Νέες πιέσεις στους λογαριασμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων προκαλεί η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας, με την Κύπρο να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων λόγω της πολύ υψηλής εξάρτησής της από εισαγόμενα καύσιμα.
Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και η επίθεση στον κρίσιμο πετρελαιαγωγό της Σαουδικής Αραβίας, που μεταφέρει αργό από τα ανατολικά της χώρας προς την Ερυθρά Θάλασσα, πυροδότησαν νέο άλμα στις τιμές. Η σημασία του αγωγού έχει ενισχυθεί ακόμη περισσότερο μετά τα σοβαρά προβλήματα στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ. Στη διάρκεια της εβδομάδας, το Brent έφθασε κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι, πριν υποχωρήσει προς τα 104 δολάρια την Παρασκευή.
Πιέσεις δέχεται και η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, καθώς οι περιορισμένες ροές LNG και τα χαμηλά αποθέματα εντείνουν την αβεβαιότητα ενόψει του χειμώνα. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι προβλέψεις για τις τιμές του φυσικού αερίου έχουν αναθεωρηθεί σημαντικά προς τα πάνω και κινούνται περίπου στο διπλάσιο των εκτιμήσεων του Δεκεμβρίου του 2025.
Για την Κύπρο, το νέο ενεργειακό σοκ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 85,2% της ακαθάριστης ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας το 2024 βασιζόταν σε πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα, ενώ η εξάρτηση από ενεργειακές εισαγωγές έφθανε στο 87,7%, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ.
Κάθε παρατεταμένη άνοδος των διεθνών τιμών μεταφέρεται, συνεπώς, άμεσα ή έμμεσα στην κυπριακή οικονομία. Πρώτα επηρεάζονται τα καύσιμα κίνησης και το κόστος ηλεκτροπαραγωγής και ακολουθούν οι μεταφορές, η βιομηχανία, το εμπόριο και, τελικά, οι τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Η νέα αναταραχή έρχεται, μάλιστα, σε περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά βρίσκονται ήδη αντιμέτωπα με συνεχιζόμενες αυξήσεις στο κόστος βασικών αγαθών.
Το μέγεθος του ενεργειακού λογαριασμού αποτυπώνεται και στα στοιχεία που παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Όπως ανέφερε, από την έναρξη της σύγκρουσης και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η ΕΕ έχει καταβάλει επιπλέον 90 δισ. ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, χωρίς να εξασφαλίσει μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας.
Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στους λογαριασμούς ενέργειας. Το ακριβότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, αυξάνουν το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων και περιορίζουν ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και τα εναλλακτικά σενάρια της ΕΚΤ. Στο βασικό σενάριο για το τελευταίο τρίμηνο του 2026, το πετρέλαιο τοποθετείται περίπου στα 88 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο στα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Εάν, όμως, η κρίση παραταθεί, το δυσμενές σενάριο ανεβάζει το πετρέλαιο στα 99 δολάρια και το φυσικό αέριο στα 77 ευρώ/MWh. Στο ακραίο σενάριο, οι τιμές φθάνουν αντίστοιχα στα 132 δολάρια το βαρέλι και στα 130 ευρώ/MWh.
Η πορεία των αγορών τις επόμενες εβδομάδες θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την αποκατάσταση των σαουδαραβικών εξαγωγών, τις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ και την επανεκκίνηση των εξαγωγών LNG από την περιοχή του Κόλπου. Μέχρι τότε, η ενεργειακή αβεβαιότητα προσθέτει έναν ακόμη βαρύ λογαριασμό για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
ΠΗΓΗ:
Πηγή – Διάλογος
