Χιλιάδες αιτήσεις ασύλου παραμένουν σε εκκρεμότητα στην Κύπρο, την ώρα που η αγορά εργασίας εξακολουθεί να αναζητά εργατικά χέρια σε συγκεκριμένους κλάδους. Πόσοι από τους αιτητές ασύλου μπορούν όμως να εργαστούν, πότε αποκτούν αυτό το δικαίωμα και ποιες δουλειές τούς επιτρέπεται να κάνουν; Το ισχύον πλαίσιο βάζει συγκεκριμένους περιορισμούς, με εννέα μήνες αναμονής και μια καθορισμένη λίστα επαγγελμάτων.
Η απασχόληση των αιτητών ασύλου αποτελεί μία πλευρά του μεταναστευτικού που συχνά μένει πίσω από τους αριθμούς των αφίξεων, των αιτήσεων και των επιστροφών. Ωστόσο, αφορά άμεσα τόσο τους ίδιους τους αιτητές όσο και την κυπριακή αγορά εργασίας.
Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι ο αιτητής ασύλου δεν έχει το ίδιο καθεστώς στην αγορά εργασίας με έναν αναγνωρισμένο πρόσφυγα ή δικαιούχο επικουρικής προστασίας.
Οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες και οι δικαιούχοι επικουρικής προστασίας δικαιούνται ίση μεταχείριση με τους Κύπριους πολίτες όσον αφορά την αμειβόμενη απασχόληση ή την ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα, με βάση βέβαια τους κανόνες που ισχύουν για το εκάστοτε επάγγελμα.
Για τους αιτητές ασύλου, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Εννέα μήνες αναμονή πριν από την εργασία
Το πρώτο εμπόδιο είναι χρονικό.
Με βάση το Διάταγμα του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων της 29ης Σεπτεμβρίου 2023, η απασχόληση αιτητών διεθνούς προστασίας επιτρέπεται εννέα μήνες μετά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησής τους.
Και ακόμη και μετά τη συμπλήρωση του εννιαμήνου, η πρόσβαση δεν είναι ελεύθερη σε ολόκληρη την αγορά εργασίας. Περιορίζεται στους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και στα επαγγέλματα που καθορίζονται από το σχετικό Διάταγμα.
Επομένως, ένας άνθρωπος που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας δεν μπορεί αυτομάτως να αναζητήσει νόμιμη εργασία ως αιτητής ασύλου.
Από χωράφια και κτηνοτροφία μέχρι κουζίνες και delivery
Η λίστα των επαγγελμάτων στα οποία μπορούν να απασχοληθούν οι αιτητές ασύλου είναι συγκεκριμένη και αφορά κατά κύριο λόγο χειρωνακτικές και υποστηρικτικές εργασίες.
Στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία περιλαμβάνονται εργάτες γεωργίας, κτηνοτροφίας και πτηνοτροφίας, εργάτες αλιείας και ιχθυοτροφείων και φροντιστές ζώων.
Στη μεταποίηση περιλαμβάνονται εργάτες παραγωγής ζωοτροφών, εργάτες παραγωγής σε αρτοποιεία και γαλακτοκομεία νυχτερινής βάρδιας, αχθοφόροι φορτοεκφορτώσεων και εργάτες πτηνοσφαγείων νυχτερινής βάρδιας.
Στη διαχείριση αποβλήτων, οι διαθέσιμες εργασίες αφορούν αποχετεύσεις και επεξεργασία λυμάτων και αποβλήτων, συλλογή και επεξεργασία απορριμμάτων, ανακύκλωση, καθώς και επεξεργασία ζωικών αποβλήτων και υποπροϊόντων σφαγείου.
Στον τομέα εμπορίου και επισκευών μπορούν να απασχοληθούν, μεταξύ άλλων, σε σταθμούς βενζίνης και πλυντήρια αυτοκινήτων, ως αχθοφόροι, εργάτες ιχθυοπωλείων και βοηθοί ισιωτές ή βαφείς αυτοκινήτων.
Στην παροχή υπηρεσιών περιλαμβάνονται καθαρισμοί κτηρίων και εξωτερικών χώρων, διανομή διαφημιστικού ή ενημερωτικού υλικού, διανομή έτοιμου φαγητού, καθαρισμοί κήπων, φορτοεκφορτώσεις και εργασίες εξολόθρευσης παρασίτων και τρωκτικών.
Στον επισιτιστικό και ξενοδοχειακό κλάδο περιλαμβάνονται βοηθοί κουζίνας, καθαριστές κουζίνας και διανομείς έτοιμου φαγητού, ενώ στη λίστα βρίσκονται και εργάτες πλυντηρίων ρούχων.
Μπορεί να έχει προσόντα, αλλά όχι πρόσβαση στο επάγγελμά του
Εδώ προκύπτει μια ενδιαφέρουσα παράμετρος του συστήματος.
Το γεγονός ότι ένας αιτητής ασύλου διαθέτει σπουδές, επαγγελματική κατάρτιση ή πολυετή εμπειρία σε έναν άλλο κλάδο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορεί να εργαστεί σε αυτόν όσο βρίσκεται υπό το συγκεκριμένο καθεστώς.
Το εγχειρίδιο για την απασχόληση προσφύγων και αιτούντων άσυλο σημειώνει χαρακτηριστικά ότι οι αιτητές έχουν πρόσβαση μόνο σε συγκεκριμένα επαγγέλματα χειρωνακτικής εργασίας.
Στην πράξη, λοιπόν, ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει προσόντα για διαφορετική θέση, αλλά οι επιλογές απασχόλησής του εξακολουθούν να καθορίζονται από τη λίστα του Διατάγματος.
Τι πρέπει να κάνει ο εργοδότης
Περιορισμοί και υποχρεώσεις υπάρχουν και για την επιχείρηση που επιθυμεί να προσλάβει αιτητή διεθνούς προστασίας.
Το Διάταγμα προβλέπει αίτηση απασχόλησης προς το Τμήμα Εργασίας. Ο εργοδότης πρέπει, μεταξύ άλλων, να παρέχει ασφάλεια ευθύνης εργοδότη για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια και να υποβάλλει βεβαίωση ότι έχει διευθετημένες τις υποχρεώσεις του προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Παράλληλα, προβλέπεται ότι ο εργοδότης θα ενημερώνει γραπτώς για τους όρους εργοδότησης και ότι αυτοί θα βρίσκονται στα ίδια επίπεδα με τους όρους που εφαρμόζονται στο υπόλοιπο προσωπικό της επιχείρησης.
Σε περίπτωση παραβίασης των όρων του Διατάγματος, η άδεια απασχόλησης μπορεί να ανακληθεί από το Τμήμα Εργασίας.
Μόνο ένας εργοδότης κάθε φορά
Ακόμη μία ιδιαιτερότητα αφορά τη δυνατότητα αλλαγής εργασίας.
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο για εργοδότες, οι αιτητές ασύλου επιτρέπεται να έχουν μόνο έναν εργοδότη κάθε φορά. Για να προχωρήσουν σε εργοδότηση από νέο εργοδότη, πρέπει πρώτα να τερματιστεί η προηγούμενη σχέση εργασίας ή να παραιτηθούν, ενώ ενδέχεται να χρειάζεται και σχετικό έγγραφο αποδέσμευσης.
Ειδική πρόνοια υπάρχει για υπηκόους τρίτων χωρών που είχαν ήδη άδεια εργασίας στη γεωργία ή την κτηνοτροφία και στη συνέχεια υπέβαλαν αίτηση διεθνούς προστασίας. Αυτοί δεν επιτρέπεται να εγκαταλείψουν τον εργοδότη τους, εκτός εάν υπάρξει έγγραφο αποδέσμευσης, και μπορούν να συνεχίσουν σε εργασία μόνο στον ίδιο τομέα και επάγγελμα.
Τι ισχύει με τους μισθούς
Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι εάν υπάρχει διαφορετικός μισθός επειδή ένας εργαζόμενος είναι αιτητής ασύλου.
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος «μισθός αιτητή ασύλου». Οι απολαβές εξαρτώνται από τον κλάδο, τη θέση και το εργασιακό πλαίσιο που εφαρμόζεται.
Το εγχειρίδιο που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2024 καταγράφει το καθεστώς κατώτατου μισθού που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσής του, επισημαίνοντας παράλληλα ότι από το γενικό καθεστώς εξαιρούνταν συγκεκριμένες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων οι εργάτες στη γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ για τον ξενοδοχειακό κλάδο εφαρμόζονταν ειδικές ρυθμίσεις.
Γι’ αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί ένα συγκεκριμένο ποσό ως ο μισθός που λαμβάνουν όλοι οι αιτητές ασύλου.
Από 6.777 νέες αιτήσεις το 2024 σε 2.835 το 2025
Την ίδια ώρα, οι αριθμοί της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες αποτυπώνουν σημαντική μείωση στις νέες αιτήσεις ασύλου.
Σύμφωνα με τον στατιστικό πίνακα της UNHCR, το 2024 καταγράφηκαν 6.777 νέες αιτήσεις, ενώ το 2025 ο αριθμός υποχώρησε στις 2.835.
Μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2026 είχαν καταγραφεί ακόμη 310 νέες αιτήσεις.
Ωστόσο, παρά τη μεγάλη υποχώρηση των νέων αιτήσεων, ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων παραμένει σημαντικός.
Στο τέλος Φεβρουαρίου 2026, ο πίνακας της UNHCR κατέγραφε 15.524 πρόσωπα με εκκρεμείς αιτήσεις ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και 7.275 πρόσωπα με υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Πρόκειται συνολικά για 22.799 πρόσωπα στις δύο κατηγορίες εκκρεμοτήτων.
Οι 22.799 δεν σημαίνει ότι είναι και 22.799 διαθέσιμοι εργαζόμενοι
Ο συγκεκριμένος αριθμός χρειάζεται, ωστόσο, προσεκτική ανάγνωση.
Δεν σημαίνει ότι υπάρχουν 22.799 αιτητές ασύλου που μπορούν αυτή τη στιγμή να μπουν στην αγορά εργασίας.
Στις εκκρεμείς υποθέσεις περιλαμβάνονται διαφορετικές κατηγορίες προσώπων. Μεταξύ αυτών μπορεί να βρίσκονται ανήλικοι, πρόσωπα που δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει τους εννέα μήνες από την υποβολή της αίτησής τους και άλλες περιπτώσεις που δεν μπορούν αυτομάτως να θεωρηθούν διαθέσιμο εργατικό δυναμικό.
Επομένως, δεν είναι ασφαλές να συνδεθεί ο συνολικός αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων με τον αριθμό των ανθρώπων που μπορούν να εργαστούν.
Πόσοι αιτητές ασύλου δουλεύουν τελικά στην Κύπρο;
Και εδώ εντοπίζεται ίσως το σημαντικότερο κενό στην εικόνα.
Γνωρίζουμε πόσες νέες αιτήσεις καταγράφονται. Γνωρίζουμε πόσες υποθέσεις εκκρεμούν. Γνωρίζουμε επίσης μετά από πόσο χρόνο αποκτά ένας αιτητής δικαίωμα πρόσβασης στην εργασία και σε ποια επαγγέλματα μπορεί να απασχοληθεί.
Από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν για το παρόν ρεπορτάζ, όμως, δεν προκύπτει ένας επικαιροποιημένος συνολικός αριθμός για το πόσοι αιτητές ασύλου εργάζονται σήμερα στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Αυτός είναι και ο αριθμός που θα μπορούσε να δείξει κατά πόσο το υφιστάμενο σύστημα λειτουργεί στην πράξη.
Διότι το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν μπορούν να εργαστούν οι αιτητές ασύλου στην Κύπρο.
Μπορούν, αλλά υπό συγκεκριμένους όρους.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσοι από αυτούς που έχουν δικαίωμα να δουλέψουν έχουν πράγματι ενταχθεί στην αγορά εργασίας και πόσο εργατικό δυναμικό που βρίσκεται ήδη στην Κύπρο παραμένει αναξιοποίητο.
Cyprus
