ΗΜαργαρίτα Τσαντ – Παπανδρέουταξίδεψε το πρωί της Παρασκευής για την αιωνιότητα, έχοντας ζήσει μία ζωή που που τα είχε όλα. Από τον έρωτα μέχρι την πολιτική και τη μάχη για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του ανθρώπου. Με την επιστροφή της οικογένειαςΠαπανδρέου στην Ελλάδα, το 1974 δημιούργησε την ΕΓΕ (Ένωση Γυναικών Ελλάδος) η οποία τα επόμενα χρόνια έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη χώρα μας ενώ ως πρόεδρός της προώθησε μια πρωτοποριακή ατζέντα για τα δικαιώματα του έως τότε καταπιεσμένου «ασθενούς» φύλου.

Μάλιστα μέσω της αυτοβιογραφίας της «Έρωτας και Εξουσία» αποτύπωσε τον αγώνα της ΕΓΕ για τη νομιμοποίηση των εκτρώσεων, κάτι το οποίο έγινε πράξη μέσω νομοθετικής ρύθμισης που ψηφίστηκε από τη Βουλή το 1986. Η Μαργαρίτα Τσαντ – Παπανδρέου μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναφέρθηκε στις πρωτοβουλίες της ΕΓΕ, στις επαφές που είχε τόσο με την πολιτική όσο και την εκκλησιαστική ηγεσία αλλά και στις κινητοποιήσεις των γυναικείων οργανώσεων, οι οποίες εκείνη την περίοδο είχαν πάρει δημόσιο χαρακτήρα.

Το ενδιαφέρον κυρίως στρέφεται στη συνάντηση που είχε με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ αλλά και τη συζήτηση που είχε με τον Ανδρέα Παπανδρέου προτού πραγματοποιηθεί η διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας.

Ο ατάραχος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ

«Το 1985, η ΕΓΕ έδωσε μάχη την οποία και κέρδισε για τη νομιμοποίηση της έκτρωσης. (…) Κανονίσαμε μια συνάντηση με τον επικεφαλής του θεσμού που πιστεύαμε πως θα ήταν ο φυσικός μας αντίπαλος: της Εκκλησίας. (…) Έξι από τα μέλη του συμβουλίου μας έγιναν δεκτά με ζεστό και φιλόξενο τρόπο – σύμφωνα με την ελληνική παράδοση – στο σπίτι του αρχιεπισκόπου. (…) Μπήκαμε γρήγορα στο θέμα, “μακαριότατε”, είπε η Σου, που την εποχή εκείνη ήταν επικεφαλής της Γραμματείας Ισότητας, μιας προσθήκης του 1981 στην κυβερνητική δομή κατόπιν πίεσης των γυναικείων οργανώσεων, “ήρθαμε να συζητήσουμε μαζί σας για ένα θέμα που μας αφορά και που μπορεί να έρθει σύντομα για συζήτηση στη Βουλή. Πρόκειται για το ερώτημα της νομιμοποίησης των εκτρώσεων”. Ο αρχιεπίσκοπος παρέμεινε ατάραχος».

Ο Σεραφείμ αναγνώρισε την αντίθεση της Εκκλησίας στην άμβλωση, αλλά παράλληλα αναφέρθηκε στην ανθρώπινη διάσταση του ζητήματος: «Έμεινε σιωπηλός για λίγο και ύστερα είπε: “Γνωρίζετε πως η έκτρωση αποκλείεται από τους θρησκευτικούς μας κανόνες. Ως επικεφαλής της Εκκλησίας, δεν μπορώ να πάρω διαφορετική θέση σ’ αυτό. Καταλαβαίνω βέβαια την ανθρώπινη πλευρά του θέματος. Όσο σας άκουγα, αναρωτιόμουν τι θα έκανα ως χωριατόπαιδο, αν ερχόταν η αδερφή μου και μου έλεγε πως ήταν έγκυος και πως ήταν αδύνατο να παντρευτεί τον πατέρα”».

«Αν και δεν είχαμε θίξει το ερώτημα με αυτήν τη διάσταση, ήταν φανερό πως είχαμε αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές του ηλικιωμένου αρχιεπισκόπου για να τον κάνουμε να σκέφτεται σοβαρά την πιθανότητα τερματισμού μιας εγκυμοσύνης. 

“Πρέπει να καταλάβετε πως δεν ελέγχω όλο τον κλήρο. Δεν μπορώ να τους στείλω μια εγκύκλιο που να τους απαγορεύει να έχουν αρνητική στάση”. Σταμάτησε σ’ αυτό το σημείο, σαν να έψαχνε τι θα πει στη συνέχεια. “Το καλύτερο που θα μπορούσα να κάνω είναι να μη δώσω καμία οδηγία… Απλώς ν’ αφήσω κάθε κληρικό και κάθε μέλος της εκκλησίας να αποφασίσει ανάλογα με τη συνείδησή του”. Αυτή ήταν η κατάληξη της δίωρης συζήτησής μας, κι αν υπάρχει κάτι σαν συλλογικός αναστεναγμός ανακούφισης, τον βγάλαμε όλες εκείνη τη στιγμή» είχε προσθέσει.


Ο αναστεναγμός του Ανδρέα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η αντίδραση του Ανδρέα Παπανδρέου, όταν η Μαργαρίτα Τσαντ – Παπανδρέου του ανακοίνωσε ότι οι γυναικείες οργανώσεις θα κάνουν διαδήλωση. «Ένα πρωί, καθώς έτρωγα πρωινό με τον Ανδρέα, του είπα πως θα προχωρούσαμε με τη διαδήλωση. Προς τιμήν του, βγάζοντας έναν αναστεναγμό, είπε: “Κάνε ό,τι πρέπει να κάνεις…”» έγραφε στο βιβλίο της. Αναφερόμενη δε στη διαδήλωση σχολίαζε ότι «γυναίκες απ’ όλες σχεδόν τις γυναικείες οργανώσεις πήραν μέρος στην πορεία που ξεκίνησε από τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών και κατέληξε στη Βουλή, διακόπτοντας την κυκλοφορία. 

Αρκετά εξουσιοδοτημένα μέλη μπήκαν στο κτήριο και επέδωσαν στην κυβέρνηση ένα ψήφισμα. (…) Λίγο μετά τη διαδήλωση, και κυρίως προκειμένου να αποφύγει μια τέτοια δοκιμασία, το ΠΑΣΟΚ εξήγγειλε πως θα έφερνε στη Βουλή έναν νόμο υπέρ της νομιμοποίησης. Η ημερομηνία είχε οριστεί για μετά τις εκλογές. Αυτό που καταφέραμε πάντως ήταν μια δημόσια δέσμευση για μια τέτοια νομοθετική πράξη».