Η σκοτεινή ιστορία πίσω από την ακατάβλητη ανάγκη του Γιαννούλη Χαλεπά να δημιουργεί έρχεται ξανά στο προσκήνιο, με αφορμή τη συμπλήρωση 88 ετών από τον θάνατο του σπουδαίου Τηνιακού γλύπτη. Μια ζωή γεμάτη δημιουργία, διακρίσεις, ψυχική ασθένεια, κοινωνική απομόνωση και μια δύσκολη σχέση με τη μητέρα του, η οποία για χρόνια θεωρούσε τη γλυπτική υπεύθυνη για την κατάσταση του γιου της.
1858: Ο μικρός Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος γιος του Γιάννη και της Ειρήνης Χαλεπά, έχει ήδη δείξει το ενδιαφέρον του για τη δουλειά του πατέρα του. Το «παράπτωμά» του εκείνη την ημέρα είναι ότι τρύπωσε στο μαρμαράδικο της οικογένειας, στον Πύργο της Τήνου, για να παρακολουθήσει από κοντά το μάρμαρο να μεταμορφώνεται στα χέρια του τεχνίτη.
Η μητέρα του, όμως, έχει άλλα σχέδια για το μέλλον του. Τον προορίζει για έμπορο, ένα επάγγελμα που θεωρεί ότι προσφέρει κύρος και καλύτερες συνθήκες ζωής. Η ίδια έχει κουραστεί από τη μαρμαρόσκονη που συνοδεύει καθημερινά τη δουλειά του συζύγου της και δεν θέλει ο μεγαλύτερος γιος της να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Ο Γιαννούλης, ωστόσο, δεν δείχνει να μπορεί να απομακρυνθεί από τη γλυπτική. Η έλξη του για το μάρμαρο είναι έντονη και σταδιακά γίνεται ξεκάθαρο ότι πρόκειται για την τέχνη στην οποία θέλει να αφιερώσει τη ζωή του.
Το 1869 η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα. Ακολουθεί και μια τελευταία προσπάθεια να στραφεί ο Γιαννούλης στο εμπόριο, όταν στέλνεται στη Σύρο. Η προσπάθεια αποτυγχάνει και ο πατέρας του αντιλαμβάνεται πλέον ότι ο γιος του δεν πρόκειται να ακολουθήσει άλλο επαγγελματικό δρόμο.
Το 1872 ο Γιαννούλης Χαλεπάς εγγράφεται στο Σχολείο των Τεχνών, όπου σπουδάζει ζωγραφική δίπλα στον Νικηφόρο Λύτρα και γλυπτική κοντά στον Λεωνίδα Δρόση. Την ίδια χρονιά, χάρη σε υποτροφία του Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας της Τήνου, ταξιδεύει στο Μόναχο και συνεχίζει τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, δίπλα στον σπουδαίο γλύπτη, Μαξ φον Βίντμαν.
Οι διακρίσεις για τον νεαρό καλλιτέχνη έρχονται η μία μετά την άλλη. Το 1875, όταν λήγει η υποτροφία του και οι προσπάθειές του να την ανανεώσει δεν ευοδώνονται, επιστρέφει στην Ελλάδα. Έργα όπως ο «Σάτυρος που παίζει με τον έρωτα», η «Κοιμωμένη» -το περίφημο γλυπτό στο μνήμα της έφηβης Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο- και το «Κεφάλι σατύρου» αποσπούν την αναγνώριση και τον θαυμασμό.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η αντιμετώπιση είναι διαφορετική. Ο Χαλεπάς έρχεται αντιμέτωπος με επιφυλάξεις και επικρίσεις, ενώ την ίδια ώρα η σχέση του με τη μητέρα του παραμένει δύσκολη. Η Ειρήνη εξακολουθεί να απορρίπτει τη μαρμαρογλυπτική και να θεωρεί ότι ο δρόμος που έχει επιλέξει ο γιος της δεν θα του προσφέρει τη ζωή που εκείνη ονειρεύεται για εκείνον.
Η πίεση που δέχεται είναι μεγάλη, ενώ ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος και με τα πρώτα σημάδια μιας σοβαρής ψυχικής διαταραχής. Σε ηλικία μόλις 27 ετών εμφανίζει τα πρώτα συμπτώματα και, περίπου μία δεκαετία αργότερα, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε οδηγείται στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Εκεί παραμένει για τέσσερα χρόνια. Η μητέρα του, πεπεισμένη πλέον ότι η γλυπτική έχει συμβάλει στην ασθένεια του γιου της, εξακολουθεί να βλέπει την τέχνη ως κάτι που πρέπει να απομακρυνθεί από τη ζωή του.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η Ειρήνη παίρνει τον Γιαννούλη από την Κέρκυρα και τον επιστρέφει στο πατρικό σπίτι, στον Πύργο της Τήνου. Από εκεί και πέρα, η ζωή του αλλάζει δραματικά. Ο άνθρωπος που κάποτε ταξίδεψε στο Μόναχο για να σπουδάσει δίπλα σε κορυφαίους δασκάλους της γλυπτικής βρίσκεται πλέον απομονωμένος, υπό τον αυστηρό έλεγχο της μητέρας του.
Για τους κατοίκους του Πύργου είναι πλέον «ο τρελός του χωριού». Η γλυπτική, όμως, εξακολουθεί να αποτελεί τη μοναδική του διέξοδο. Ο Χαλεπάς προσπαθεί να δημιουργήσει ξανά, όμως η μητέρα του καταστρέφει τα έργα του, καθώς παραμένει πεπεισμένη ότι η ενασχόλησή του με την τέχνη ευθύνεται για την κατάσταση της υγείας του.

Χωρίς τη δυνατότητα να ασχοληθεί ελεύθερα με τη γλυπτική, ο Χαλεπάς περιορίζεται σε μια ζωή απομόνωσης και στερήσεων, φτάνοντας να βόσκει πρόβατα για να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη. Η τέχνη που κάποτε αποτελούσε τη μεγάλη του διέξοδο έχει πλέον απομακρυνθεί βίαια από τη ζωή του. «Το φως της τέχνης έπαυσεν να φωτίζει τον δρόμο του […] Απέμεινε ζωντανόνεκρος να βόσκει γίδια», γράφει χαρακτηριστικά ο Κωστής Παλαμάς στην εφημερίδα «Εμπρός», αποτυπώνοντας τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο γλύπτης, όπως μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Η ζωή του Χαλεπά αλλάζει μετά τον θάνατο της μητέρας του. Εκείνη τη στιγμή, ο άνθρωπος που για χρόνια είχε στερηθεί την ελευθερία να δημιουργεί βρίσκει ξανά τον δρόμο προς την τέχνη. Αρχικά στέκεται αμίλητος και απαθής δίπλα στη σορό της και στη συνέχεια εξαφανίζεται.
Οι ανιψιές του τον αναζητούν και τελικά τον βρίσκουν στο υπόγειο του σπιτιού, να πλάθει πηλό. Ο Γιαννούλης έχει επιστρέψει στη γλυπτική. Αυτή τη φορά, κανείς δεν μπορεί να τον εμποδίσει.
Ακολουθεί μια νέα, δημιουργική περίοδος. Ο Χαλεπάς αρχίζει και πάλι να δουλεύει, δημιουργεί νέα έργα και σταδιακά επιστρέφει στο προσκήνιο. Η αναγνώριση που είχε γνωρίσει στα νεανικά του χρόνια επιστρέφει, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση.
«Όλα ήρθαν καθυστερημένα», ομολόγησε κάποτε ο ίδιος. Σε όλη του τη ζωή ονειρεύεται και παλεύει με τη σμίλη και το καλέμι στο χέρι. Και μόνο στα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του θα νιώσει την ικανοποίηση της δικαίωσης.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1938, σαν σήμερα, ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα φύγει από τη ζωή, έχοντας αφήσει πίσω του ένα έργο που θα τον καθιερώσει ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής γλυπτικής.
ΠΗΓΗ:Like Today
