Αλέξαινα την ήξερα, Αλέξαινα την θυμάμαι ακόμα. (Οχι η θεια Αλεξάντρα η γειτόνισσα η μάνα του φίλου μου. Αλλη ήτανε αυτή.) Το όνομα που τηνε βάφτισε ο νουνός της δεν το έμαθα ποτέ. Μόλις τηνε έβλεπα να ροβολάει από το σπίτι της κοντά στην παλιά γκρεμισμένη εκκλησία, λάκαγα να το πω στην μάνα μου.
-Μάνα έρχεται η θεια Αλέξαινα …
-Ε καλώς να ορίσει έλεγε και η Μήτσαινα.
Κι άμα ήτανε χειμώνας βάραγε την παλιά την ξύλινη πόρτα κείνη με το ζεμπρέκι και έλεγε…
-Πόπη μέσα είσαστε μωρή ?
-Μέσα, έλα τι βαράς την πόρτα σάματις ξένη είσαι εσύ μωρΑλέξαινα ? Κι άμα ήτανε καλοκαίρι η πόρτα έμενε ανοιχτή να μπαίνει μια σταλιά αέρας και έκλεινε με μια κρισάρα που έφτιαχνε ο πατέρας.
Εμπαινε η θεια Αλέξαινα και ρούγευε με τις δυο μανάδες (την μάνα και την θειά) και γελάγανε και ξομπλιάζανε (αστειεύονταν) άμα είχε γίνει καμμιά κατσουλοπαντρειά (όταν παντρεύονταν μικροί σε ηλικία) και βογκάγανε ούλες γιατί πονάγανε τα κατίνια τους, και λέγανε για τα φαγιά και τι θα μαγερέψουνε το βράδυ, η αύριο, και καταλήγανε ούλες μαζί χορωδία στο ..”τι να φας ζούρλια είναι τούτο το φαί”.
Η θεια Αλέξαινα καθότανε πάντα με την καρέκλα κοντά στην πόρτα. Που και που έφερνε κανα μισοκάρβελο άμα είχε ζυμώσει. Ητανε το μοναδικό ψωμί που μου άρεσε μετά της μάνας μου. Αμα ήτανε ακόμα ζεστό το έτρωγα σκέτο. Λουκούμι ήτανε θυμάμαι. Αμα είχε προκάμει να κρυώσει λίγο το έβρεχα και του` μπηγα από πάνου μισό κουτί ζάχαρη. Το τσεμπέρι και την μπροστοποδιά δεν τά έβγαζε η δόλια ποτές από πάνου της. Αλλά ένα περίεργο πράγμα, τα χέρια της τις πιότερες φορές τα είχε της κάτου από την ποδιά.
Ητανε θεριακωμένη γυναίκα συνέχεια στα μαύρα ντυμένη, και ποδεμένη, μόνο η μπροστοποδιά λιαγκούριζε μια στάλα από την υπόλοιπη μαυρίλα. Κει λοιπόν που καθότανε τσουπ και έχωνε και τα δυο της χέρια κάτου από δαύτηνε την μπροστοποδιά της. Σαν να ντρεπότανε για τα χέρια της. Λες και είχανε κάνει κάποιο κακό και ήθελε να μην φαίνονται. Μπορεί και να νόμιζε πως γυφτίζει το πετσί της από τους κάμπους, και τον ήλιο, που τα έκαμε μαύρα σαν χαρανί.
Μόνο καμμιά βολά άμα ξεχνιότανε, τα έβγαζε από το υπόγειο τα ακούμπαγε πάνου στα μεγάλα της βυζιά και αφού τα “εδενε” μεταξύ τους, άρχιζε κάτι περίεργα με τα μεγάλα δάχτυλά της έτσι για να περνάει η ώρα. Εσκαγα στα γέλια θυμάμαι μόλις τηνε έβλεπα να το κάνει αυτό.
-Τι γελάς ρε Μπότη καμάρι μου ? έλεγε με λατρεία η σχωρεμένη η θεια Αλέξαινα.
Κι εγώ κρυβόμουνα στην αγκαλιά της άλλης σχωρεμένης της θειας. Κακιά κουβέντα η πικρή από το στόμα της ποτές δεν βγήκε. Και το πρόσωπό της έλαμπε σαν τις σταγόνες στο χορτάρι όταν τις βαράει ο ήλιος. Κι όταν ήθελε να γυρίσει στο κονάκι της γιατί θα “ήπρεπε” να βάλει να φάει ο μπάρμπα Αλέξης έσφιγγε το τσεμπέρι στο σαγόνι της σηκωνότανε καληνύχτιζε κι έλεγε
-Αειντε μωρή αύριο πάλε, άμα μπορέσω θα ροβολήσω με το καλό να ξημερωθούμε.
Και καληνυχτιζόντουσαν, και έβγαινε και η μάνα μου ως την πόρτα, και ακόμα παραόξω να τηνε ξεβγάλει, και κείνη η δόλια έπαιρνε το δρόμο, το στρατί πιάνοντας τα γκουφιά της για να μην “τσαουλίζει” σα γατί από τους πόνους. η καψερή.
16 Αυγούστου 2022.
Τάκης Θηβαίος