Κεντρική επιλογή του σχεδίου της κυβέρνησης είναι η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, ώστε να ενισχυθεί η στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στις υψηλότερες τιμές. Σήμερα το επίδομα κυμαίνεται από 100 έως 800 ευρώ, ενώ για περιοχές της χώρας με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες μπορεί να φτάσει έως και τα 1.200 ευρώ.
Για το ντίζελ κίνησης, η επιδότηση στην αντλία θα επεκταθεί και τον Οκτώβριο, για να μην επιβαρυνθούν περαιτέρω οι μεταφορές, οι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις. Σήμερα η επιδότηση ανέρχεται σε 10 λεπτά το λίτρο μαζί με τον ΦΠΑ, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και αύξησή της στα 20 λεπτά, εφόσον το επιτρέψουν τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Ο διαθέσιμος «κουμπαράς» για νέες παρεμβάσεις, από το υπερπλεόνασμα του 2025, υπολογίζεται αυτή τη στιγμή σε περίπου 130-150 εκατ. ευρώ.
Από κει και πέρα, η κυβέρνηση αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να προχωρήσει και σε μια προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, προκειμένου να αμβλυνθούν οι πιέσεις που δέχονται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί από την ξέφρενη «κούρσα» των διεθνών τιμών.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μετά την πρώτη αναφορά που έκανε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του στο ERTNEWS, επανήλθε χθες στο θέμα, τονίζοντας στην κυριακάτικη ανασκόπησή του, ότι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέψει έκτακτες εθνικές παρεμβάσεις χωρίς αυτές να προσμετρώνται στα όρια δαπανών, «θα μπορούσαμε να εξετάσουμε και την προσωρινή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα».
Βαρύνοντα ρόλο θα διαδραματίσει σε κάθε περίπτωση και η εισήγηση από την πλευρά του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, καθώς ο ΕΦΚ αποτελεί μία από τις βασικότερες και πιο σταθερές πηγές τακτικών εσόδων του προϋπολογισμού.
Μια οριζόντια- ακόμα και προσωρινή- μείωση θα δημιουργούσε – σύμφωνα με πηγές από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – μεγάλο δημοσιονομικό κενό, το οποίο θα έπρεπε να καλυφθεί είτε με περικοπές δαπανών είτε με άλλους φόρους.
Όσον αφορά στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, αξίζει να σημειωθεί ότι – σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού – τα συνολικά ετήσια έσοδα που εισπράττει το ελληνικό Δημόσιο αποκλειστικά από τους συγκεκριμένους φόρους και τον ΦΠΑ στα καύσιμα ανέρχονται συνολικά σε 6,5 με 7 δισ. ευρώ ανάλογα με την πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Ειδικότερα, περίπου 4 δισ. ευρώ αφορούν τους ΕΦΚ, περίπου 1 δισ. ευρώ τον πρόσθετο ΦΠΑ 24% που επιβάλλεται πάνω στην αξία του ΕΦΚ (δηλαδή επιβάλλεται φόρος επί του φόρου), ενώ τα υπόλοιπα έσοδα προέρχονται από τον ΦΠΑ επί της καθαρής αξίας των καυσίμων. Προφανώς το ποσό κυμαίνεται ανάλογα με την διακύμανση των διεθνών τιμών.
Ο μεγαλύτερος όγκος των εισπράξεων του κράτους προέρχεται από τον ΕΦΚ και τον ΦΠΑ που βαρύνει τις βενζίνες (2,5 δισ. ευρώ συνολικά), ακολουθεί το ντίζελ κίνησης που τροφοδοτεί τον προϋπολογισμό με 1,9 δισ. ευρώ έσοδα και το πετρέλαιο θέρμανσης με περίπου 360 εκατ. ευρώ. Τα υπόλοιπα έσοδα προέρχονται από τον ΦΠΑ επί της καθαρής αξίας των καυσίμων, ενώ πολύ μικρό μέρος προέρχεται από το υγραέριο και τα λοιπά καύσιμα περιορισμένης χρήσης.
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της επιβάρυνσης των καυσίμων από τους έμμεσους φόρους, αρκεί να αναφέρουμε ότι με τη μέση τιμή της αμόλυβδης στα 2,15 ευρώ το λίτρο, το 53,2% του ποσού είναι φόροι (ΕΦΚ και ΦΠΑ) που κατευθύνονται στα κρατικά ταμεία.
Στο πετρέλαιο κίνησης οι επιβαρύνσεις είναι λίγο μικρότερες, λόγω διαφορετικής φορολογικής δομής. Ο ΕΦΚ στο ντίζελ είναι σημαντικά χαμηλότερος (0,41 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 0,70 ευρώ ανά λίτρο στη βενζίνη).
Συνεπώς, αν υποθέσουμε ότι η τρέχουσα μέση τιμή είναι στα 2,10 ευρώ το λίτρο, το ποσοστό των φόρων είναι χαμηλότερο από της βενζίνης. Συγκεκριμένα, ανέρχεται στο 39,2% της τιμής του καυσίμου.
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος
