητοποίησης. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην αγροτική κρίση, στη φορολογία και στην τοκογλυφία, με τον Κατσιαούνη να καταγράφει ακόμη και περιπτώσεις αναγκαστικών πωλήσεων που έφταναν μέχρι τα μαγειρικά σκεύη φτωχών νοικοκυριών.
Η συγκεκριμένη περίοδος, όπως υπογράμμισε, προηγείται της εμφάνισης του ΚΚΚ και αργότερα του ΑΚΕΛ και φωτίζει τις κοινωνικές ρίζες της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος στην Κύπρο.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη μακρόχρονη προσπάθεια του Ρολάνδου Κατσιαούνη να συγκεντρώσει υλικό και να συγγράψει την ιστορία του ΚΚΚ–ΑΚΕΛ. Η προσπάθεια αυτή, όπως ανέφερε ο Στέφανος Στεφάνου, έμεινε ημιτελής λόγω του πρόωρου θανάτου του, ενώ το αρχείο και τα υλικά που άφησε πίσω του χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα πλούσια.
Παράλληλα, ο Κατσιαούνης υπήρξε πρωτεργάτης της δημιουργίας του Ινστιτούτου Ερευνών «Προμηθέας», με στόχο, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της επιστημονικής έρευνας και την ανάδειξη της ιστορίας της Αριστεράς και της κυπριακής κοινωνίας.
Ο Στέφανος Στεφάνου εξήρε την έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά, σημειώνοντας ότι διευρύνει την πρόσβαση στο έργο του Κατσιαούνη και δίνει τη δυνατότητα σε εργαζομένους, συνδικαλιστές, εκπαιδευτικούς, νέους και επιστήμονες να γνωρίσουν την έρευνά του.
Κλείνοντας, ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ τόνισε ότι η παρακαταθήκη του ιστορικού συνεχίζει να ζει όταν η γνώση που άφησε πίσω του γίνεται αφετηρία για νέα έρευνα και συζήτηση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ανάγκη υπεράσπισης της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων και στον αγώνα για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, ανισότητες και πολέμους.
ΠΗΓΗ:
Πηγή – Διάλογος