Ανήμερα της επετείου της 2ης φάσης της εισβολής, 52 χρόνια μετά τον ξεριζωμό μας από τη γενέτειρα πόλη μας, ένα ερώτημα επιστρέφει ξανά στο μυαλό μου:
Γιατί να υπάρχουν προσφυγικά σωματεία 52 χρόνια μετά;
Ένα ερώτημα που στο μυαλό μου επεξεργάζομαι εδώ και χρόνια. Θα μπορούσαμε να τα κλείσουμε και ο καθένας να ακολουθήσει την ομάδα της πόλης στην οποία μεγάλωσε. Θα μπορούσαμε ακόμη να ακολουθήσουμε μια ομάδα μιας άλλης πόλης, που είναι πιο κοντά στα δικά μας ιδεώδη.
Μα αν το κάνουμε αυτό, τι θα απομείνει από τους τόπους των γονέων μας, των παππούδων μας, από τους δικούς μας τόπους; Πώς θα συνεχίσουν να υπάρχουν όταν οι γενιές των προσφύγων φεύγουν και μαζί τους φεύγουν οι αναμνήσεις και οι ιστορίες;
Ως πρόσφυγας 2ης γενιάς, που δεν έζησα ποτέ στους τόπους μου, κουβαλώ μαζί μου την προσφυγική ταυτότητα, τα χαρτιά του κτηματολογίου, τα οποία γενιά με γενιά διαιρούνται, σε σημείο που οι επόμενες γενιές θα έχουν γη ίση με μια μικρή βεράντα. Κουβαλώ τις αναμνήσεις των παππούδων και των γονέων μου, οι οποίες χρόνο με τον χρόνο ξεθωριάζουν. Αναμνήσεις ενός τόπου που δεν γνώρισα ποτέ, αλλά που έμαθα να αγαπώ μέσα από τις διηγήσεις τους.
Και ανάμεσα σε όλα όσα μας απέμειναν από τον τόπο μας, υπάρχει κάτι που δεν είναι απλώς μια ανάμνηση. Είναι η αγαπημένη μας Νέα Σαλαμίνα.
Οι γενιές των προσφύγων φεύγουν. Μαζί τους φεύγουν και οι αναμνήσεις τους, οι ιστορίες τους και, σιγά σιγά, ακόμη και ο πόθος της επιστροφής. Και εδώ γεννιέται ένα ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα: Πού να θέλει να επιστρέψει ένας 20άρης ή ένας 30άρης, όταν γεννήθηκε, μεγάλωσε και έκανε την οικογένειά του στις ελεύθερες περιοχές; Πώς μπορεί να νιώσει ως δικό του έναν τόπο που δεν γνώρισε ποτέ;
Κάπου εδώ επιστρέφω στο αρχικό ερώτημα: Γιατί να υπάρχουν προσφυγικά σωματεία 52 χρόνια μετά;
Γιατί, αν πάψουν να υπάρχουν, δεν χάνεται απλώς μια ποδοσφαιρική ή αθλητική ομάδα. Χάνεται ένας ακόμη ζωντανός δεσμός με τους τόπους που αφήσαμε πίσω. Χάνεται ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας, ένας τρόπος να θυμόμαστε από πού ερχόμαστε και να λέμε στις επόμενες γενιές από πού καταγόμαστε.
Σε παρέες, σε τυχαίες συναντήσεις, μία από τις πρώτες ερωτήσεις που θα ακούσεις είναι: «Ποια είναι η ομάδα σου;». Με το που απαντώ «Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου», η επόμενη ερώτηση που ακολουθεί είναι σχεδόν πάντα: «Μα πόθεν είσαι;».
Και τότε τους λέω τα χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου από τα οποία κατάγονται οι γονείς μου και, συνεπακόλουθα, κατάγομαι κι εγώ.
Και τότε συνειδητοποιώ πως η απάντηση στο «ποια είναι η ομάδα σου;» οδηγεί σχεδόν πάντα στην ερώτηση «Μα πόθεν είσαι;».
Τούτη η τελευταία ερώτηση είναι, για μένα, η πραγματική απάντηση στο δίλημμα αν πρέπει να υπάρχουν προσφυγικά σωματεία.
Η Σαλαμίνα, για εμάς τους πρόσφυγες 2ης γενιάς, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα σωματείο. Είναι το πιο ζωντανό κομμάτι που μας απέμεινε από τη γενέτειρα πόλη μας. Είναι ο δεσμός μας με έναν τόπο που δεν γνωρίσαμε ποτέ, αλλά που μέσα από τις διηγήσεις των γονιών και των παππούδων μας έγινε κομμάτι της δικής μας ταυτότητας.
Είναι αυτό που μας συνδέει με την Αμμόχωστο. Είναι αυτό που μας επιτρέπει, όταν μας ρωτήσουν «Μα πόθεν είσαι;», να σηκώσουμε το κεφάλι και να πούμε από πού κρατά η ρίζα μας.
Και ίσως το σημαντικότερο απ’ όλα είναι πως η Σαλαμίνα είναι κάτι που μπορούμε να παραδώσουμε κι εμείς στην επόμενη γενιά. Στα δικά μας παιδιά. Να τους δώσουμε κάτι από τον τόπο που δεν προλάβαμε να γνωρίσουμε, κάτι που δεν μπόρεσαν να μας αφήσουν σε γη και σπίτια, αλλά κατάφεραν να μας αφήσουν ζωντανό.
Ένα σωματείο, ένα όνομα, μια ιστορία, μια σημαία. Έναν δεσμό με την Αμμόχωστο.
Γιατί μπορεί να μας πήραν τον τόπο, αλλά δεν κατάφεραν να μας πάρουν τη Νέα Σαλαμίνα.
Και αυτός είναι ο λόγος που η Νέα Σαλαμίνα δεν μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ να υπάρχει.
Δεν λύγισε στην εισβολή και στον ξεριζωμό. Οι δικοί μας άνθρωποι έτρεξαν πρώτα να επαναλειτουργήσουν τα αγωνιστικά τμήματα και μετά να στεγάσουν τις οικογένειές τους.
Έτσι και εμείς. Θα διατηρήσουμε το σωματείο μας ως κόρη οφθαλμού.
Και όσο υπάρχει η Νέα Σαλαμίνα, η Αμμόχωστος μας θα συνεχίσει να υπάρχει.
Sports Read More
Πηγή:
Αρχικό άρθρο:

