Ιμπτισάμ Αζεμ στον ΕΤ: «Η μνήμη είναι μια μορφή αντίστασης»

Ιμπτισάμ Αζεμ στον ΕΤ: «Η μνήμη είναι μια μορφή αντίστασης»

    ​​ ​

Με αφορμή την ελληνική του έκδοση από τις εκδόσεις Gutenberg, αλλά και τη σπουδαία διεθνή του διάκριση με την υποψηφιότητά του στη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Booker, η Παλαιστίνια δημιουργός ξετυλίγει ένα παράδοξο λογοτεχνικό πείραμα: τι θα συνέβαινε αν όλοι οι Παλαιστίνιοι εξαφανίζονταν μυστηριωδώς μέσα σε μία νύχτα; Στη συζήτηση που ακολουθεί, η Αζεμ ανατέμνει με τόλμη τις έννοιες της συλλογικής μνήμης, της ιστορικής διαγραφής και του τραύματος.

_ Κυρία Azem, ο πυρήνας του βιβλίου σας είναι η ξαφνική, μαζική εξαφάνιση των Παλαιστινίων, μια ιδέα που μοιάζει να αντλεί από μια βαθιά ριζωμένη πολιτική φαντασίωση. Ποια ήταν η αρχική σπίθα που σας οδήγησε να μετατρέψετε αυτή την υπόθεση σε ένα λογοτεχνικό θρίλερ για την ιστορία και τη μνήμη;

Η αρχική σπίθα ήρθε το 2010 ή το 2011, όταν παρακολούθησα τη συνέντευξη ενός Ισραηλινού πολιτικού, ο οποίος προέβαλλε ισχυρισμούς σχετικά με την ισότητα και τα προνόμια που υποτίθεται ότι απολάμβαναν οι Παλαιστίνιοι στην Ιερουσαλήμ. Αυτό που με αναστάτωσε δεν ήταν μόνο οι ίδιοι οι ισχυρισμοί, που δεν ήταν καινούργιοι για μένα, αλλά και το γεγονός ότι ο δημοσιογράφος ενός αμερικανικού ή βρετανικού καναλιού δεν τον αμφισβήτησε. Αρχικά σκέφτηκα να γράψω ένα άρθρο ως απάντηση.

Καθώς έκανα καταιγισμό ιδεών (brainstorming), θυμήθηκα μια δήλωση του Γιτζάκ Ράμπιν, την περίοδο της πρώτης Ιντιφάντα, στην οποία έλεγε ότι θα ήθελε να ξυπνήσει μια μέρα και να διαπιστώσει ότι η θάλασσα είχε καταπιεί τη Γάζα. Θυμήθηκα επίσης μια συνέντευξη του Ισραηλινού ιστορικού Μπένι Μόρις στην εφημερίδα «Haaretz», στην οποία εξέφραζε τη λύπη του —παραφράζω— για το γεγονός ότι οι Παλαιστίνιοι δεν είχαν εκδιωχθεί εντελώς το 1948. Και τότε άρχισα να αναρωτιέμαι: Τι θα συνέβαινε αν οι Παλαιστίνιοι απλώς εξαφανίζονταν; Πώς θα αντιδρούσε το Ισραήλ στην απουσία τους;

Εκείνη ήταν η στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για το μυθιστόρημα. Ομως, η εξαφάνιση δεν προοριζόταν ποτέ να αποτελέσει απλώς τη λογοτεχνική πραγμάτωση μιας αποικιοκρατικής φαντασίωσης. Ηθελα να μετατρέψω αυτή τη φαντασίωση σε καθρέφτη. Η εξαφάνιση αντηχεί τη Νάκμπα (Καταστροφή) και τις συνεχιζόμενες διαδικασίες εκτοπισμού και διαγραφής, ενώ παράλληλα μου επιτρέπει να αναρωτηθώ τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν οι άνθρωποι που έχει ορίσει ως «εχθρούς» της εξαφανίζονται ξαφνικά.

Ηθελα να προειδοποιήσω για ένα πιθανό σενάριο. Αλλά το μυθιστόρημα αφορά επίσης την πλειοψηφία μιας κοινωνίας που παραμένει σιωπηλή και παρακολουθεί τα εγκλήματα να διαπράττονται.
Ηταν σημαντικό για μένα να τοποθετήσω στο επίκεντρο την παλαιστινιακή ιστορία, μέσα από το ημερολόγιο του Αλάα και τις αναμνήσεις της γιαγιάς του. Για μένα η μνήμη είναι μια μορφή αντίστασης. Μας λένε συχνά ότι οι Παλαιστίνιοι είναι υπερβολικά απασχολημένοι με το παρελθόν και ότι θα έπρεπε να κοιτάζουν προς το μέλλον. Ομως επιστρέφουμε στο παρελθόν ακριβώς επειδή θέλουμε να αλλάξουμε το μέλλον και να αποτρέψουμε την επανάληψή του.

_ Στο μυθιστόρημα, η αφήγηση μοιράζεται ανάμεσα στο κόκκινο ημερολόγιο του εξαφανισμένου Αλάα και στις σκέψεις του Ισραηλινού γείτονά του, του Αριελ. Γιατί επιλέξατε να δώσετε φωνή σε έναν φιλελεύθερο Σιωνιστή δημοσιογράφο και πώς αυτή η αντίθεση φωτίζει το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη κρατική αφήγηση και την προσωπική ενοχή;

Ο Αριελ ασκεί κριτική σε εκείνο το κομμάτι της κατοχής που ξεκίνησε το 1967, αλλά δεν αμφισβητεί το ιδρυτικό αφήγημα του Ισραήλ ή την ιδέα της Παλαιστίνης ως μιας άδειας γης. Υπάρχει ένα χάσμα εκεί που ήθελα να εξερευνήσω.

Αντιπροσωπεύει επίσης κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του: τη σιωπηλή πλειοψηφία που μπορεί να μην διαπράττει άμεσα εγκλήματα και μπορεί ακόμη και να αντιτίθεται σε ορισμένες πολιτικές, αλλά παρ’ όλα αυτά επιτρέπει να διαπράττονται εγκλήματα στο όνομά της.

Η αντίθεση μεταξύ του Αριελ και του Αλάα δεν είναι επομένως απλώς μια αντίθεση μεταξύ δύο ατόμων ή μεταξύ δύο πολιτικών θέσεων. Η σχέση τους υφίσταται μέσα σε μια αποικιακή δομή και αυτή η δομή διαμορφώνει ακόμη και τη φιλία τους. Το κόκκινο σημειωματάριο δημιουργεί ένα άλλο είδος αντίθεσης.

Ο Αλάα είναι επιτέλους σε θέση να πει τη δική του ιστορία χωρίς να χρειάζεται να περιμένει κάποιον άλλον να τον ακούσει, να εγκρίνει, να ερμηνεύσει ή να απαντήσει. Ο Αριελ, από την άλλη πλευρά, γίνεται ο αναγνώστης. Ακούει, αλλά προσπαθεί επίσης να βγάλει νόημα από την ιστορία του Αλάα μέσα από το δικό του πλαίσιο.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

_ Εχετε δηλώσει στο εξωτερικό πως κάθε Παλαιστίνιος ζει «μέσα στην παρουσία της απουσίας». Πώς επηρεάζει αυτή η διαρκής αίσθηση της αόρατης ύπαρξης και της περιθωριοποίησης την καθημερινή ζωή στη Γιάφα και το Τελ Αβίβ, τις πόλεις όπου διαδραματίζεται το βιβλίο;

Νομίζω ότι αυτή η αίσθηση της «παρουσίας στην απουσία» δεν είναι κάτι που υπάρχει μόνο σε στιγμές πολιτικής κρίσης. Γίνεται μέρος της καθημερινής ζωής. Ως Παλαιστίνιος μαθαίνεις να ζεις σε έναν τόπο που βρίσκεται φυσικά γύρω σου, αλλά δεν αναγνωρίζει απαραίτητα εσένα, την ιστορία σου ή τις αναμνήσεις που συνδέονται με αυτόν.
Η εξαφάνιση των Παλαιστινίων στο μυθιστόρημα κάνει ορατό κάτι που βρίσκεται ήδη εκεί: το πόσο πολύ η καθημερινή ζωή, η οικονομία, η πόλη, ακόμη και το τοπίο, εξαρτώνται από μια παλαιστινιακή παρουσία που συχνά καθίσταται αόρατη.

_ Η αναγνώριση του έργου σας επισφραγίστηκε με την είσοδό του στη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Booker. Πώς νιώθετε που μια ιστορία βαθιά ριζωμένη στο παλαιστινιακό ζήτημα κερδίζει μια τόσο σημαντική θέση στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη και τι σημαίνει αυτό για τη φωνή των ανθρώπων σας;

Είναι σίγουρα σημαντικό, και χάρηκα πολύ για την αναγνώριση, ειδικά επειδή το μυθιστόρημα εκδόθηκε αρχικά στα αραβικά πριν από περισσότερο από μια δεκαετία. Είμαι επίσης πολύ ευγνώμων στον Σινάν Αντούν, του οποίου η μετάφραση στα αγγλικά κατάφερε, αξιοσημείωτα, να διατηρήσει πολλές από τις ιδιαιτερότητες του πρωτότυπου κειμένου.

Το ζήτημα του παλαιστινιακού τραύματος είναι, φυσικά, κεντρικό στο μυθιστόρημα, επειδή είναι αδύνατον να διαχωριστεί η παλαιστινιακή ζωή από την ιστορία του εκτοπισμού, της διαγραφής και της απώλειας. Ελπίζω όμως, επίσης, το μυθιστόρημα να μην διαβαστεί μόνο μέσα από το πρίσμα του τραύματος. Είναι ένα λογοτεχνικό έργο, και ήθελα να έχει την ελευθερία, να είναι παράξενο, πειραματικό, σουρεαλιστικό, αστείο και μερικές φορές παράλογο.

Η παλαιστινιακή λογοτεχνία προσεγγίζεται μερικές φορές κυρίως ως μαρτυρία, πολιτική τεκμηρίωση ή ένας τρόπος εκμάθησης για την παλαιστινιακή κοινωνία, και αυτό είναι εντάξει, αρκεί να μην περιορίζεται μόνο σε αυτό. Ελπίζω οι αναγνώστες να επιτρέψουν στους εαυτούς τους να έρθουν σε επαφή με το έργο πρώτα ως λογοτεχνία, με τη γλώσσα, την αισθητική, τη δομή, τη φαντασία και τις ασάφειές του.

_ Η απώλεια της μνήμης και η λήθη είναι κεντρικοί άξονες στο έργο σας. Με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης απέναντι στη διαγραφή ανθρώπων, τόπων και ονομάτων από τον φυσικό και ιστορικό χάρτη;

Νομίζω ότι η λογοτεχνία μπορεί να αντισταθεί στη διαγραφή απλώς και μόνο αρνούμενη να αφήσει τους ανθρώπους, τα μέρη και τις αναμνήσεις να εξαφανιστούν εντελώς. Οταν ένα όνομα αφαιρείται από έναν χάρτη, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το μέρος έχει εξαφανιστεί από τη μνήμη των ανθρώπων. Μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στις ιστορίες, στη γλώσσα, στις οικογενειακές ιστορίες και στη φαντασία. Η αφήγηση, προφορική ή μέσα από γραπτές λέξεις (μυθοπλασία ή μη), διασώζει αυτή τη μνήμη και λειτουργεί ενάντια στη διαγραφή.

Αυτό είναι κάτι που βίωσα μέσω της γιαγιάς μου, η οποία εκτοπίστηκε από τη Γιάφα το 1948. Οταν περπατούσαμε μαζί στη Γιάφα, μου έδειχνε σπίτια, δρόμους και γειτονιές και μου έλεγε τα ονόματά τους, όμως πολλά από αυτά τα ονόματα δεν υπήρχαν πλέον στους χάρτες ή στις πινακίδες των δρόμων. Βρισκόμουν σωματικά στο ίδιο μέρος, αλλά έβλεπα δύο διαφορετικές πόλεις: την πόλη που μπορούσα να δω γύρω μου και την πόλη που υπήρχε στη μνήμη της. Αυτή η εμπειρία είχε βαθιά επίδραση πάνω μου.

Δεν νομίζω ότι η λογοτεχνία διατηρεί τη μνήμη απλώς δημιουργώντας ένα αρχείο γεγονότων. Κάνει κάτι πιο περίπλοκο. Επιτρέπει σε έναν τόπο να ζήσει μέσα από τους ανθρώπους που τον θυμούνται. Το όνομα ενός δρόμου, ένα σπίτι, μια διάλεκτος, μια ιστορία για έναν γείτονα, μια συγκεκριμένη μυρωδιά ή ένα τοπίο μπορούν να φέρουν μέσα τους μια ολόκληρη ιστορία. Υπό αυτή την έννοια, η μνήμη δεν αφορά μόνο το παρελθόν• γίνεται ένας τρόπος να διατηρεί κανείς μια σχέση με έναν τόπο στο παρόν.

Αυτός είναι επίσης ο λόγος που δεν βλέπω τη γραφή απλώς ως μια πράξη καταγραφής αυτού που έχει χαθεί. Μπορεί να είναι μια πράξη επαναδιεκδίκησης της σχέσης μας με έναν τόπο. Στο Βιβλίο της Εξαφάνισης, η Γιάφα δεν είναι απλώς ένα σκηνικό. Είναι σχεδόν ένας χαρακτήρας, που φέρει διαφορετικές και αντικρουόμενες αναμνήσεις. Το μυθιστόρημα αναρωτιέται τι συμβαίνει όταν μια ιστορία καθίσταται κυρίαρχη και μια άλλη απωθείται μακριά από τα μάτια μας.

Η λογοτεχνία δεν μπορεί από μόνη της να αποκαταστήσει ένα κατεστραμμένο σπίτι ή να επαναφέρει ένα σβησμένο όνομα σε μια πινακίδα δρόμου. Μπορεί όμως να κάνει τη διαγραφή ημιτελή. Οσο αυτές οι αναμνήσεις συνεχίζουν να εξιστορούνται, η προσπάθεια να εξαφανιστούν δεν έχει επιτύχει πλήρως.

Οι ιστορίες από τη Γιάφα

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Η Γιάφα ήταν πολύ σημαντική για μένα σε αυτό το κομμάτι. Η γιαγιά μου καταγόταν από τη Γιάφα και εκτοπίστηκε εσωτερικά στην Ταγίμπε το 1948. Οταν μεγάλωνα, άκουγα τις ιστορίες της για μια πόλη την οποία μπορούσα ακόμα να επισκεφθώ, αλλά που δεν υπήρχε πια με τον τρόπο που εκείνη τη θυμόταν. Οι δρόμοι, τα σπίτια, οι άνθρωποι και ο κοινωνικός ιστός που περιέγραφε είχαν σε μεγάλο βαθμό χαθεί. Ετσι, από πολύ μικρή ηλικία, έμαθα ότι μπορούν να υπάρχουν δύο παράλληλα τοπία που καταλαμβάνουν τον ίδιο φυσικό χώρο, αλλά δεν είναι ίσα. Αυτός είναι, μεταξύ άλλων, ο λόγος που η Γιάφα και το Τελ Αβίβ είναι τόσο σημαντικά στο μυθιστόρημα. Δεν είναι απλώς σκηνικά• φέρουν διαφορετικά στρώματα μνήμης και ιστορίας.

 ​​


Πηγή: ​​​ΠΗΓΗ:Greece

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *