Της Ελένης Κωνσταντίνου
Πρώτο σχολικό κουδούνι σήμερα, Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου, για πέραν των 60 χιλιάδων παιδιών σε προδημοτική και δημοτική εκπαίδευση, ωστόσο η εικόνα της ετοιμότητας των σχολικών μονάδων που μεταφέρει το Υπουργείο Παιδείας δεν αντανακλά την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς, σύμφωνα με τον Μάριο Στυλιανού, μέλος του ΕΔΣ της ΠΟΕΔ και πρόεδρο της Προοδευτικής Κίνησης Δασκάλων και Νηπιαγωγών.
Τα ζητήματα της στελέχωσης, της έγκαιρης τοποθέτησης εκπαιδευτικών, της παράδοσης των σχολικών βιβλίων και των υποδομών εξακολουθούν να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, ενώ ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η καθυστέρηση στην εγκατάσταση κλιματιστικών στις σχολικές αίθουσες.
«Λίγες μόλις μέρες πριν από το πρώτο κουδούνι, η εικόνα που έχουμε για την ετοιμότητα των σχολικών μονάδων δεν είναι αυτή που παρουσιάζεται από το ΥΠΑΝ», αναφέρει ο Μάριος Στυλιανού, μέλος του ΕΔΣ της ΠΟΕΔ και πρόεδρος της Προοδευτικής Κίνησης Δασκάλων και Νηπιαγωγών.
Όπως επισημαίνει, τα σχολεία δεν είναι πλήρως στελεχωμένα και εξακολουθούν να υπάρχουν κενά, ενώ αρκετοί εκπαιδευτικοί δεν γνωρίζουν ακόμη το σχολείο στο οποίο θα εργαστούν. Παράλληλα, καταγράφονται καθυστερήσεις στην παράδοση σχολικών βιβλίων, την ώρα που παραμένουν ανοικτά σοβαρά ζητήματα υποδομών.
Χαρακτηριστική είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, η περίπτωση της εγκατάστασης κλιματιστικών στις σχολικές αίθουσες.
Παρά τις εξαγγελίες και τις δεσμεύσεις των τελευταίων χρόνων, η διαδικασία στη Δημοτική Εκπαίδευση προχωρεί με αργούς ρυθμούς. Το αποτέλεσμα, όπως σημειώνει, είναι μαθητές και εκπαιδευτικοί να καλούνται, για ακόμη μία χρονιά, να λειτουργήσουν σε συνθήκες που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες ενός σύγχρονου σχολείου. Την ίδια στιγμή, οι ανάγκες σε υλικοτεχνική υποδομή δημιουργούν ένα ακόμη βάρος για τις σχολικές κοινότητες, με εκπαιδευτικούς και γονείς να καλούνται συχνά να καλύψουν ελλείψεις που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται από το κράτος.
«Εδώ και τρία χρόνια, παρά τις εξαγγελίες και τις δεσμεύσεις, η διαδικασία στη Δημοτική Εκπαίδευση προχωρεί με αργούς ρυθμούς», σημειώνει ο κ. Στυλιανού, υπογραμμίζοντας ότι η κατάσταση αυτή δεν συνάδει με την εικόνα ενός σύγχρονου δημοσίου σχολείου.
Το ζήτημα της στελέχωσης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει και των σχεδιασμών του ΥΠΑΝ για αλλαγή του συστήματος διορισμών, με την κατάργηση των υφιστάμενων καταλόγων Διοριστέων και Διορισίμων. Το υπουργείο έχει παρουσιάσει στις εκπαιδευτικές οργανώσεις ένα πλαίσιο εργασίας για τη διαμόρφωση νέου συστήματος, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει κατατεθεί, σύμφωνα με την ΠΟΕΔ, ολοκληρωμένη και συνολική γραπτή πρόταση.
Η οργάνωση έχει διατυπώσει τη θέση της υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης διαδικασίας προσλήψεων και μονιμοποιήσεων από τους καταλόγους Διοριστέων και Διορισίμων και μετά το 2027, ζητώντας παράλληλα ουσιαστική αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που προέκυψαν από την εφαρμογή του Νέου Συστήματος Διορισμών.
«Η ίδια η πραγματικότητα στη στελέχωση των σχολείων καταδεικνύει ότι σημαντικός αριθμός αναγκών καλύπτεται από εκπαιδευτικούς που προέρχονται από τον κατάλογο διοριστέων», αναφέρει ο κ. Στυλιανού. Για την ΠΟΕΔ, βασική προϋπόθεση οποιασδήποτε συζήτησης είναι να μην υπάρξει «θυματοποίηση εκπαιδευτικών που εδώ και χρόνια υπηρετούν τη δημόσια εκπαίδευση», αλλά και να διασφαλιστεί η ομαλή και έγκαιρη στελέχωση των σχολικών μονάδων.
Η νέα σχολική χρονιά βρίσκει, παράλληλα, τα σχολεία αντιμέτωπα με την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει η ΠΟΕΔ, σημαντικά ζητήματα παραμένουν ακόμη προς αποσαφήνιση.
Την ίδια ώρα, η αύξηση των περιστατικών σχολικής βίας και παραβατικότητας αναδεικνύει την ανάγκη για ενίσχυση των υποστηρικτικών δομών και, ιδιαίτερα, της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας.
«Είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει μια ολιστική προσέγγιση για την πρόληψη και διαχείριση της σχολικής παραβατικότητας. Δεν υπάρχει στρατηγική, παρά μόνον διαπιστώσεις και μια συστηματική προσπάθεια μετακύλισης των ευθυνών στους εκπαιδευτικούς και στις σχολικές μονάδες», αναφέρει χαρακτηριστικά. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι, αντί να ενισχύονται η πρόληψη, η έγκαιρη παρέμβαση και η συνεργασία με τις οικογένειες, το βάρος μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στις σχολικές μονάδες. «Δεν προσλαμβάνει τον αναγκαίο αριθμό εκπαιδευτικών ψυχολόγων, αφήνοντας την αναλογία σε 1 εκπαιδευτικό ψυχολόγο ανά 1.850 μαθητές/ τριες, όταν στην ΕΕ ο μέσος όρος είναι 1 προς 500. Δεν μειώνει τον αριθμό μαθητών/τριών ανά τμήμα, δεν επενδύει στην πρόληψη, στην έγκαιρη παρέμβαση και στη συνεργασία με τις οικογένειες. Αντίθετα, επενδύει στην τιμωρία, στην αξιολόγηση, στον φόβο και στην ενοχοποίηση», αναφέρει.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ΠΟΕΔ ζητά ουσιαστική ενίσχυση της Ειδικής Εκπαίδευσης με το απαραίτητο επιστημονικό και εκπαιδευτικό προσωπικό. Οι προτάσεις του ΥΠΑΝ για τροποποίηση της νομοθεσίας και των διαδικασιών που αφορούν την Αγωγή και Εκπαίδευση Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες παρουσιάζουν, σύμφωνα με την οργάνωση, στοιχεία προς την κατεύθυνση της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, αλλά δεν αντιμετωπίζουν συνολικά το ζήτημα. «Μας ανησυχούν, διότι φαίνεται να είναι αποσπασματικές, επιφανειακές και όχι ουσιαστικές», αναφέρει ο κ. Στυλιανού, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι χαρακτηρίζονται από «λογικές λιτότητας και περικοπών» και δεν συνιστούν μια ολοκληρωμένη εκπαιδευτική πολιτική που θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά το δημόσιο σχολείο.
Στη συζήτηση για την κατάσταση και την κατεύθυνση της κυπριακής εκπαίδευσης προστίθενται και τα αποτελέσματα του PISA 2025, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν στις 8 Σεπτεμβρίου. Η Κύπρος κατέγραψε 411 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, 379 στην Κατανόηση Κειμένου και 412 στα Μαθηματικά, έναντι 482, 461 και 463 μονάδων αντίστοιχα στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι το 43,5% των μαθητών/τριών στην Κύπρο δεν φτάνει το βασικό Επίπεδο 2 και στα τρία γνωστικά αντικείμενα, έναντι 19,7% στον ΟΟΣΑ. Τα αποτελέσματα αφορούν μαθητές και μαθήτριες ηλικίας 15 ετών και, ως εκ τούτου, δεν αποτυπώνουν άμεσα την κατάσταση στη Δημοτική Εκπαίδευση. Αποτελούν, όμως, έναν ακόμη δείκτη για τη συνολική πορεία του εκπαιδευτικού συστήματος. «Όχι γιατί μια διεθνής έρευνα μπορεί να αποτυπώσει από μόνη της την ποιότητα ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Ούτε γιατί ο σκοπός του σχολείου πρέπει να είναι η προετοιμασία παιδιών, για να γράφουν καλά σε διεθνείς εξετάσεις», σημειώνει ο κ. Στυλιανού. «Αποτυπώνει πού πάει το Εκπαιδευτικό μας Σύστημα. Πρέπει να μας ανησυχήσουν τα πολύ χαμηλά αποτελέσματα», προσθέτει, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσον οι εκπαιδευτικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων έχουν οδηγήσει τελικά προς τη σωστή κατεύθυνση.
Η συζήτηση για την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, συνεπώς, δεν περιορίζεται στην ημερομηνία που θα χτυπήσει το πρώτο κουδούνι. Αφορά το κατά πόσον το δημόσιο σχολείο διαθέτει τους ανθρώπους, τις υποδομές και τις υποστηρικτικές δομές που χρειάζεται για να λειτουργήσει από την πρώτη ημέρα χωρίς εκκρεμότητες. «Η ετοιμότητα και το όραμα ενός εκπαιδευτικού συστήματος δεν κρίνονται από εξαγγελίες και παρουσιάσεις. Κρίνονται στην πράξη από το αν τα σχολεία είναι έγκαιρα και πλήρως στελεχωμένα, αν οι μαθητές έχουν τα βιβλία τους, αν οι αίθουσες είναι κατάλληλες και ασφαλείς και αν εκπαιδευτικοί και παιδιά έχουν τη στήριξη και τα μέσα που χρειάζονται», τονίζει ο Μάριος Στυλιανού. Και το ερώτημα, όπως το θέτει, είναι τελικά τι είδους δημόσιο σχολείο επιδιώκει η Πολιτεία. «Κρίνεται στο αν τελικά έχουμε αποφασίσει τι είδους σχολείο θέλουμε. Δυστυχώς, η εικόνα με την οποία ξεκινά η φετινή σχολική χρονιά απέχει σημαντικά από αυτήν που θα έπρεπε να θεωρούμε αυτονόητη για ένα σύγχρονο δημόσιο σχολείο», καταλήγει.
Cyprus
